07 Νοε 2009

Alice


Όταν πρωτοάκουσα την Alice Russell νόμισα ότι πίσω από αυτή τη φωνή κρυβόταν μια μαύρη παχουλούλα γυναίκα γύρω στο 1.70 το λιγότερο. Τελικά ένα ακόμα στερεότυπο καταρρίφθηκε, δείχνοντας ότι σόουλ και γκόσπελ τραγουδούν και μικροκαμωμένες λευκές Αγγλίδες, όπως πανκ μπορούν να τραγουδούν Έλληνες, μπάλκαν Γάλλοι και ρέγκε Γερμανοί. Η Άλις έπαιξε για δεύτερη φορά φέτος στο Παρίσι μαζί με την 8 μελή μπάντα της (ηλεκτρική, μπάσο, πλήκτρα, κρουστά, σαξόφωνο, τρομπέτα, τρομπόνι, βιολί) στο γεμάτο Bataclan. Το βίντεο είναι η λαϊβ στο Παρίσι διασκευή του Seven Nation Army με το οποίο πλάσαρα την Άλις στον ΠανωΚ. πριν καμία τριετία.


  • 2004 : Under The Munka Moon
  • 2005 : My Favourite Letters
  • 2006 : Under The Munka Moon II
  • 2008 : Pot of gold
http://www.alicerussell.com/showscreen.php?site_id=46&screentype=site&screenid=46
http://www.myspace.com/alicerusselluk

Read more...

05 Νοε 2009

Ζαχαροπλάστης ήτο ο πατήρ σου;

Συνέντευξη της απογόνου του ζαχαροπλάστου
στον δαιμόνιο συντάκτη του everything you know is wrong
Πανο Κρυφτούλη-Φτουξελευθερία

