7 Ιαν 2008

Τα σκουλαρίκια ως άλλοθι, πάρτ του (ζα) -πάντα το κάνω αυτό το άθλιο, σεφερλίδικο αστειάκι

Η συνέχεια του σαββατιάτικου post, σχετικά με τον Κώστα Κοντοδήμο, από το Fractal Press, τ. 102, Γενάρης-Φλεβάρης 1993.


Μια φορά κι ένα καιρό, στα αληθινά πολύ παλιά, σαν το παλιό κρασί χρόνια, μια φορά κι ένα καιρό, στα χρόνια που τα παιδιά με τα μαύρα και τα κόκκινα ρούχα δεν χρειαζόντουσαν ποιητές, οι οποίοι έμελλαν να καταλήξουν στην μουντή άνοιξη της πολιτικής ζωής, για να τους απαθανατίσουν ως νέους με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες -γιατί ήταν και αλήτες και οιδίποδες και αθάνατοι- και το ήξεραν. Όταν το χρυσάφι δεν ήταν πιστωτική κάρτα του μπαμπά της Μπρέντα, αλλά σπρέη για να γράφονται στους τοίχους οι αδόκιμοι εφηβικοί στίχοι όταν οι θεοί ήταν αληθινοί και δώδεκα και μένανε στον Ολυμπο. Όταν ξημέρωνε και σουρούπωνε και νύχτωνε και πάλι ξημέρωνε. όταν σαν έβλεπαν φως οι άνθρωποι, δεν έλεγαν:"Δόξα τω θεώ, τέλειωσε η απεργία της ΔΕΗ", αλλά:"Κοίτα ένα χάραμα, φίλησέ με". Όταν εγώ καθόμουν στο γραφείο δίχως χάπια κι έγραφα, τότε...

Μια φορά κι ένα καιρό, ο Ερωτας είχε βγει βόλτα στον κόσμο. Κι ήταν ο ωραιότερος από τους αθανάτους, εκείνος που δαμάζει όλες τις καρδιές και νικά και τις πιο σοφές συμβουλές (Ησίοδος). Κι ήταν ολόκληρος από πεντελικό μάρμαρο κι ήτανε πάλι όλος από χαλκό. Κι ήταν ολόκληρος ένα χαμόγελο. Κι ήταν ολόκληρος ένα δάκρυ.

Δίπλα του περπατούσαν δεκαπεντάχρονες βίαια ξεπαρθενεμένες στην τουαλέτα κάποιων μπαρ θλιμμένες μαθήτριες. Πετούσαν χαμογελαστές Φιλιππινέζες. Κολυμπούσαν ερωτευμένοι με τη νοσοκόμα τους γέροι Λαμπερά φωτομοντέλα και ημίγυμνοι τρελοί από τα Βοσνιακά ψυχιατρεία. Μαύρες άλτριες του ύψους, κινέζες παρμένες από την Πολιτιστική Επανάσταση και την πλατεία Τιεν Αν Μεν, κοκκινομάλλες γραμματείς και περιζήτητοι γαμπροί. Ηταν ακόμα μια κοπέλα που σκότωσαν οι μπάτσοι το 1980 μπροστά στα μάτια των γονιών μου. Ηταν μια θλιμμένη γυναίκα που απάτησε τον άντρα της και είχε ευχαριστηθεί στο κρεβάτι του εραστή καλύτερα απ’ του απατημένου συζύγου

Κι εκεί, που λέτε, όπου, περήφανος και χαμογελαστός, ο Ερωτας απολάμβανε τη βόλτα του, πειράζοντας και χαμογελώντας στα δέντρα, τις κουκουβάγιες που διημέρευαν, τους στίχους που πετούσαν και τα μυθιστορήματα που στήνανε με τις σελίδες τους χαλί για να πατήσει τότε, περνώντας μια απελπιστικά στενή γέφυρα, ξαφνικά κοιτάει μπροστά του, και τι να δει:


Πίσω από ένα σκούρο σύννεφο καπνού, μέσα από μουσική γραμμένη από τον Κάρπεντερ, μαύρος και σκονισμένος και με τη θλίψη στα μάτια απέναντί του ερχόταν, ψάχνοντας για τον δραπέτη Σίσυφο, ο Θάνατος.

