8 Οκτ 2018

Back from the living

Τα τείχη ήταν φτιαγμένα από χρώμα, κρυμμένος πίσω από μια σελίδα χαρτί, σε στάση αναφανδόν πρηνηδόν ξερνούσα barcode οπλισμένος με κολλητική ταινία, που ήταν η καλύτερη ταινία που είχα δει ποτέ στη ζωή μου και την έβλεπα με μεγάλη ευχαρίστηση ξανά και ξανά.
Είχαμε ξεκινήσει μέρες, μήνες, χρόνια πριν για τη συναυλία που θα δίνανε τα Μωρά στη Φωτιά, εγώ, που θα με προσδιόριζα ως έναν αδιάφορο ιστορικό ενεστώτα, ένας συμπαθητικός παρακείμενος κι ένας αντιπαθητικός τετελεσμένος μέλλοντας, αλλά μας πρόλαβε ο πόλεμος, τα βόλια βρήκανε πρώτα τον συμπαθητικό παρακείμενο που κείτεται νεκρός δίπλα μου στο χρωματιστό μας μετερίζι, ο δε αντιπαθητικός τετελεσμένος μέλλοντας έκλεψε το άλογο ενός καβαλάρη και λιποτάκτησε φωνάζοντας τετέλεσται και σαλπίζοντας τη συντέλεια του κόσμου. Ηρθαν και τα παιδιά απ' τις γειτονιές με τα φορτηγά και προς στιγμήν νόμιζα πως ήταν για τη συναυλία, αλλά στάθηκαν καταμεσής του δρόμου, γκαβλωμένα με την προοπτική του πολέμου και λογάριαζαν πόσους και πώς θα σκοτώσουν, πού θα στήσουν την ενέδρα, κάνανε κάλυψη - απόκρυψη αριθμού και φραγή εισερχομένων εχθρών. Τούς μαζέψανε στην εκκλησιά, να τους ευλογήσουν, εγώ στάθηκα στον πρόναο, δεν μπήκα παραμέσα -κι όταν βγήκα, ελπίζοντας σε μια διαφυγή την ύστατη στιγμή καβάλα ίσως απάνω σε μια από θεού μηχανή, σε μια από μηχανής θεά, σε έναν από θεού θεό, προς θεού δεν κάνω διακρίσεις όταν έχει να κάνει με το συμφέρον μου, βρήκα μια τετράτροχη, αργοκίνητη μαύρη χελώνα να κατουρά το πάλαι ποτέ χρωματιστό μου μετερίζι. Στο βάθος του ορίζοντα ο Χέρμπι το κατσαριδάκι και η μια κατσαριδούλα Μικρή Τερέζα τρέχανε να ξεφύγουν από χημικά που έριχνε ο ουρανός αυτοπροσώπως.
Ξέρασα ξανά μπαρκόουντ. Η ζωή κι ο θάνατος σε επανάληψη είχαν μόλις αρχίσει ξανά.