Μάλιστα κύριε Κρυφτούλη μου, ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς μου, ο Βάγγος Ρεμοντέλος με το όνομα. Για αυτό ήμανε γλυκιά, μη με κοιτάς που με πήρανε τα χρόνια, ήμανε εγώ σαν τα κρύα τα νερά, κι όλοι οι μορφονιοί στη γειτονιά με κυνηγάγανε, αλλά τι τα θες; Εγώ ήθελα καριέρα, να γίνω ρε μοντέλο, όνομα και πράμα, και μετά να γίνω σταρ στον κινηματόγραφο και στον πεντάγραμμο. Πέντε δάχτυλα πήρα όμως όλα κι όλα, και ξέμεινα στο ράφι του ζαχαροπλαστείου να πιάνω σκόνη δίπλα στους κουραμπιέδες.
Που λες, κρατάμε οικογενειακώς από γενιά πολύ σημαντικιά, γαλλικιά. Ενας προ-προ-προπάππος μου ήταν Γάλλος, απ' αυτούς που ζούσανε στο Μεξικό, μη με ρωτάς τι διάλο έκαμνε ένας Γάλλος στο Μεξικό και πώς εγώ έφτασα να είμαι ελληνίς στο Κορδελιό, δεν ξεύρω να σου πω. Ρεμοντέλ, λεγότανε, ή Γεμοντέλ, δεν ξέρω, μπορεί να μην μπορούσε να πει το ρο ή να μην μπορούσε να πει το γάμα.
Γάματα εν γένει κυριε Κρυφτούλη. Και ζούσε εις Μεξικόν, τον 19ο αιώνα, ασκώντας την τέχνη του ζαχαροπλάστου κι αυτός. Και περνούσε αυτός καλά, κι οι άλλοι χειρότερα, αλλά στα αρχίδια του τού προ-προ-προπάππου μου, αυτός να ήταν καλά, κι όλοι οι άλλοι να πάνε να γαμηθούν. Ε, και σε μια φάση που λες κυρ-δημοσιογράφε μου, αυτοί οι άλλοι, που μάλλον δεν περνούσαν τόσο καλά σαν τον Ρεμοντέλ, μανουριάσανε, παιχτήκανε και κάτι τσαμπουκάδες σε φάση αναμπουμπούλας, αναταραχής, ταραχής, σαν αυτής που τραγουδάει ο ΛεΠάς, αυγοταραχής, σαν αυτήν που προκαλούσε με τις ντρίμπλες του ο μέγιστος ο Χατζηπαναγής, κοινωνική εξέγερση να το πω, εμφύλια διαμάχη; Ο,τι κι αν ήταν, τον Ρεμοντέλ δεν τον ένοιαζαν τα εσωτερικά των Μεξικανών και οι βρομοπολιτικές τους. Αυτός ήθελε να ζει την ήσυχη ζωούλα του και να πουλά τα καιγαμώτα γλυκά του στους ντόπιους. Ελα όμως που του σπάσανε το μαγαζί. Και μια και δυο και τρεις φορές (ήταν σε σημείο κεντρικό, και γινόταν συχνά στόχος διασταυρούμενων πυρών). Ούτε κολυμπηθρόξυλο δεν έμενε, λαμπόγυαλο. Και απ' τη χαρά του πια δεν έλαμπε ο γερός ο Ρεμοντέλ. Ολα αυτά, κάπου στα 1828. Οταν ηρεμήσανε τα πράγματα και εγκαθιδρύθηκε μια ισχυρά κυβέρνησις, ο Ρεμοντέλ διεκδίκησε μιαν κάποιαν αποζημίωσιν. Και έπεσε στα πλοκάμια της σοβιετικού τύπου μεξικανικής γραφειοκρατίας. Και πώς να βγάλει άκρη; Να κάνει τι; Να κλείνει το ζαχαροπλαστείο για να τρέχει να πληρώνει χαρτόσημα, γρηγορόσημα και σιεστόσημα στους Μεξικανούς; Που αυτοί φταίγανε για το μαύρο του το χάλι; Ηταν δύσκολα χρόνια εκείνα κυριε Κρυφτούλη μου. Μη βλέπετε σήμερα στην Ελλάδα που έχουμε σοσιαλισμό και Παπανδρέου και επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης.
Είδε κι απόειδε ο προ-προ-προπάππος μου, ζήτησε τη μεσολάβηση του γαλλικού κράτους, που και τότε ένα μικρό μονάρχη είχε, μόνο που δεν είχε τόσο ωραία γυναίκα σαν αυτήν του κυρίου Σαρκοζί, αλλά είχε δύο ονόματα, και Λουδοβίκος και Φίλιππος, αλλά αν μου τα είπε καλά ο πατήρ μου, ο ζαχαροπλάστης, δεν είχε επίθετο, άρα τελικό αποτέλεσμα χι. Και αποφασίζει το γαλλικό το κράτος να απαιτήσει απ' το μεξικανικό αποζημίωση 600.000 πέσος, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο διά την εποχήν εκείνην, αν σκεφτείς ότι το μεροκάματο ήταν ένα πέσο. Και εκεί έγινε το τσιμπούρμπουλο, η διένεξις, πώς το λέτε εσείς οι μορφονιοί οι μορφωμένοι; Δώστα μου οι Γάλλοι, δεν στα δίνω οι Μεξικανοί, βρε θα μου τα δώσεις οι Γάλλοι, βρε τα αρχιδια μου θα παρεις οι Μεξικανοί, βρε θα σας πάρουμε και τα σώβρακα ξανά μανά οι Γάλλοι, μολών λαβέ το τρίτο το μακρύτερο μουλάρωναν οι Μεξικάνοι, ε πολύ θέλει; Εγινε πόλεμος εντέλει. (Θα μου πεις, μα καλά έγινε πόλεμος για πέντε κατεστραμμένες απ' το μεξικανικό Μπλακ Μπολοκ Μπλακ Φόρεστ; Τι τα θες; Κι ο Τρωικός έγινε για μια γκόμενα. Για να μη πω τίποτε για κάτι βραχονησίδες).
Πόλεμος λοιπόν. Δέκα χρόνια μετά. Το 1838. Αμ πώς! Της κακομοίρας έγινε. Κανόνια, μπαλωθιές, ναυτικό, αεροπορία, ιππικό, τοξότες, ολίφαντες, αρχαίοι Μακεδόνες με τις σάρισσες, πύραυλοι εδάφους εδάφους, σκουντ και πάτριοτ, διάφοροι κλανιστές και περδολάγνοι με θανατηφόρα χημικά αέρια... Της πουτάνας έγινε. Ε, σε μια φάση χώθηκε στη μέση και η Μεγάλη Βρετανία, βρε παιδιά, είπε σε Μεξικανούς και Γάλλους, look at the clock, it's almost tea time, δεν καθόσαστε να τα βρείτε; Ε, και καθίσανε και τα βρήκανε. Και υποσχέθηκε το Μεξικό να καταβάλει την αποζημίωση των 600.000 πέσος.
Τώρα αν την κατέβαλε ποτές στον προ-προ-προπάππου μου, τον εν Μεξικώ Γάλλο ζαχαροπλάστη ονόματι Ρεμοντέλ, τι να σας πω κύριε Κρυφτούλη μου, θα σας γελάσω. Αλλά αν την είχε πάρει, πιστεύετε πως εγώ θα ήμουν σήμερα στο ράφι ενός ζαχαροπλαστείου να κάνω ράστα στα κανταΐφια;


ΥΓ. Εν πολλοίς για την ανάρτηση αυτή ευθύνεται ο kapetank, που μου έδωσε αυτό το λινκ σήμερα το μεσημέρι.
Επίσης για τον Ρεμοντέλ πρωτοδιάβασα σήμερα, στο εξαιρετικό μυθιστόρημα του Κάρλος Φουέντες "Το κάθισμα του αετού", εκδ. Οπερα, μτφ. Κρ.Ηλιόπουλος. Και σημαντικότερο όλων: Πραγματικά στοιχεία για το Pastry War μεταξύ Μεξικου και Γαλλίας: 1, 2, 3

Read more...

01 Νοε 2009

Ζωή ποδήλατο

Ένας απ' τους ανέμους, που κάποτε ανεπιτυχώς κυνηγούσε σε μια απ' τις πρώτες αποστολές που του είχε αναθέσει η Υπερεσία, λυσσομανούσε. Τα πλοία δεν είχαν αράξει ακόμη κι αυτοί που φέρανε την καταχνιά μάταια προσπαθούσαν να διακρίνουν κάτι πέρα από την πράσινη πικρή θάλασσα. Λες να τη βάψανε πράσινη οι πασόκοι; Λες να την μολύνανε με την πράσινη ανάπτυξη; Θα βρέξει, οι κεραυνοί ξεσπούν. Μακριά, πέρα απ' την ακτή, πάνω απ' τα κάστρα της ελπίδος, συννεφιάζει, κι ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν, για να περάσει η ώρα, μετράει τ' αστρα μιας αγέλαστης άνοιξης.

