10 Σεπ 2016

Ο Μπάρτλεμπυ δεν ήτανε γραφιάς: συγκλονιστικές αποκαλύψεις

Καμιά φορά νιώθει σαν το τελευταίο κομμάτι κρέατος -χοιρινής τηγανιάς, ας πούμε- παρατημένο στο πιάτο γιατί κανείς από τους συνδαιτυμόνες δεν θέλει να το φάει, είτε για να μη φανεί λιγούρης είτε απο τακτ για να το αφήσει να το φάει κάποιος άλλος, προτού σηκωθούν τρεκλίζοντας από το τραπέζι της ταβέρνας και αφού έχουν μαλώσει για το ποιος θα πληρώσει «άστα δικά μου είναι, όχι δικά μου είναι, μα σε παρακαλώ, όχι εγώ σε παρακαλώ και να το ξανακάνουμε αυτό σύντομα», κι εντέλει αυτό το τελευταίο κομματάκι κρέατος, που σκληραίνει και παγώνει στο ζουμί του, το οποίο με τη σειρά του πήζει και βρωμάει και γίνεται πισίνα για τις μύγες, πετιέται στα σκουπίδια ή στην καλύτερη περίπτωση τό τρώνε τα σκυλιά.
Τις προάλλες κόντεψε να τον πνίξει ένα βιβλίο. Οχι δι' απαγχονισμού, δεν θα μπορούσε άλλωστε να φτιαχτεί κρεμάλα από λέξεις ή από σελίδες χαρτιού, αν και κόβουν πολύ βαθιά αμφότερες, αλλά διά στραγγαλισμού. Τον έπιασε το βιβλίο από το λαιμό κυριολεκτικά στον ύπνο. Ήταν ογκώδες και βαρύ, όχι από άποψη περιεχομένου μόνο αλλά κι ως αντικείμενο, απ' αυτά που ονομάζουμε τούβλα, κι έπεσε πάνω του, κοτζάμ τούβλο, καθώς τον πήρε ανάσκελα ο ύπνος, τον έπαιρνε εύκολα τον ύπνο, ελαφροσυνείδητος ή και παντελώς ασυνείδητος ων, ανοιχτό στη μέση πάνω στο στήθος του, έκανε σλάλομ στις ιδρωμένες τριχες και κύλησε προς το λαιμο του κι άρχισε να τον σφίγγει όλο και πιο δυνατά και μετά αυτός ξύπνησε βήχοντας και θυμήθηκε γιατί προτιμά τα ολιγοσέλιδα βιβλία σαν τον Μπάρτλεμπυ τον γραφιά, του Μέλβιλ, που, κι εδώ ήρθε η ώρα των αποκαλύψεων, δεν ήτανε γραφιάς, αλλά στα ΜΑΤ, έχουμε και το σχετικό φωτορεπορτάζ σε περίπτωση που το αναζητήσει εισαγγελέας, διότι πήγε ο φωτορεπόρτερ να φωτογραφήσει μια κλούβα με ΜΑΤ, κι έκανε στην αρχή πως τάχαμου τραβά μιαν εκκλησία και μετά στα κλεφτά τράβηξε τα ΜΑΤ, κι ήρθαν στο λεπτό δυο ματατζήδες, συγγνώμη, κύριε, την εκκλησία τραβούσατε; - μάλιστα, την εκκλησία - σίγουρα την εκκλησία και όχι την κλούβα, κύριε; - σίγουρα, απάντησε ο φωτορεπόρτερ, και καθώς φεύγανε τα όργανα της τάξεως, πεπεισμένα ότι επιτελέσαν το καθήκον τους στην εντέλεια, τα πισωπλατοχτύπησε με μιαν ερώτηση «συγγνώμη, παιδιά, να σας βγάλω μια φωτογραφία;».
Κι αμήχανα μα σταθερά ο Μπάρτλεμπυ ο ματατζής του απάντησε: «Θα προτιμούσα όχι»*.

