31 Ιαν 2019

Σλίπερυ γουέν γουέτ

Το πρωί, στο στενό πεζοδρόμιο μούρη με μούρη με τον αχώνευτο γείτονα του πρώτου ορόφου, δεν τον καλημέρισα, δεν με καλημέρισε, μαλάκα, μουρμούρισα μόλις τον προσπέρασα, μαλάκα, μουρμούρισε μόλις με προσπέρασε, και ακριβώς στην ώρα του μαλάκα γλίστρησα, αυτός νομίζω όχι, αυτή είναι μια από τις διαφορές μας που με κάνουν να τον αντιπαθώ, αυτός πατά γερά στα πόδια του, εγώ είμαι μάλλον ανισόρροπος, όλο γλιστράω και πέφτω και τα χέρια μου είναι γεμάτα κοψίματα, όχι από τις πτώσεις, που από τις πτώσεις η αγαπημένη μου είναι η δοτική, η πιο δύσκολη πάντως είναι η ελεύθερη πτώση, χωρίς αλεξίπτωτο, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, τα χέρια μου, έλεγα λοιπόν, γεμάτα κοψίματα από σελίδες χαρτιού που οι λέξεις τους δεν με ενδιαφέρουν ούτε τόσο δα, αλλά κι αυτές, εδώ που τα λέμε, καθόλου δεν νοιάζονται για μένα, μ' έχουν γραμμένο στα παλιότερα των δικών μου υποδημάτων τα οποία όλο γλιστράνε, και σε μια τέτοια γλίστρα, σήμερα το πρωί, καθώς έπεφτα, αποφάσισα να μείνω ξαπλωμένος ακίνητος καταμεσής του κινούμενου πλήθους, που μαζεύτηκε και με έκανε χάζι κι αναρωτιόταν βρε ζει ή για πέθανε ετούτος, κι ούτε ένας/μία να μου δώσει το φιλί της ζωής, καθώς σκεφτόμουνα ένα επιτραπέζιο παιχνίδι με τίτλο κάλπηco (λινκ) - παρότι η κρίση της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας δεν (θα έπρεπε να) είναι παιχνιδάκι - με απόνερα ελληνικού λαϊκισμού πίσω από το σλόγκαν «εμείς ανακαλύψαμε τη δημοκρατία και κοίτα τι της κάναμε», καθώς και με απόνερα μιας παιγνιώδους ελευθεριακής κουλτούρας στο σλόγκαν «φτου ξελευθεριά για όλους», το δε co στο κάλπηco προσδίδει έναν κορπορατικό χαρακτήρα σε αυτό το επιτραπέζιο παιχνίδι για όλη την αγία ελληνική οικογένεια και μάλιστα σε πολύ καλή προσιτή τιμή, εντέλει σηκώθηκα και σαν τηλεοπτικός μπάτσος απευθύνθηκα στο συγκεντρωμένο πλήθος «μουβ αλόνγκ πίπολ, δερζ νάθινγκ του σι χίαρ», και όλοι αυτοί σαν καλοί πολίτες πήραν τον δρόμο τους, μαζί τους κι εγώ στην αέναη μηχανική κίνηση του κόσμου, χαρούμενος που έστω και με κάποιες περιστασιακές βλάβες ή ακόμη και πτώσεις μπορούσα να έχω την ψευδαίσθηση πως είμαι ένας από αυτούς.

26 Νοε 2018

Για την πραγμάτωση μιας φανταστικής ποιοτικά λογοτεχνίας του φανταστικού με φαντασιώσεις

Περίμενα στην ουρά να μου σφραγίσουν τον καφέ, βλαστημούσα τη γραφειοκρατία, ε ρε (ή μήπως ΕΡΕ;) Κούλης που σας χρειάζεται σκεφτόμουν, και μετά πήρα τον καφέ στο χέρι και βγήκα όξω αλλά δεν ήταν σκέτος καφές αυτός, ήταν σκέτος γκρίζος, όπως όλα τα πράγματα έτσι κι αυτός είχε βυθιστεί στο γκρίζο, θεέ μου πόσες αποχρώσεις του γκρι έχεις δημιουργήσει, σκέφτηκα, μπας και με κάνεις να αγαπήσω τα εκτυφλωτικά χρώματα που με περιτριγυρίζουν καθημερινά, 9 με όσο πάει, πάει δεν πάει ο ΠΑΟΚ σας γαμάει, και μου φάνηκε αυτή η σκέψη μου για τις αποχρώσεις του γκρι ελαφρώς μελό και συνάμα ελαφρώς κίνκυ, σαν εκείνο το μυθιστόρημα με τις φαντασιώσεις, και πήρα πρώτον να τραγουδώ το so many shades of γκρι των Μισσιον, που εντάξει, green λέει, Μάρκο Σεφερλή πάρε με τηλέφωνο να σου γράψω κάνα νούμερο, και δεύτερον να σκέφτομαι για την αναγκαιότητα μιας λογοτεχνίας πραγματικών φαντασιώσεων ή ακόμη καλύτερα για την αναγκαιότητα μιας πραγματικά φανταστικής ποιοτικά λογοτεχνίας του φανταστικού με μπόλικες φαντασιώσεις που όμως θα συγγράφεται κυρίως και κατεξοχήν από τους αναγνώστες και εξηγούμαι: προκειμένου λοιπόν να καταλυθεί αυτή η αβάσταχτη εξουσία του συγγραφέα πάνω στο κείμενο πρέπει το κείμενο να μην το παραδίδει ο συγγραφέας στον αναγνώστη, αλλά να μπορεί να το φανταστεί ο αναγνώστης βασιζόμενος σε ένα εξώφυλλο και σε ελάχιστα, εν είδει λίστας, στοιχεία που θα δίνει ο συγγραφέας, του στιλ «αγγούρι, βούτυρο, Παρίσι, Ταγκό, κρεβάτι, δροσίζεται, τρώει, ρομπότ, διάστημα, γαλαξίας, Γαμιέται ο Δίας, Αφροδίτη», με τα οποία ο αναγνώστης θα πρέπει να φανταστεί το δικό του φανταστικό ποιοτικά μυθιστόρημα φαντασίας με φαντασιώσεις, τις οποίες, όμως, κι εδώ είναι το μεγάλο κόλπο, μετά θα πρέπει να πραγματοποιήσει ο συγγραφέας, ο οποίος με τον τρόπο αυτό θα έχει απολέσει πάσα εξουσία πάνω στο κείμενο αλλά και στον αναγνώστη, αντιθέτως θα έχει μετατραπεί σε άβουλο όργανο και υποχείριό τους.
Και μετά βγήκα από το γκρίζο ξερνώντας barcode πάνω σε χίλια χρώματα. 