Βγήκε στην ακτή. Έκατσε σ' ένα παγκάκι στην παραλία περιμένοντας να ξημερώσει. Λίγο παραπέρα κάποιος σούβλιζε το μικρό δάχτυλο του ποδιού μου. Σηκώθηκε και έκανε τράκα ένα τσιγάρο απ' τον Ντετέκτιβ Μπαϊράν, βάζοντας του κρυφά ένα χαρτάκι στην τσέπη. Αυτός τάχαμου αδιάφορα έψαξε στην τσέπη του, ξετύλιξε το χαρτάκι: μια διεύθυνση, τίποτε άλλο. Σκατά σύνδεσμος, σκατά πληροφοριοδότης.

Σε λίγο, να και το αντικείμενο, μεγάλο υποκείμενο, σύμφωνα με τις πληροφορίες, της παρακολούθησης. Μεσήλικας με πρόσωπο τσακισμένο, σκαμμένο. Κάποτε ωραίος άντρας, σήμερα ένας δραπέτης. Στα νιάτα του ήθελε να γίνει τενόρος. Πήγαινε συχνά στην αρένα όπου έδιναν εξετάσεις οι υπόψηφιοι τενόροι, κερδίζοντας τις πρώτες εντυπώσεις χάρη στην ομορφιά του. Στεκόταν ενώπιον των κριτών, ξυπόλητος στα αγκάθια, γυμνός ενώπιον του πλήθους, αλίμονο όμως, με το που άνοιγε το στόμα του, η γλώσσα του έβγαινε έξω, με έναν κούκο απάνω της, να χτυπάει την ώρα. Μετά τον κούκο, βγαίνανε άλλα πουλάκια, κάποια μάλιστα κάνανε και αυγά, τα οποία έπαιρνε το οργισμένο πλήθος και τα εκσφενδόνιζε στον αγγελικό υποψήφιο που δεν μπορούσε να τραγουδήσει, μόνον να κρώζει. Ο άπελπις τενόρος ήταν σε αδιέξοδο. Είχε άλλη μια ευκαιρία, του είχαν πει οι αρχόντοι. Αν δεν κατάφερνε να τραγουδήσει και πάλι, τότε θα τον παίρνανε και θα τον κάνανε ρολόι στην πλατεία. Ο υποψήφιος έβαλε τα δυνατά του, επουδενί δεν έπρεπε να βγει ο κούκος. Και τα κατάφερε. Ο κούκος δεν βγήκε. Ανοιξε το στόμα του κι από μέσα βγήκανε βατράχια. Τετέλεσται, του είπανε οι κριτές. Οι αρχόντοι, αφού πλέον τους ήταν άχρηστος ακόμη και ως ρολόι, τον κλείσανε στη Φυλακή του Κάτω Κόσμου, ένα απ' αυτά τα ιδρύματα με τα πειραματόζωα.

Εκεί στο γλυκοχάραμα, πήρε να βρέχει. Ομως ο πάλαι ποτέ φέρελπις τενόρος, νυν δραπέτης απ' το ίδρυμα, τραβούσε το δρόμο του χωρίς να δίνει σημασία. Από πίσω του, βρίζοντας θεούς και δαίμονες, και το γαμημένο το επάγγελμα, ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν. Και περπατήσανε ώρες πολλές μέσα απ' τα ψηλα, θυμωμένα στάχυα. Αργότερα η βροχή πήρε να κόβει. Ο δραπέτης στάθηκε μια στιγμή ακίνητος, κοιτάζοντας ψηλά, σαν να βρισκόταν σε έκσταση, περιμένοντας το ουράνιο τόξο. Μετά τράβηξε πάλι το δρόμο του, μέσα απ' τις κερασιές που είχαν ανθίσει και φέτος, και καθώς φυσούσε ένα γλυκό αεράκι τα άνθη έπεφταν απάνω στους δυο διάβατες σαν ευωδιαστό χιονάκι. Ο Μπαϊράν συνέχισε να καταριέται το επάγγλεμά του και τη μοίρα του που γεννήθηκε σε αυτή τη χώρα, και όχι στην Ιαπωνία, όπου, όπως είχε πρόσφατα κάπου διαβάσει, οι εργαζόμενοι, καθε χρόνο, όταν ανθίζουν οι κερασιές, παίρνουν τριήμερη άδεια για να τις απολαύσουν. Αρχίδια σοσιαλισμό έχουμε, σκέφτηκε πικρά, μετανιωμένος για την πρόσφατη ψήφο του.

Φτάσανε στην πόλη. Πλέον ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν ήταν σίγουρος για τον προορισμό του δραπέτη: οδός Αβύσσου, αριθμός 0. Καθώς προχωρούσανε ο ένας πίσω απ' τον άλλο, ο αστικός ιστός έχανε το χρώμα του σταδιακά, έγινε σέπια κι εντέλει ασπρόμαυρος. Ο δραπέτης έστριψε σε ένα στενό δρομάκι, την οδό Αβύσσου. Πίσω του έστριψε και κοντοστάθηκε ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν. Στη μια άκρη του δρόμου ένας σωρός από σορούς σαραβαλιασμένων ποδηλάτων, στην άλλη μια γυναίκα, στο άνοιγμα μιας πόρτας, φορεί μια ζακέτα, που της φτάνει μέχρι τους ασταγάλους. “Κόπιασε”, λέει του τενόρου “να σε φιλέψω το κρασί των δειλών”.

