20 Φεβ 2021

Δαρβίνος, η εξέλιξη των χαζών λογοπαιγνίων

Ήταν ένας άνθρωπος που δούλευε στην ΚΥΠ, κυπατζής στο τμήμα παρακολούθησης οπτικού ουτοπικού υλικού αλλά απολύθηκε γιατί αντί να βλέπει τα αντικείμενα, τα υποκείμενα και τα κατηγορούμενα παρακολούθησης, έβλεπε ολημερίς βίντεο στο γιουτιούμπ, απ’ αυτά με τα γατάκια, τα σκυλάκια, τα πιγκουινάκια και τα άλλα ζωάκια, και δεν παρέλειπε να πατά το κουμπί skip ad, για να αποφύγει τη διαφήμιση, κι εντέλει απολύθηκε γι’ αυτό, άραγε ποιο απ’ τα δυο; την εργασιακή του αμέλεια ή μήπως λόγω του σκιπ αντ, υπομονή η αλήθεια είναι κοντά, και για να τον εκδικηθούν οι μυστικές υπηρεσίες τον προσλάβανε στη θυγατρική τους, τον διαφημιστικό κλάδο, ως Skipατζή, δηλαδή κάποιον που θα πληρωνόταν να βλέπει ολημερίς βίντεο στο γιουτιούμπ, απ’ αυτά με τα γατάκια, τα σκυλάκια, τα πιγκουινάκια και τα άλλα τα ζωάκια, με την υποχρέωση να βλέπει ολόκληρες τις διαφημίσεις και μετά να σπεύδει skip βίντεο, μόλις ξεκινούσε το κανονικό βίντεο,  και επειδή χάζεψε από την πολλή διαφήμιση, κι έκανε διαρκώς ευτυχής χιχιχι, κατεληξε πίσω απ’ κάγκελα όχι της φυλακής, αλλά του ζωολογικού κήπου, ως χιμπατζής, διότι άμα τον βάζανε φυλακή, θα ήταν φυλπατζής, και τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει (ακόμα)

Εκεί (πού εκεί; μη μου πεις ότι δεν καταλαβαίνεις!) γνώρισε και τον τύπο που έτρωγε σουβλάκια, που μόλις είχε βγει απ’ το καζίνο, τι πιο φυσιολογικό από έναν ζωολογικό με πρώην κυπατζήδες νυν χιμπατζήδες σε κλουβιά στον προαύλιο χώρο ενός καζίνου που σερβίρει σουβλάκια, τραβάς τον μοχλό του κουλοχέρη σε σχήμα σουβλακίου και άμα κερδίσεις βρέχει σουβλάκια, και αντί για μάρκα ποντάρεις σουβλάκια, κι όλα αυτά γίνονταν εξαιτίας ενός ηλίθιου λογοπαιγνίου, που έκανε ένας άνθρωπος που έκανε ηλίθια αστεία, τι τρώνε ρε φίλε στα καζίνα; σουβlucky, για καλή επιτυχία, αστείο ε; χιχιχιχι, έκανε ο χιμπατζής, skip skip τι μαλακία είναι αυτή, φώναξε ο σκιπατζής, ενώ την ίδια στιγμή ο άοκνος κυπατζής παρακολουθούσε και κατέγραφε με την καμέρά του τα πάντα. 