(* για την περίφημη αυτή φράση αλλά και γενικότερα για την υπέροχη νουβέλα του Μέλβιλ, εδώ

27 Αυγ 2016

Σάντα Μπάρμπαρα και Σαν τα πουκάμισα



Έχει πέντε γαλάζια πουκάμισα. Σχεδόν πανομοιότυπα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, για τους περισσότερους κατόχους τους, τα πέντε γαλάζια σχεδόν πανομοιότυπα πουκάμισα αντιστοιχούν σε μια εργάσιμη ημέρα: Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή. Στη δική του περίπτωση όμως όχι. Τα πέντε γαλάζια σχεδόν πανομοιότυπα πουκάμισα αντιστοιχούν στα κιλά του ανά τα χρόνια: το πουκάμισο των 105, των 110, των 115, των 120 και ολοκαίνουργιο το πουκάμισο των 125 κιλών. Το καθένα φορεμένο από μία φορά: γάμος, γάμος, γάμος, γάμος, βάφτιση.
Έχει κι ένα μαύρο πουλόβερ. Για τις κηδείες. Κι ένα μαύρο μπλουζάκι, με γιακαδάκι, που έλεγε η μάνα του, πόλο, που λένε σήμερα, για τις κηδείες του καλοκαιριού.
Έχει και δύο ζευγάρια μαύρα παπούτσια. Αθλητικά, φτιαγμένα έτσι ώστε να μη μοιάζουν με αθλητικά. Φτιαγμένα, της εταιρίας Α, από ρομπότ, της εταιρίας Ν από χαμηλόμισθους εργάτες του αναπτυσσόμενου πρώην τρίτου κόσμου, ή ακόμη χειρότερα από μικρά παιδιά. Περίεργο: οι χαμηλόμισθοι του αναπτυσσόμενου πρώην τρίτου κόσμου δεν μπορούν να αποκτήσουν τα μαύρα παπούτσια της εταιρίας Ν που οι ίδιοι κατασκευάζουν για να τα αγοράσει αυτός και σε γενικές γραμμές ζουν χειρότερα από αυτόν  παρότι αυτός δεν εργάζεται. Επίσης περίεργο: τα ρομπότ δεν χρειάζονται τα μαύρα παπούτσια της εταιρίας Α που τα ίδια φτιάχνουν και παρότι εργάζονται δεν αμείβονται.
Ο άνθρωπος με τα πέντε σχεδόν πανομοιότυπα γαλάζια πουκάμισα κοίταξε το λεκέ στο ταβάνι από το προπέρσινο καλοκαίρι, όταν είχε πλημμυρίσει η από πάνω κι έκανε πέντε ώρες να γυρίσει από το εξοχικό της στη Χαλκιδική λόγω της κίνησης, και σκέφτηκε πολύ σοβαρά την πιθανότητα να γίνει ρομπότ.