Ξέρω πως, αν έλθω μέσα μαζί σου, της απαντά αυτός, θα κλάψω αύριο. Οπότε αντίο... καληνύχτα ζωή.

Κι αρπάζει ένα ποδήλατο απ' το σωρό κι αρχίζει να κάνει πετάλ σαν τρελός.

Μέλιο! φωνάζει αυτή. Δεν είμαι η Ζωή, η Αγράμπελη είμαι! Μάταια όμως. Είχε ήδη γίνει μια κουκίδα στον ορίζοντα.

Ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν τα είχε πάρει στην κράνα: έβγαλε το καπέλο του, το δάγκωσε, το μασούλησε με μανία, το πέταξε κάτω, το τσαλαπάτησε. Πάλι του ξέφυγε το κάθαρμα. Πάλι θα τον κατσάδιαζαν στην Υπερεσία: Ηταν δυνατόν κοτζάμ ντεντέκτιβ και να μην ξέρει ποδήλατο;





Read more...

30 Οκτ 2009

Ολα τα μπάνια μυρίζουν ίδια,
όταν... αποπατάς

Είμαι ένας άνθρωπος με παραξενιές (σώώώώπα) και εμμονές. Μία απ' αυτές είναι η απέχθεια που τρέφω προς τη φράση "αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται" (τα 'χω ξαναπεί). Μιλάμε, μπορώ να γίνω πολύ βίαιος, όταν τ' ακούω αυτό, έτσι όπως μόνο ένας Ελλην, γνήσιος απόγων του Ηρακλέως μπορεί να γίνει. Η πρόσφατος ειδησεογραφία όμως, ντάρλινγκζ, είναι εδώ για να με κάνει να διατηρώ τα φρένα μου σώα και την ψυχική μου διάθεση ήρεμη, στα όρια του επίπεδου, του φλατ ντε, που λένε και οι Αγγλοι, ουχί του διαμερίσματος αλλά του ξεφούσκωτου, του φούιτ που λέμε κι εδώ πάνω στο Σάνσίτι του Κροσίτυ στο Γουεστ Σάιντ οβ δε Σαλόνικα σίτυ. Τουρνέ στας Ευρώπας λοιπόν αγάπες μου με φωτογραφίες κλεμμένες από πού δεν μπορώ να σας πώ, μέχρι να με βάλουν μέσα, οπότε και θα τους ρουφιανέψω όλους, δικαίους και αδίκους.

Λέγεται συχνάκις με αφορμή τις εκάστοτε μαθητικές / φοιτητικές κινητοποιήσεις: Τα τσογλάνια, τα θρασίμια, τα αμούστακα, που δεν ξέρουν τι θέλουν, που δεν έχουν αιτήματα, που κλείνουν τους δρόμους, που το μόνο που θέλουν είναι να χάνουν μαθήματα, αλλά τι τα θες; οι μαθητικές-φοιτητικές κινητοποιήσεις αποτελουν ένα καθαρά ελληνικό φαινόμενο. Σε όλα τα άλλα τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση περνούν χωρίς αντιδράσεις. Σωστά: για του λόγου τ' αληθές, μια καρτ ποστάλ απ' την Αυστρία.


Και φυσικά η Ευρώπη είναι τόσο μα τόσο ανεκτική, τόσο φιλελεύθερη, τόσο μα τόσο έτοιμη για την πολυσυλλεκτικότητα, τον πολυπολιτισμό και την... πολυπολυτότητα. Μόνον στην Ελλάδα ευδοκιμεί ο ρατσισμός (δεν διαφωνώ, ευδοκιμεί και με το παραπάνω...). Για του λόγου τ' αληθές, η πολυσυλλεκτική, μούλτι κούλτι, πολιτισμένη, φιλειρηνική, ανθρωπιστική, χώρα της σοκολάτας, η Ελβετία, και συγκεκριμένα η αφίσα αυτή στην πόλη της Ζυρίχης.

Νικολά: Ρε μαλάκα τι βρομάει έτσι;
Ο άλλος, υποθέτω γνωστός αλλα βαριέμαι να ψάχνω ποιος: Ρε μαλάκα, δεν το ήξερες;
Ολα τα μπάνια είτε φτηνά, είτε ακριβά, το ίδιο βρομάνε όταν χέζεις...


Και ορίστε, ορίστε το τελευταίο πειστήριον. Θυμάστε, είμαι βέβαιος, την ιστορία με τη "ροζ βίλα" που είχε χτίσει μακαρίτης έλλην πρωθυπουργός για τη νεότατην πρώην αεροσυνοδόν σύζυγόν του. Και τη λάσπη περί του αριθμού των βεσέδων. Παρόμοια επίθεση είχε εξαπολυθεί την ίδια περίοδο απ' την κυβερνητική ομάδα και προς τον αρχηγό της τότε αντιπολίτευσης και πατέρα της σημερινής σχεδόν σίγουρης νέας αρχηγού του κεντροδεξιού ελληνικου κόμματος. Ολοι τότε, αρχές του '90, σχολιάζαμε πόσο πολύ πρέπει να χέζει ο ψηλός και τι σκατά τους θέλει τόσους καμπινέδες... Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά, φυσικά. Και στη Σαρκοζία, μπαρδόν, την Γαλλίαν ήθελον είπον... Ακούσατε προφανώς την πρόσφατην είδηση περί του κόστους του σαρκοζικού βεσεδίου...