14 Μαΐ 2018

(κουλτ)ουροσυλλέκτης ή όταν θα πάω στον τρελογιατρό

Υπάρχουν λογιώ λογιώ συλλογές, ας πούμε κάποιοι συλλέγουν έργα τέχνης, πίνακες, γλυπτά, αρχαιολογικά ευρήματα, δίσκους βινυλίου, βιβλία, πεταλούδες, γραμματόσημα, κούκλες, ο προϊστορικός άνθρωπος συνέλεγε τροφή, ο καπιταλιστής άνθρωπος συλλέγει πλούτο, σε μια ταινία ένας συνέλεγε αποτσίγαρα με κοκκινάδι μοιραίων γυναικών που περάσανε από το καφέ του, είχα ακούσει για κάποιον που συνέλεγε νύχια, υπάρχουν κι οι συλλέκτες εμπειριών, ερωτικών και μη, άμα γράψετε στο γκουγκλ «οι πιο περίεργες συλλογές του κόσμου» θα βρείτε ένα σωρό άρθρα κι ένα σωρό περίεργες συλλογές, εκτός απ' αυτήν για την οποία γράφω τώρα, για αυτόν τον τύπο που συνέλεγε ούρα, ήταν δηλαδή ουροσυλλέκτης, αλλά πολύ γεμάτος, ξέχειλος, και σκεφτόταν ότι αυτό είναι μια ωραία φ(ρ)άση για να μπει στο ψυχογραφικό του και να το καταθέσει στους ψυχολόγους-ψυχιάτρους, οι οποίοι πλέον είχανε τόση πολλή δουλειά και πελατεία που αναγκαστικά κάνανε διαλογή βάσει ψυχογραφικού, άλλωστε είχαν βαρεθεί όλο τα ίδια και τα ίδια, κατάθλιψη, οιδιπόδεια και τα λοιπά, και αναζητούσαν να αναλάβουν ασθενείς βάσει ψυχογραφικού με κάποιου είδους φαντεζί συμπτώματα, έτσι αυτός αποφάσισε να δηλώσει ουροσυλλέκτης, συλλέκτης ούρων, αλλά και κουλτουροσυλλέκτης άχρηστων ιστοριών όπως αυτή για τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που νέος ακόμη, μαζί με κάτι φίλους του, καπνιστές κουλτουριάρηδες, αποφάσισαν να βγάλουν ένα πολιτιστικό/λογοτεχνικό περιοδικό, το Κρόνικα, αλλά καθότι λατίνοι και ήταν και μεταγραφική περίοδος στο πρώτο τους τεύχος γράψανε για τον βραζιλιάνο παιχταρά που αγόρασε η ομάδα τους κι έγινε ανάρπαστο το τεύχος, μα τι υπέροχο το νέο αθλητικό περιοδικό, είπαν οι αναγνώστες, μα όχι δεν είμαστε των σπορ, δεν είμεθα ποδογράφοι, είμαστε της κουλτούρας, να επιμένουν οι συντάκες, αλλά είναι να μη σου βγει το όνομα, τι κι αν στα επόμενα τεύχη γράφαν κουλτουριάρικα, το κοινό δεν χαμπάριαζε, μόνο παραξενευόταν και λέγανε οι αναγνώστες «τι μαλακίες γράφουν στο νέο αθλητικό περιοδικό, δεν το ξαναγοράζουμε» και πήραν οι πωλήσεις την κατιούσα, κι υστερα, σαν ήρθε κι ένας άλλος παιχταράς μεταγραφή στην ομάδα, αποφάσισε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αυτοπροσώπως να γράψει το σχετικό θέμα, μπας και αυξηθούν οι πωλήσεις, κι έγραψε ένα λαμπρο αφιέρωμα για τον καινούργιο Βάσκο παιχταρά που είχε έρθει στην ομάδα και σκιαγράφησε το προφίλ του εξαιρετικά, μόνο που δεν πρόσεξε ότι ο παιχταράς μπορεί να είχε όνομα που θύμιζε χώρα των Βάσκων, αλλά ήταν μαύρος, κατάμαυρος, κατράμι, κι έγινε ρεζίλι ο συγγραφέας και του είπανε πως έγραψε το χειρότερο ρεπορτάζ όλων των εποχών, μα δεν τον ένοιαξε, γιατί θα το χρησιμοποιούσε αργότερα σε κάποιο του βιβλίο,
κατάλαβες γιατρέ μου; (φράση κλισέ, γράφτηκε σε δεύτερη φάση)