13 Φεβ 2021

ο ενασανθρωποσπου

Ήταν ένας άνθρωπος που έγραφε παρατατικά κάτι αοριστίες, απερίγραπτες παρελθοντολογίες, που ξεκινούσαν συχνά με τη φράση «ήταν ένας άνθρωπος που», χωρίς καμία άλλη περιγραφή, γενικώς απέφευγε τις περιγραφές (τις μεταγραφές, τι προγραφές, τις απογραφές, τις γραφές, αγίες και αμαρτωλές) γιατί δεν ήξερε πώς να τις κάνει, ήταν ο χειρότερος στις περιγραφές, σαν σπίκερ ποδοσφαίρου που περιγράφει καλλιτεχνικό πατινάζ, το οποίο σημαίνει ότι ο άνθρωπος που έγραφε δεν ήξερε καθόλου τους άλλους ανθρώπους, παρά μόνον τον εαυτό του, δηλαδή ούτε κι αυτόν, είχε μείνει πολύ πίσω μεταξεταστέος στην πρώτη δημοτικού στο μάθημα της αυτογνωσίας, που είναι η μοναδική πραγματική πατριδογνωσία, διότι πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια, έτσι του είπαν κάποτε κι εντυπωσιάστηκε, αν και τα δικά του δεν θα καλοθυμόταν, για αυτό και δεν μπορούσε να τα περιγράψει, και κάπως έτσι, σαν τραύμα της παιδικής ηλικίας προέκυψε η αδυναμία του στις περιγραφές, εξ ανάγκης λοιπόν έγραφε γενικώς και αορίστως για «έναν άνθρωπο που», μέχρι που σκέφτηκε ότι έτσι υποσυνείδητα αποσκοπεί στο να ταυτιστεί ο κάθε αναγνώστης με τον «ενασανθρωσπου», δηλαδή με τον περιαυτολόγο, περιττολόγο, περιτωμματολόγο συγγραφέα, διότι χάριν της αοριστίας θα νιώσει πως αυτός ο ίδιος είναι ο «ενασανθρωσπου» και κατά συνέπεια έτσι, αν διαβαστούν αυτές οι αοριστολογίες απ’ όλον τον κόσμο, όλος ο κόσμος θα είναι ο ένασανθρωπουσπου, και άρα ο συγγραφέας, ο οποίος, όπως κάθε καλλιτέχνης μόνο με τον εαυτό του ασχολείται, δεν είναι και τόσο εγωκεντρικός εντέλει.

 


7 Φεβ 2021

ο άνθρωπος που αφού την άκουσε την είδε

Ήταν ένας εθισμένος στον ήχο που ήταν ηχολήπτης, δηλαδή λάμβανε ήχους, ταχυδρομικά απ’ όλον τον κόσμο, μέσα σε φακέλους, ήχους καθημερινούς αλλά και σπάνιους, ήχους εύθραυστους καλά τυλιγμένους με μπλίστερ, με τις φυσαλίδες ντε, που εννιά στους δέκα έχουν την τάση να τις σκάνε πατπατπατ, αλλά και ήχους βαριούς και ασήκωτους, βιομηχανικούς και μεταλλικούς μέσα σε τεράστια δέματα, και κάθε φορά είχε ένα έξης δίλημμα που ήταν το εξής, να ανοίξει τον φάκελο και ν’ ακουστεί ο ήχος, με κίνδυνο να μην ηχογραφηθεί και έτσι για πάντα να χαθεί, ή να κρατήσει τον φάκελο κλειστό, διατηρώντας τον ήχο για πάντα σφραγισμένο, ποτέ απελευθερωμένο,  με συνέπεια να μην ακουστεί ποτέ, καθιστώντας τον ήχο ανήκουστο, αρνούμενος έτσι στον ήχο την ίδια του την ύπαρξη, το έναν και μοναδικό του σκοπό, που είναι να ακούγεται, καθιστώντας τον μη-ήχο, άηχο, προφυλάσσοντας όμως έτσι τον κόσμο από ανεπιθύμητους ήχους, όπως του ρεψίματος, της κλανιάς, του κομπολογιού, του ταβλιού, των φρένων των λεωφορείων του ΟΑΣΘ, της τηλεόρασης, του κλιματιστικού, της ηλεκτρικής σκούπας, των εσεμές, των ρινγκτόουν, αλλά και στερώντας του υπέροχους ήχους όπως της φωνής της/του/των και του γέλιου της/τους/των, της σιγανής καλοκαιρινής βροχής, ακόμη και του τελευταίου χτυπήματος στην κιθάρα που γίνεται πηδώντας στον αέρα και χτυπώντας τις χορδές την κατάλληλη στιγμή, που ακόμη δεν έχω αποφασίσει αν αυτή η στιγμή είναι στην κορυφή του αλματος ή ακριβώς μόλις τα πόδια αγγίξουν τη γη,  και στη συνέχεια έγινε ο ηχολήπτης εγωιστής, δηλαδή άρχισε να ακούει τους ήχους μόνον αυτός, κρατώντας τους φακέλους κλειστους, αλλά με κάτι τεράστια ακουστικά σαν του γιατρού, στηθοσκόπια ντε, που αυτός τα έλεγε ηχοσκόπια, και μετά αποφάσισε να γίνει έμπορος των καλών ήχων,  να τους πουλά έναντι αδράς αμοιβής, και από ηχολήπτης κατήντησε παραλήπτης, δηλαδή λάμβανε ταχυδρομικά παράδες απ’ όλον τον κόσμο μέσα σε φακέλους.