Κάνε πίσω", είπε με παρρησία ο Ερωτας.

'Έγώ;", ρώτησε ειρωνικά ο Θάνατος.

'Έσύ", του απάντησε ο Ερωτας.

Ο Θάνατος έπνιξε ένα γέλιο:

Ποιος είσαι εσύ, που δεν θα κάνεις πίσω μπροστά στον Θάνατο; ρώτησε.

Είμαι ο Ερωτας", είπε ο άλλος. "Και μην τολμήσεις να μου αντισταθείς, πριν δεις ποιοι είναι δίπλα μου". Κι έδειξε, τεντώνοντας το χέρι, την συνοδεία του.

Λυπάμαι, είπε ο Θάνατος. Κι έδειξε τη δικιά του συνοδεία.

Δίπλα του περπατούσαν δεκαπεντάχρονες βίαια ξεπαρθενεμένες στην τουαλέτα κάποιων μπαρ θλιμμένες μαθήτριες. Πετούσαν χαμογελαστές Φιλιππινέζες. Κολυμπούσαν ερωτευμένοι με τη νοσοκόμα τους γέροι Λαμπερά φωτομοντέλα και γυμνoι τρελoί από τα Βοσνιακά ψυχιατρεία. Μαύρες άλτριες του ύψους, κινέζες παρμένες από την Πολιτιστική Επανάσταση και την πλατεία Τιεν Αν Μεν, κοκκινομάλλες γραμματείς και περιζήτητοι γαμπροί. Ηταν ακόμα μια κοπέλα που σκότωσαν οι μπάτσοι το 1980 μπροστά στα μάτια των γονιών μου. Ηταν μια θλιμμένη γυναίκα που απάτησε τον άντρα της και είχε ευχαριστηθεί στο κρεβάτι του εραστή καλύτερα απ' του απατημένου συζύγου.

Η Χάρις Αλεξίου τραγουδούσε μελοποιημένη Σύλβια Πλαθ κι η Πάττι Σμιθ δικούς μου στίχους

Κι αν ήθελες να κοιτάξεις πίσω απ' αυτόν, τον Θάνατο, θα έβλεπες ολόκληρο τον πληθυσμό της Μαγικής Χώρας.

"Τι' κάνουμε τώρα;", αναρωτήθηκε φωναχτά ο Ερωτας.

Κάνεις πίσω και καθαρίζουμε, απάντησε σαρκαστικά ο Θάνατος.

Γιατί να μην κάνεις πίσω εσύ; Είμαστε ισοδύναμοι", είπε ο Ερωτας.

'Ή πάλη θα δείξει", απάντησε ο Θάνατος κι έδωσε το σύνθημα της επίθεσης.

Και, πάνω στη στενή γέφυρα, άναψε η Μάχη.

Και:

Δεκαπεντάχρονες βίαια ξεπαρθενεμένες στην τουαλέτα κάποιων μπαρ θλιμμένες μαθήτριες άρχισαν να τραβούν απ' τα μαλλιά δεκαπεντάχρονες βίαια ξεπαρθενεμένες στην τουαλέτα κάποιων μπαρ θλιμμένες μαθήτριες. Χαμογελαστές Φιλιππινέζες κάρφωναν στην αστυνομία σαν παράνομα εργαζόμενες χαμογελαστές Φιλιππινέζες. Ερωτευμένοι με τη νοσοκόμα τους γέροι προσπαθούσαν να σταματήσουν τον ορό με την αντιβίωση και τη ζωή ερωτευμένων με τη νοσοκόμα τους γέρων. Λαμπερά φωτομοντέλα πέταγαν βιτριόλι στα πρόσωπα λαμπερών φωτομοντέλων και ημίγυμνοι τρελοί από τα Βοσνιακά ψυχιατρεία άφηναν μόνους στο κρύο να πεθάνουν ημίγυμνους τρελούς από τα Βοσνιακά ψυχιατρεία. Μαύρες άλτριες του ύψους κάρφωναν με καρφίτσες τα γεννητικά όργανα κούκλων βουντού που παρίσταναν μαύρες άλτριες του ύψους, κινέζες παρμένες από την Πολιτιστική Επανάσταση και την πλατεία Τιεν Αν Μεν παρέδιδαν στην ύβρι της Ιστορίας κινέζες παρμένες από την Πολιτιστική Επανάσταση και την πλατεία Τιεν Αν Μεν, κοκκινομάλλες γραμματείς παίρνανε με βρώμικα κόλπα τη θέση κοκκινομάλλων γραμματέων και περιζήτητοι γαμπροί κατηγορούσαν με φριχτές κατηγορίες σχετικά με την ερωτική τους ζωή περιζήτητους γαμπρούς. Κι ακόμα, η κοπέλα που σκοτωσαν οι μπάτσοι το 1980 μπροστά στα μάτια των γονιών μου κλωτσούσε τη νεκρή -απ' το κλομπ της- κοπέλα που σκότωσαν οι μπάτσοι το 1980 μπροστά στα μάτια των γονιών μου. Η θλιμμένη γυναίκα που απάτησε τον άντρα της κι είχε ευχαριστηθεί στο κρεβάτι του εραστή καλύτερα απ' του απατημένου συζύγου έστελνε ανώνυμα γράμματα στον άντρα της θλιμμένης γυναίκας που απάτησε τον άντρα της κι είχε ευχαριστηθεί στο κρεβάτι του εραστή καλύτερα απ' του απατημένου συζύγου.

Η Χάρις Αλεξίου τραγουδούσε μελοποιημένη Σύλβια Πλαθ κι η Πάπι Σμιθ δικούς μου στίχους

Κι αν ήθελες να κοιτάξεις γύρω σου, πάνω στη γέφυρα, δίπλα απ' αυτούς, τον Θάνατο και τον Ερωτα, θα έβλεπες ολόκληρο τον πληθυσμό της Μαγικής Χώρας να ερωτεύεται και να σκοτώνει τον εαυτό του.

Και, μέσα στο μακελειό του αίματος και του σπέρματος, κι ενώ κανείς δεν έμοιαζε να νικά, προσγειώθηκε ομαλά στη μέση της γέφυρας η ρακέτα της τενίστριας του βιβλίου μου. Κι η τενίστρια, ερωτεύσιμη σαν νεκρή, σήκωσε την άσπρη φουστίτσα της. Και, νομίζοντας οι μεν ότι οι δε παραδίδονται, σταμάτησαν τη μάχη.

Οταν, όμως, κατάλαβαν ότι το πράγμα δεν ήταν έτσι, τότε κι οι δυο πλευρές αναζήτησαν τρόπους να πάρουν με το μέρος τους αυτή τη μία που μπορούσε να δώσει την πλειοψηφία -άρα τη νίκη

Κοίτα πόσα σου 'δωσα, της έδειξε το γεμάτο από ηδονή τέλειο κορμί της ο Ερωτας.

Κοίτα πόσα θα σου πάρω, της έδειξε ο Θάνατος όλες τις τόσο πολλές απογοητεύσεις και εξευτελισμούς που είχε δεχθεί στην εικοσάχρονη ζωή της. Και που ήταν πάλι απλωμένες στο σώμα της

Η κοπέλα ζύγισε τις προσφορές. Δεν θέλησε να αποκαλύψει ποια ήταν η πιο βαριά, η πιο γλυκιά κι η πιο δυνατή.

«Συγγραφέα», διέταξε, στρεφόμενη στον ουρανό, σ' εμένα τον Ουράνιο. "Μπορείς να φτιάξεις μια γέφυρα όπου να χωρούν κι οι δυο τους;"

Κι εγώ, κι από τους δυο αγγιγμένος και με τους δυο ερωτευμένος κι από τους δυο τους φοβισμένος και για την τύχη τους αδιάφορος κριτής, για ένα -το τελευταίο πριν το θάνατο, ερωτικό- χαμόγελο εκείνης, είπα:

«Ναι». Κι οι δυο παρατάξεις βρέθηκαν αυτόματα σε μια νέα γέφυρα με δυο λωρίδες, κάθε μια στην δικιά της πλευρά. Δώσανε, λοιπόν, τα χέρια ο Ερωτας κι ο Θάνατος και τράβηξαν ο καθένας τον δρόμο τους. Ομως ο δρόμος έμοιαζε παράλληλος.

Γι' αυτό του έβαλα μερικά ζιγκ ζαγκ και απότομες στροφές, έτσι ώστε, πού και πού, οι τύποι να τρακάρουν. Σ' ένα τέτοιο τράκο, ο Θάνατος πήρε το θάρρος και ρώτησε τον Ερωτα:

Ποια ήταν αυτή;

Μια τενίστρια, απάντησε αδύναμη η γυναικεία φωνή.

"Και πώς λέγεται η γέφυρα που έφτιαξε; Αυτή που περάσαμε μαζί", ρώτησε με τη σειρά του ο Ερωτας.

"ΤΕΧΝΗ", είπε η τενίστρια. Με φίλήσε κι έκλεισε για πάντα τα μάτια -ανοίγοντάς τα..

.

Αθήναι Νοε 1993 Κώστας Κοντοδήμος

3 σχόλια:

Μετεωρίτης είπε...

Πω, πω...

Πολύ καλό.
Μπερδεύτηκα όμως λίγο. Το κείμενο στο link (με τον Συνασπισμό) το έγραψε ο συγγραφέας που ανέφερες.
ΑΥΤΟ ΕΔΩ όμως...
ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΕΓΡΑΨΕ;!!

(δεν σε προλαβαίνω ρε συ, μπράβο! Εγώ με 2 μέρες γιορτές και έπηξα. Φωτεινούλα εγώ-τρομάρα μου-Γιάννης ο καλός μου-έκλεισα το pc και άνοιξα σαμπάνια...

ΠανωςΚ. είπε...

Είναι αυτουνού του ιδίου, μετεωρίτη. Δεν φταις εσύ, εγώ έκανα μπινιά, καθώς στο περιοδικό υπήρχαν τρία δικά του κείμενα. Εβαλα το πρώτο, και μετά κατευθείαν το τρίτο, φυλάσσοντας το δεύτερο για μια συγκεκριμένη επέτειο, να το χρησιμοποιήσω τότε (είμαι μεγάλο λαμόγιο, το ξέρω).

Κατά τα λοιπά, όταν κλείνουμε το πισί αρχίζει η ζωή. Καλές σαμπάνιες και πολλές ευχές, σε σένα και στον καλό σου.

Μετεωρίτης είπε...

Να είσαι καλά για τις ευχές σου!

Ε, μα, με μπέρδεψες λιγουλάκι αλλά τώρα με ξεμπέρδεψες!

Και μιας και το αναφέραμε (ότι θυμάμαι χαίρομαι-βασικά χαίρομαι που μπορώ να θυμάμαι ακόμα με τόση κατανάλωση μπέιλις!!) μια φορά κι έναν καιρό με είχατε παραπέμψει σε ένα εξαιρετικό κείμενο για τον george best.

Τι σχέση είχε ο Διάσελος με αυτό το κείμενο;
α) το είχε γράψει;
β) το είχε απλά ανακαλύψει;

Άμα θυμάσαι τι εννοώ, φώτισέ με έστω και καθυστερημένα.
Ήταν σούπερ το κείμενο λέμε.

Φιλιά,
σχολάω ο άθρωπας, άντε να πάω σπίτι να ανοίξω το pc... ουπς!