26 Ιαν 2018

Writers deathmatch

Έχω ένα (ψέματα, πολλά) κακό συνήθειο να διαβάζω δύο (ή παραπάνω) βιβλία ταυτόχρονα και δεν αποτελεί ένδειξη καμιάς ιδιαίτερης βιβλιοφιλίας, πολλώ δε μάλλον ευφυΐας, είναι απλώς ένδειξη βαρεμάρας να σηκωθώ να ανάψω το φως όταν πέφτει το σκοτάδι και αποφόρτισης της μπαταρίας του κινητού και του τάμπλετ, διαβάζω τωρα που λες ένα ενός αμερικανού, γραμμένο τη δεκαετία του '30, κι ένα άλλο μιανής, αμερικανίδας ή αγγλίδας ή άλλης εθνικότητας, δεν έχει σημασία, γραμμένο στα χρόνια μας, που στο πρώτο ένας κακομοίρης μετακομίζει από το Κολοράντο στο ΛΑ και ψωμολυσσά όλη μέρα μπας και γίνει συγγραφέας, τρώει κάτι σάπια πορτοκάλια και στο μπαρ που πηγαίνει έχει λεφτά μόνο για καφέ, ούτε καν για μια μπίρα, στο δε δεύτερο ένας τύπος, έλληνας, μεγαλώνει στα Λονδίνα και στα πλούτη αφού η οικογένειά του, εφοπλισταί, μετακομίζει συν γυναιξί και τέκνοις, μαζί κι οι θείες με την περμανάντ και το κοκκινάδι και οι θείοι με τα μουστάκια που τσιμπούν τα μάγουλα, στη γηραιά Αλβιόνα, και παντρεύεται κάποια στιγμή μιαν όμορφη που δεν ξέρει ότι η Βενεζουέλα είναι χώρα και μετά τη χωρίζει και στον χωρισμό είναι πολύ κύριος και γενναιόδωρος, πάρε το σκάφος, πάρε και το εξοχικό, πάρε και το αμάξι, πάρε και τους πίνακες, δεν τον νοιάζουν τα υλικά τα αγαθά, ξέρει ότι σύντομα μπορεί και πάλι να τα έχει όλα, το πρόβλημά του είναι ότι δεν ξέρει ακριβώς ποια είναι αυτά τα «όλα» που θέλει και αν θα τα θέλει πραγματικά, την ίδια στιγμή, αλλά και εβδομήντα-ογδόντα χρόνια πριν, στο άλλο βιβλίο, στο πρώτο, ο ψωμολυσσιάρης φέρελπις συγγραφεύς στρίβει τσιγάρα με το κωλόχαρτο και προβληματίζεται: να κλέψει τα γάλατα από τον γαλατά ή να μην τα κλέψει, μπας και ξεγελάσει την την πείνα του, και τελικά πάει και το κλεβει, αλλά του βγήκε ξινό, όχι γιατί τον πιάσανε, αλλά γιατί ήτανε σε φάση ξινόγαλο κι αυτουνού δεν του αρέσει καθόλου, άσε που δεν έχει και να πληρώσει το νοίκι, ενώ στο άλλο βιβλίο ο βρετανοθρεμμένος τύπος ταξιδεύει πίσω στην Ελλάδα, έχει ένα σπίτι στο Λονδίνο, ένα στο νησί, ένα στην Αθήνα, κάπου θα βρει να μείνει, και κάπου εκεί αναρωτιέμαι τι σκατά έχει πάθει η λογοτεχνία στις μέρες μας και δεν βλέπει τους φτωχούς, αντιθέτως βλέπει πολύ βαθιά στο υπαρξιακό κενό των μπουρζουάδων, και σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον θα ήταν, στα πρωτυπα του celebrity deathmatch, να φτιάξω ένα τέτοιο με λογοτέχνες και να ρίξω στο ρίνγκ ας πούμε τον Μπουκόφσκι και τον Φράνζεν, αν κι ο δικός μου -το 'χει βάλει και στα γραπτά του αυτό- ήταν καλός μόνο για να τρώει ξύλο και να τρεκλίζει, είτε από το ποτό είτε από τα μπουνίδια. Ακόμη και στα βιβλία, ρε γαμώτο, οι αστοί κερδίζουν.