Αχ, τα είπα και ξεθύμανα. Καιρό είχα να μείνω τόσο αργά, βάρδια, στη δουλειά, κι έπρεπε να ξεθυμάνω λίγο. Και αν είπα μια μαλακία παραπάνω, να με σχωρνάτε. Η παρορμητικότητα που με διακρίνει είναι καθαρά ελληνική ιδιότητα (χοχο).

Read more...

28 Οκτ 2009

Ψαρεύοντας στο θολό τοπίο της σοσιαλδημοκρατίας

Μια σειρά από αστεία άρθρα στην Αυγή δείχνουν ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός σχηματισμός που εκδίδει την εφημερίδα βρίσκεται σε ιδεολογική τρικυμία. Πολύ περισσότερο δείχνουν όμως ότι οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με κάποιους από αυτούς που γράφουν στην Αυγή. Τελευταία αφορμή για τα παραπάνω αποτελεί το χθεσινό άρθρο του Σ. Κουρουζίδη που ουσιαστικά αναπαράγει τις ιδεολογικές συγκρούσεις στο μυαλό της Σώτης Τριανταφύλλου, όπως αυτές φαίνονται στη συνέντευξή της για τα Εξάρχεια στην Ελευθεροτυπία ("Η ανομία είναι αντεπαναστατική").

Το άρθρο της Αυγής θα μπορούσε κάλλιστα να το υπογράφει και ο ίδιος ο Χρυσοχοΐδης καθώς α) στοχοποιεί μια γειτονιά, θεωρώντας τη κέντρο παραβατικότητας, β) παρουσιάζει ως κοινωνική ανάγκη την ύπαρξη αστυνομίας, γ) θεωρεί ότι αυτή η αστυνομία δεν είναι δα και τόσο κακή (όπως στον υπαρκτό σοσιαλισμό), δ) σημειώνει ότι πολλές από τις συλληψεις γίνονται σωστά και κακώς διαμαρτυρόμαστε και ε) αναφέρει ότι η Αθήνα κάηκε το Δεκέμβρη και ότι οικονομικά καταστράφηκε το κέντρο της Αθήνας λόγω αυτής της εξέγερσης.

Πραγματικά πιο αντιδραστικό άρθρο είχα χρόνια να διαβάσω στην Αυγή ειδικά σε μία τόσο ευαίσθητη στιγμή που προσπαθεί να καλλιεργηθεί ένα κλίμα με στόχο συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους. Δε θα σχολιάσω πόσο φαιδρά είναι όλα τα παραπάνω που λέει το άρθρο και τις επικίνδυνες λίαν Πρετεντερικές αποχρώσεις του. Θα σταθώ μόνο σε ένα. Στην ιδανική κοινωνία του ΣΥΝ ο μπάτσος θα είναι απαραίτητος σύμφωνα με τον κ. Κουρουζίδη (κοινωνική-κατασταλτική λειτουργία το ονομάζει). Το μετασχηματισμό της κοινωνίας θα τον επιτύχει ειρηνικά (κοινοβουλευτικά προφανώς), καθώς η "βία και η ανομία είναι αντεπαναστατικά και αντιαριστερά".

Δεν έχω καμία ψευδιαίσθηση ότι ο ΣΥΝ έχει καμία σχέση με τον Μαρξ ή τον Λένιν. Αλλά δεν ήξερα ότι κάποιοι που γράφουν στην Αυγή εκτός από την πολιτική συγκρότησή τους έχουν μαλώσει και με την επιστήμη της ιστορίας. Το όνομα Ροβεσπιέρος δεν τους λέει κάτι; Δεν έχουν μάθει ότι αν δεν υπήρχε η βία ακόμη θα είχαμε τους Λουδοβίκους και τους Σουλτάνους; Ή μήπως τώρα που έχουμε "δημοκρατία" δεν υπάρχει ταξική πάλη;

Read more...

27 Οκτ 2009

H απλή μέθοδος του τρίτου
ή και περισσότερου ανθρώπου

Ξετύλιξε βιαστικά το τσαλακωμένο χαρτί που ένας άγνωστος περαστικός τού εγχείρισε προσπερνώντας τον τάχα μου αδιάφορα: «Η σωφρονιστική υπάλληλος Χ. και ο δημόσιος υπάλληλος Π. αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Ωστόσο είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Αποστολή σου είναι, μέχρι το τέλος αυτής της ιστορίας, να τους φέρεις σε επαφή με κάθε τρόπο ώστε να πέσουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Αυτό το μήνυμα θα αυτοκαταστραφεί πνιγμένο στο αλκοόλ».
Ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν βλαστήμησε, έβρισε, καταράστηκε την τύχη του, τη μοίρα του, το ριζικό του, τους χίλιους κεραυνούς και τα γαμημένα τα αφεντικά, δεξιά και αριστερά. Αυτή η υπόθεση βρομούσε. Μπήκε στο πρώτο μπαρ που βρήκε μπροστά του. Κατά σατανική σύμπτωση, ήταν εκείνο όπου του είχανε σερβίρει ένα καβλί με ιστορία, αντί για το κοκτέιλ που είχε ζητήσει. Ο χώρος δονούταν από το εκθαμβωτικό μετά-κράουτ ροκ των Beak. Προφανώς ο ντιτζέη επιδιδόταν σε wyatting με αξιοσημείωτη επιτυχία: το μπαρ ήταν έρημο, μια Γκουανταλαχάρα στην καρδιά της τρελής μεγαλούπολης. Παρήγγειλε Τζέημσον με πάγο και βύθισε μέσα στο ποτήρι του το χαρτί που έπρεπε να αυτοκαταστραφεί. Αναψε τσιγάρο και θρήνησε σιωπηλά για τα χαμένα δέντρα του Αμαζονίου, τα οποία τόνοι αλκοόλ έχουν καταστρέψει όλα αυτά τα χρόνια που ασκούσε το κωλοεπάγγελμα.
Βγήκε απ’ τον θρήνο γευόμενος μια ξαφνική πίκρα: κάπνιζε πλέον το φίλτρο. Ξέπλυνε το στόμα του με μια τελευταία γουλιά Τζέημσον, πλήρωσε και έφυγε απ’ το μπαρ. Είχε δυο-τρεις παλιούς συμμαθητές που -όπως άλλοι γίνονται μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι, μεγαλοδημοσιογράφοι, μεγαλέμποροι, μεγαλομαλάκες, μεγαλογαμιάδες- είχαν γίνει μεγαλομπάτσοι, στα ανώτερα κλιμάκια της ΓΑΔΑ. Η έρευνά του έπρεπε να αρχίσει από κει. Μετά την πρόσφατη κυβερνητική αλλαγή, πλέον η Αστυνομία είχε το ελεύθερο να τα ξέρει όλα, να τα κάνει όλα και να είναι η Λόλα.
Στο σπίτι της Λόλας, που μύριζε χοιρινό καμένο, τρόμο και περιττώματα ερπετών, ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν βολεύτηκε σε έναν υπολογιστή, όσο η Λόλα τού ετοίμαζε έναν γκαϊφέ βυζαντινό, γλυκύ βραστό. Μπήκε στη βάση δεδομένων, έγραψε τις λέξεις-κλειδιά και άρχισε να διαβάζει:
Η Χ., σωφρονιστική υπάλληλος σε ένα σωφρονιστικό κατάστημα μιας μεγάλης πόλης στο Βορρά, προτιμούσε να συστήνεται ως δεσμοφύλακας. Ο Π. ήταν δημόσιος υπάλληλος, γραφέας β’ για την ακρίβεια, σε περιφερειακή υπηρεσία ενός υπουργείου, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη του Νότου. Η Χ., σεξομανής αλλά αγαπούσε πολύ και το διάβασμα. Ο Π., μανιώδης αναγνώστης αλλά ανέραστος. Η Χ., όταν φορούσε τη στολή, τρομαχτική, νταρντάνα, ανδρογυναίκα, μια φονική μηχανή με δύο πόδια, ο φόβος και ο τρόμος των κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές όπου υπηρετούσε. Όταν όμως έβγαζε από πάνω της τη στολή του δεσμοφύλακα, μεταμορφωνόταν σε γυναικάρα, επιβλητική μεν αλλά καβλιάρα, ερωτική, μουνάρα. Δεν ήταν σεξιστής ο συντάκτης της αναφοράς που μελετούσε ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν, η ίδια η Χ., μέσα της, έτσι ένιωθε. Ο Π., ό,τι και αν φορούσε, πάντα ο ίδιος: αόρατος, ανύπαρκτος, ελάχιστα πιο σημαντικός για την ανθρωπότητα απ’ τη βρομιά που μαζεύεται στο νύχι του ποδιού ενός ποδοσφαιριστή που αγωνίζεται στα ξερά του περιφερειακού πρωταθλήματος. Δεν ήταν προκατειλημμένος απέναντι στον Π. ο συντάκτης της αναφοράς που μελετούσε ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν, ο ίδιος ο Π. ένιωθε έτσι. Η Χ. είχε πρόσφατα εμπλακεί σε μια τρόπον τινά δυσάρεστη υπόθεση: εκκρεμούσε εις βάρος της μια έρευνα των Εσωτερικών Υποθέσεων περί σεξουαλικής παρενόχλησης ανδρών συναδέλφων της και -σε μια περίπτωση- βιασμού ενός εξ αυτών. Η κυνική ομολογία της Χ. -«ναι, το έκανα, τους κακομεταχειρίστηκα όπως τους άξιζε, όπως το ήθελαν, και όπως, στην τελική, τους άρεσε»- δεν βοήθησε καθόλου την πορεία των ερευνών, καθώς ερχότανε σε πλήρη σύγκρουση με τις καταθέσεις των φερόμενων ως θυμάτων, που την αθώωναν επιμένοντας μάλιστα να τονίζουν τα προτερήματα της Χ., τη συναδερφικότητά της, τον επαγγελματισμό της και την ευεργετική για τους ίδιους αυταρχική και ενίοτε βάναυση συμπεριφορά της. Στη ζωή του Π., αντίθετα, όλα κυλούσαν όπως πάντα, επίπεδα, χωρίς αναταράξεις, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Μόνη του χαρά, μοναδική του μανία, τα βιβλία –διάβαζε πολύ και πολλά ταυτόχρονα: άλλο βιβλίο πριν από τον ύπνο, στο κομοδίνο ακουμπισμένο, άλλο βιβλίο στο χέσιμο, αφημένο πάνω στο πλυντήριο, ενίοτε και μέσα, άλλο βιβλίο για τις διαδρομές με το λεωφορείο, μέσα στην τσέπη, παρότι σπανίως διάβαζε βιβλία τσέπης ο Π.
Ο ντετέκτιβ Μπαϊράν ξεφύσηξε, αναστέναξε, μουρμούρισε «βρε τι τρελάρες είναι ετούτοι οι δύο», και εκσφενδόνισε απ’ το παράθυρο τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, έφερε τούμπα το γραφείο, κλώτσησε δυο τρεις καρέκλες, έσπασε τα βοημικά βάζα και τα κρύσταλλα Κίνας, άρπαξε τον βυζαντινό, γλυκύ βραστό γκαϊφέ που τού έφερνε η Λόλα και της τον πέταξε στη μούρη, αυτή ούρλιαξε απ’ τον πόνο, της έκανε κεφαλοκλείδωμα, την πέταξε στα σχοινιά και όπως επέστρεφε προς τα πάνω του με δύναμη, άφησε το αποτύπωμα της Βέρμαχτ μπότας του στο δόξα πατρί της, κατόπιν ανέβηκε στη γωνία που σχημάτιζαν τα σχοινιά, εκτοξεύτηκε στον αέρα και έπεσε με όλη του τη δύναμη και το βάρος στο κορμί της Λόλας. Της σήκωσε το ένα πόδι και άρχισε να μετράει φωναχτά: «Ένα, δύο τρία, τέλος! And the winner is the super fantastroumfikos Ντετέκτιβ Μπαϊράν!».
Ενιωθε καλύτερα, το χρειαζόταν να ξεδίνει μια στο τόσο ο έρμος επί δικαίων και αδίκων. Πλέον ένιωθε έτοιμος να συντάξει τη δική του αναφορά προς την Υπερεσία. Πήρε ένα μολυβι, σάλιωσε την άκρη του, και έγραψε σε ένα χαρτάκι ρίζλα:
«Υπόθεση εργασίας, προς την Υπερεσία, απ’ τον Ντετέκτιβ Μπαϊράν με αντικείμενον την (πολύ ωραίαν γκόμεναν ομολογουμένως και αρκούντως ερεθιστικήν) σωφρονιστικήν υπάλληλον Χ. και τον (μέγαν τζιτζιφιόγκον και μέγιστον λαπάν) δημόσιον υπάλληλον Π. Ζητούμενον: η ακόρεστος, ορμητική, αυταρχική δεσμοφύλαξ Χ. πρέπει να συναντηθεί παντοιοτρόπως με τον αφελήν, ανέραστον, φλούφλην, βιβλιόφιλον Π. Το πρόβλημα ετούτο θα λυθεί ακολουθώντας την απλήν μέθοδον του τρίτου ανθρώπου, βάζοντας εις το παιχνίδι ένα τρίτον ή και περισσότερον πρόσωπον, το οποίο θα φέρει σε επαφή Χ. και Π. Προτείνουμε το τρίτον πρόσωπον να είναι η πλούσια βιβλιοθήκη της Χ., η οποία θα εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητόν εις την Χ., επικεφαλής του οποίου θα τεθεί ο Ηλίας Κανέτης ο Στραβός με την Τύφλωσή του, τεχνηέντως οδηγώντας τη Χ. προς Νότον. Την ίδιαν στιγμήν, έτερη ομάς, απ’ την βιβλιοθήκην του Π., θα πραγματοποιήσει τα απάνθρωπα, αμπουγκρεημπικού τύπου βασανιστήρια εις τον δύσμοιρον Π. Λόγω της κρισιμότητός της και καθότι ο άμεσα αρμόδιος κύριος Ντε Σαντ ασθενεί με νέαν γρίπη, η επιχείρηση ετούτη θα διευθυνθεί απ’ τη δυαρχία των Αλδαπουέρτα μετά των Οφθαλμών του και Μπρυκνέρ μετά των Μαύρων Φεγγαριών του. Τεχνηέντως ετούτη η ομάς θα ζμπρώξει προς Βορράν τον Π. Κάπου προς την μέσην, και αφού θα έχουν καταβάλλει τα ανάλογα διόδια εις την εθνικήν οδόν, οι δύο -καταδικασμένοι να γίνουν εραστές- ερασταί της λογοτεχνίας θα συναντηθούν. Και θα είναι τόσα τα δεινά που θα έχουν τραβήξει, που θα αντιληφθούν ότι πλέον δεν υπάρχει παρηγοριά στην λογοτεχνία, όπως έχει γράψει και ο Ροβέρτος Βολανιος, τους στίχους του οποίου έχει μελοποιήσει ο Σώτης Βολάνιος εις την μεγάλην του επιτυχίαν ‘Τίκι Τάκα στο τσάκα τσάκα’. Κατόπιν τούτων, η υπόθεσις θα θεωρηθεί λήξασα. Αυτό το μήνυμα, γραμμένον σε τσιγαρόχαρτον ρίζλαν, θα αυτοκαταστραφεί με τη χρήση μαλακών ναρκωτικών ουσιών (μπάφος)».
Case Closed.

ΥΓ. Η ιστορία, κατόπιν αιτήματος σχετικού της συνιστολόγου Go-Go. Αυτή φταίει.
Βίντεο πρώτο: Οι Beak που ακούγονται στο μπαρ όπου μπαίνει ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν.


Βίντεο δεύτερο: Οι Ντετέκτιβμπαϊράν, στους οποίους χρωστάει την ύπαρξή του ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν.

Read more...

(Διαφήμιση)
Πεινάς;

Αν ναι, μην κάθεσαι εδώ. Τράβα εκεί. Κερνάει ο Σκορδοπούτσογλου.
Μακριά από υγιεινισμούς, καθωσπρεπισμούς και βιολογικά προϊόντα.
Εκεί που ο Καντ συναντά του κρέατος την... ίνα(;;;): Στην καντίνα.

Read more...

26 Οκτ 2009

Ταξραπή στα Κύθηνα.
Αστρίδι στην Αθήρα.

Μια πράσινη πιπεριά, μεγάλη, πολύ μεγάλη, τεράστια, σαν νταλίκα, κέρατο. Τη μετέφεραν πάνω στο ειδικό αμαξίδιο των σιδηροδρόμων, για να τη βάλουνε στο τούνελ, το οποίο είχε υποστεί ειδική μετατροπή σε ιταλικό ξυλόφουρνο. Κι ήταν μάγκες αυτοί με την πιπεριά. Οχι σαν τους άλλους, τους ανίδεους, που είχανε κρεμάσει την μπουγάδα απ' τα ζέπελιν, και αιωρούνταν τα άπλυτά τους στη στρατόσφαιρα.
Αλλά ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν δεκάρα δεν έδινε για όλα αυτά.
Μπήκε στο μπαρ και όλα τα βλέμματα έπεσαν απάνω του, όμως, καθώς αυτός ήταν κατά βάθος πολύ μαλακός, δεν χτύπησαν πολύ. Βολεύτηκε στην μπάρα και ζήτησε απ' τον μπάρμαν ένα καβλί με ιστορία.
“Ενα καβλί με ιστορία για τον κύριο εδώ, τον μερακλή, το μέγα μουστερή”, είπε αυτός στην ενδοεπικοινωνία.
Αργά, σειάμενο κουνάμενο, εμφανίστηκε ένα καβλί με ιστορία και κάθισε στο σκαμπό δίπλα στον ντετέκτιβ Μπαϊράν. Σταύρωσε τα αρχίδια του (μην ανησυχείτε, θα αναστηθούν και αυτά), άναψε τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό στη μούρη του Ντετέκτιβ Μπαϊράν.
Τι μπορώ να κάνω για σένα”; ρώτησε.
“Θέλω την ιστορία σου”, είπε αυτός, “αλλά τη θέλω μεγάλη. Εσύ πόσο την έχεις;”
“Πολύ μεγάλη”, αποκρίθηκε το καβλί με ιστορία παίρνοντας μια βαθιά ανάσα: “Εχω δείρει, ξυλοκοπήσει, προπηλακίσει, έχω βασανίσει, ξυλοφορτώσει, καταχεριάσει, έχω γρονθοκοπήσει, κλωτήσει, λιανίσει, εχω μισερωσει, διαλύσει, διαμελίσει, έχω ρουφιανέψει, καταδώσει, ψευδομαρτυρήσει, έχω διαβάλλει, συκοφαντήσει, επίσης έχω ξυλομαυρίσει, ξυλοτοπιάσει, ξυλομπαλονιάσει, έχω βρεχοξυλιάσει, σπασοξυλιάσει βιδοποιήσει, κομματιάσει, αλατοποιήσει, μπερταχιδώσει, γαμοδείρει...”
“Λες ψέματα”, τόλμησε να κόψει το καβλί και να διακόψει την ιστορία του ο Ντετέκτιβ Μπαϊραν, βέβαιος πως τελικά την είχε μεγάλη την ιστορία και τη φαντασία, και θα τράβαγε σε μάκρος, αν όχι και σε πάχος.
“Δεν λέω ψέματα χρυσό μου, είμαι ψέματα, η υπόσχεση που έδωσε ένας σαχλαμάρας στους φίλους του ότι μια μέρα θα γράψει ανερυθρίαστα για το καβλί με ιστορία, για το κοκτέιλ (εκρηκτικό, μολότοφ ή απλά πολύχρωμο)”.
“Δηλαδή, σαν να λέμε, δεν υπάρχεις;” ψέλλισε ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν συνειδητοποιώντας άξαφνα ότι δίπλα του δεν καθόταν κανείς.
Αποτέλειωσε το κοκτέιλ του, άφησε ένα χαρτονόμισμα στο μπαρ. Βγήκε έξω, σχημάτισε έναν αριθμό στο κινητό του τηλέφωνο: “Η υπόθεση έκλεισε με επιτυχία. Τελικά μεταξύ αυτών που γράφουν και αυτών που δεν γράφουν είναι προτιμότερο να διαβάζει κανείς αυτούς που δεν γράφουν”.
Λίγο παρακάτω κάποιος του έβαλε μια μπατανόβουρτσα στο χέρι: “Βούτα την σε αγνό παρθένο ελαιόλαδο και επάλειψε την πιπεριά”.



υγ. Για τους Σαββατοκυριακάτικους, δυο-τρεις φορές το χρόνο, φίλους.

Read more...

About This Blog

  © Blogger template PingooIgloo by Ourblogtemplates.com 2009

Back to TOP