 

18 Οκτ 2018

το μπαλάκι κι ο σκύλος

Περπατάει στο δρόμο, στέκεται στο φανάρι, στην τσέπη της ζακέτας ένα μήλο, μισοφαγωμένο, στην άλλη τσέπη ένα άδειο θερμός με καφέ, στέκεται και  κοιτάει τον σταμάτη περιμένοντας να σκάσει μύτη ο γρηγόρης, καμιά φορά, άμα δεν έχει πολύ κόσμο τριγύρω, τους μιλάει κιόλας, τι χαμπάρια, ρε μαλάκες, γαμάτε τίποτε; τους ρωτάει, αλλά συνήθως σκέφτεται ότι θέλει με κάποιον να μιλήσει, κάποιον να πάρει τηλέφωνο και δεν ξέρει ποιον, ίσως έναν αριθμό στην τύχη, ή έναν περαστικό στον πεζόδρομο όπου τώρα περπατάει ή εκείνη την τρελή γριά που βρίζει τούς πάντες, το πρωί τουλάχιστον μιλάει με τον κουλουρτζή, που παίζει μπιλιάρδο στο κινητό και του λέει κάθε φορά για το μπιλιαρδάδικο της νιότης του, αυτός δεν έχει τίποτε να πει για τα μπιλιάρδα, στη νιότη του μόνο βιβλία, που τα 'χει αποκηρύξει τώρα, όπως και το κίνημα της νιότης του, κι αυτό το 'χει αποκηρυγμένο, εσχάτως μάλιστα κατέληξε πως σε αμφότερα, όταν αυτά επικαλούνται, αποδίδονται θεολογικές διαστάσεις, μεταφυσικές, μαγικές, ότι και καλά τα βιβλία από μόνα τους είναι αρκετά για έναν καλύτερο κόσμο ή ότι το κίνημα, που ποτέ δεν είμαστε εμείς, αλλά είναι κάτι άλλο, πέρα από μας, και τού ζητάμε να μας βοηθήσει, θα μας σώσει, τέλος πάντων, δεν έχει και κανέναν να τα πει όλα αυτά, καλύτερα ίσως, ποιος να κάτσει να ακούσει τέτοιες μαλακίες, και συνεχίζει το δρόμο του, πρώτα ακούει και μετά βλέπει τον τύπο που σνιφάρει κόκα (ή κάτι άλλο) στο πεζούλι μιας εκκλησίας, η θρησκεία το όπιο του λαού, πόσο ταιριαστό, σκέφτεται, παραπάνω φοιτητές δίνουν ραντεβού στο ροκ μπαρ τρέχαγύρευε, το ίδιο στο οποίο δίνανε ραντεβού οι φοιτητές και πριν από είκοσι χρόνια, ίδιοι οι φοιτητές παντού και πάντα, πιο πέρα πρεζάκια, ίδια τα πρεζάκια, παντού και πάντα, λίγο πιο πάνω μούρη με μούρη με γνωστό δημοσιογράφο-λογοτέχνη κεντροαριστερό τσεγκεβάρα και τσοπερά, πφ, μεγάλωσε ο τύπος, αλλά θα μου πεις περάσαν τα χρόνια, τι πλάκα που δεν με ξέρει, σκέφτεται, κι εγώ ξέρω τόσα γι' αυτόν, πάνε χρόνια από τότε που με παίνευε χωρίς να ξέρει ποιος είμαι για κάτι που είχα γράψει για έναν συγγραφέα που 'χε πεθάνει, τώρα αυτός μεγάλωσε, κι εγώ δεν γράφω, σκέφτεται, αλλά τουλάχιστον εξακολουθεί να μη ξέρει, καλό είναι να μένουν κάποια πράγματα ίδια, λίγο μετά πατσατζίδικο, ουζερί, ένα σκυλί πολύ χαρούμενο που κυνηγάει το μπαλάκι, θα πιάσω κουβέντα με αυτό, το μπαλάκι, όχι τον σκύλο, ο σκύλος είναι χαρούμενος, δεν μου φταίει σε τίποτε ο καημένος.