15 Αυγ 2016

O κυκλοποιός

Τη μέρα που αποφάσισα ότι το ίντερνετ τελείωσε με βάλανε σε ένα διαστημόπλοιο-κιβωτό μαζί με όλα τα είδη, το φρύδι, το μύδι, το αρχίδι και το γίδι, και μας ξαπόστειλαν στο διάστημα ταξίδι με μοναδική οδηγία να γράψουμε ό,τι δούμε χωρίς σκουπίδι. Είδα ξεπεσμένα όψιμα πασοκικά στελέχη, που δεν πρόκαμαν να γευτούν και πολλή από την πίτα της εξουσίας, να χορεύουν ντίσκο, και κρισιακά θύματα, που τα θυμάμαι να υψωνουν τη γροθιά σε πορείες - διαδηλώσεις, να σέρνουν πρώτοι το χορό στα νησιώτικα. Είδα από ψηλά στης Γης τα σταυροδρόμια φάλαγγες ηλικιωμένων με πι, εισματικά, δηλαδή είτε εις μάτην, είτε με πείσμα, να βαδίζουν ο ένας πίσω από τον άλλον. Είδα τη φετιχοποίηση του καλοκαιριού και τις διακοπές ως είδωλο. Είδα το τέ*μα, αναποφάσιστο μεταξύ λάμδα και ρο, μια φάση με άλφα στερητικό, αφασία, μη χρόνος, μη χώρος, αναπαυτικός καναπές με ροζ-λαχανί κουβερτάκι και ευφάνταστες δημιουργίες τρίτων. Είδα εντυπωσιακές χορευτικές φιγούρες και μπλαζέ λικνίσματα της καλής κοινωνίας, είδα και ξεβιδωμενες αυτογελοιοποιήσεις. Στον καθρέφτη κοιτάζοντας είδα τον ανικανοποιήτο κυνισμό του σπασοκλαμπάνια, αμφισβητία μούτσο στις γαλήνιες λίμνες της ευρωπαϊκής νομαδικής κουλτούρας. Ακουσα τραγούδια να συνομιλούν μεταξύ τους και να λένε ιστορίες, ας πούμε για έναν άνθρωπο στο φεγγάρι που χάνει την πίστη του και φεύγει περπατώντας άφοβα, γιατί, στην τελική, όλοι πονάνε, ακόμη και οι λαμπεροί χαρούμενοι ανθρωποι, που πέφτουν για να σκαρφαλώσουν πιο ψηλά και στο τέλος πάνε για νυχτερινό κολύμπι και προσπαθουν να μην αναπνεύσουν, γιατί γράφουν ευαίσθητα και η ευαίσθητη γραφή βρωμάει, αόρατη, θλιβερή, αποκρουστική. Δεν είχα λεφτά για χορδές, μήτε για κρεμάλα, ούτε για εισιτήριο λεωφορείου και νόστιμη διαστροφή ψυχιατρείου. Ημουν στην ιστορία από την αρχή. Ημουν η ίδια η ιστορία, άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Κι όταν τελείωσα, με κοινοποίησα παραλλαγμένη. Δεν μας τα λες καλά, δεν ήσουν η αρχή, ούτε το φινάλε, έφυγες, σε διώξαμε πριν ν' αρχίσει το καλό, κάπου εκεί που σου χάλασε το μυαλό. Οι γιατροί. Εσύ. Ολοι μαζί. Μια σακούλα πλαστική, γεμάτη λέξεις κατεψυγμένες, προτηγανισμένες, κι άλλη μια, μαυρη βιοδιασπώμενη σακούλα σκουπιδιών, με λέξεις χαλασμένες, σαπισμένες, που στάζαν καφετιά, βρωμερά ζουμιά, κι εβγαζαν μιαν αποφορά – όπως μυρίζει η συμφορά. Τα σημεία στίξης, λεκεδες, σταγόνες από αίμα. Ζωή ρακοσυλλέκτρια, ζωσμένη σακούλες σκουπιδιών, αδύνατα όνειρα, χάπια ληγμένα, ένα για να φτιαχτεί κι ένα για όταν φτιαχτεί πολύ, να σακατευτεί, πέφτοντας από το σκοινί που πάνω του ισορροπεί. Ημουν η θλίψη μου και ήμουν ορατή, αλλά μόνο σε μένα. Εντέλει η θλίψη μου με βαρέθηκε κι είπε να πάρει ένα διάλειμμα από μένα. Δεν πολυχωνεύω τον Ελβις. Αλλωστε, ο ροκάς Έλβις -λένε αυτοί που ξέρουν- τελείωσε όταν πήγε στο στρατό. Χαλάρωσε και μπήκε στη σειρά, που λένε κι οι Τρύπες. Να κι αν τον συμπαθείς, να κι αν δεν τον συμπαθείς, σκέφτεσαι. Κι έχεις δίκιο. Δεν έχει καμία σημασία. Οι ιστορίες γύρω απ' τον Ελβις είναι που έχουν σημασία. Και πολύ ενδιαφέρον. Συνοπτικά μία απ' αυτές: «Μεξικανός πολιτικός και μεγιστάνας στα τέλη της δεκαετίας του '50 καλεί τον Ελβις Πρίσλεϊ να τραγουδήσει στο πάρτυ για τα 15α γενέθλια της κόρης του. Φροντίζει να διαλαλήσει την έλευση του Βασιλιά στον πάρτυ. Ο βασιλιάς όμως αρνείται. Το άρωμα της βασιλικής κλανιάς πλημμυρίζει τα ρουθούνια του μεξικανού και τον εξοργίζει. Στήνει μαζί με κάτι κουτσομπολιογράφους κάτι υποτιθέμενες δηλώσεις του Ελβις, πολύ προσβλητικές, ρατσιστικές, κατά του Μεξικού και κυρίως κατά των γυναικών από το Μεξικό. Ο Έλβις γίνεται περσόνα νον γκράτα. Οι δίσκοι του καίγονται στις πλατείες του Μεξικού. Κάποιοι παραμένουν οπαδοί του και στις προβολές των ταινιών του γίνεται της κακομοίρας. Απαγορεύεται η προβολή των ταινιών του στο Μεξικό. Το 196κάτι, ο Ελβις πρόκειται να πρωταγωνιστήσει στην ταινία Fun in Acapulco, που διαδραματίζεται στο Μεξικό. Φυσικά, σαν τη βόλτα του Νιλ Αρμοστρονγκ στο φεγγάρι, έτσι και τα πλάνα του Ελβις στο Μεξικό γυρίζονται στα στούντιο του Λος Αντζελες». Οταν τελείωσαν τα γυρίσματα και βγήκα απ' το διαστημόπλοιο, ήταν δεκαπενταύγουστος και μόνο το ίντερνετ είχε ξεμείνει στην άδεια πόλη.

(τα παραπάνω είναι συρραφή ανολοκλήρωτων κειμένων που νομίζω πως δεν δημοσίευσα, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος)