6 Μαρ 2017

Άτονο γερολάβ στόρυ

Εχω μια ώρα κενή. Μπαίνω στο καφέ. Αδειο. Ενας γέρος, μια γριά. Οχι μαζι, αλλά μοναχοί στα τραπεζάκια στις απέναντι γωνίες του μαγαζιου. Διστάζω, δεν ξέρω σε ποιον κοντά να κάτσω. Επιλέγω τον γέρο. Καθεται εχοντας γυρισμένη σχεδόν επδεικτικα την πλάτη σε όλο το μαγαζι. Σκεφτομαι οτι θα ειχε πιο πλακα να ανταλλαζαν κρυφές ματιες με τη γριά. Λιποσαρκος, σταυροποδι, φορά μια σπορ ζακετα και ενα παλιομοδιτικο τριμμένο παντελονι. Σκυφτος, ζοχαδιασμένος καπνιζει κατι πουράκια. Μουρμουριζει. Χειρονομεί, στήνει ολόκληρη επιχειρηματολογια. Τα λεει στον τοίχο. Ο τοιχος δεν του απαντα. Μάλλον.  Εξω ψιχαλιζει. Παιζει το don' let the sun go down on me του ελτον τζον. Απο κει που καθομαι βλέπω μόνο την πορτα της κουζίνας του καφέ - σταφ ονλυ - προσωπικο μόνο, το ενα φύλλο της πορτας ανοιχτό. Βλέπω το ψύγειο στην κουζινα ρυθμισμένο στους 4.7 βαθμούς. Νιωθω σαν να βλεπω κάτι που δεν πρεπει. Σαν εισβολέας που παραβιάζει μια ιδιωτικοτητα. Δεν θέλω να μπαινω απρόσκλητος στα προσωπικα του μαγαζιου: κάτι πατάτες, λαχανικα, αλοιφές. Κοιτώ απο την άλλη μεριά, έξω στο δρόμο αυτοκινητα, παρκάρκουν ξεπαρκαρουν διπλοπαρκαρουν δυσκολεύονται να παρκάρουν. Ο γέρος σηκώνεται. Πληρωνει την γκαρσόνα. Περιμένει ρέστα. Αυξηθηκε ο καφές του λέει. Δεν εχει ρέστα. Πού το λέει αυτό; πού το 'χει γραμμενο; μανουριάζει αυτος και ψάχνει αποδειξεις καταλογους. Η γκαρσόνα του δειχνει τη νέα τιμή. Ο γέρος φέυγει μουρμουριζοντας. Φέυγει και η γριά. Σκέφτομαι τι πλάκα που θα ειχε να ειναι οντως ζευγαρι και τώρα που φέυγουν να περπατήσουν μαζι. Παιζει κρις αηζακ το γουικεντ γκέημ. Ο γέρος πάει δεξιά, η γριά αριστερά. Διατηρώ μια τελευταια ελπιδα οτι παροτι ακολουθουν διαφορετικες διαδρομες θα καταληξουν μαζι. Η ελπιδα μου όπως ολες οι ελπίδες ειναι φρούδα. Φεύγω κι εγώ.

23 Νοε 2016

τRομεRα πνευστά

Επεξεργασία και συντήρηση ονείρων 1.0.1

Δωμάτιο σε ξενοδοχείο του Μιλάνου, υγρό, σκοτεινό, σαν σπήλαιο, στην άκρη τού σαν τούνελ διαδρόμου μόνο τρεμόπαιζε το φως, χρειαζόσουν χάρτη για να βγεις, αλλά δεν είχες, πάω στη ρεσεψιόν να πάρω έναν, είπες, αλλά ούτε για τη ρεσεψιόν είχες χάρτη, χάθηκες, βρέθηκες σε κάτι ράγες με φορτηγά τρένα, που αυτά ήταν το φως στην άκρη του τούνελ κι έρχονταν κατά πάνω σου και θυσίασες τότε, ρίχοντάς την πάνω στις ράγες, μιαν γραία που είχε δει κι αυτή το ίδιο φως κι ήτανε κάποτε μέντιουμ κι έλεγε ό,τι της κατέβαινε στους ανθρώπους, αλλά έβγαινε αλήθεια, κι είχε πολύ σουξέ, μέχρι που μια μέρα είδε στον ύπνο της ότι της ζητούσε συμβουλή ο ίδιος ο Θεός και από τότε μόνο έλεγε στον κόσμο να πάει να προσευχηθεί στο Βαρδάρι, στις πορείες και στους συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ, που στη μικρή βιομηχανική περιοχή προσπαθούσαν με ένα αμυντικό χαφ-κόφτη να σπάσουν το λουκέτο για να μπουν να καταστρέψουν το μνημείο που είχε στηθεί για τον Σουφλιά, και μόλις έσπασε η πόρτα και χιμήξαν σαν τον εμετό οι πασόκοι, χίμηξες κι εσύ στη ρεσεψιόν να βρεις το χάρτη, και παραδίπλα τρώγανε το πρωινό τους οι πολύ φραγκάτοι, κάτι σοκοφρέτες σε σχήμα παπιγιόν, πήρες μία κι εσύ, μα ο γκρανμέτρ σού πήρε την μπουκιά από το στόμα, μα τι κάνετε εκεί; τρώτε τη σοκοφρέτα των κυρίων πλουσίων; αυτό δεν είναι για σας, και σε στείλαν πίσω στη σπηλιά σου, τιμωρία, χωρίς χάρτη, χωρίς φαγητό ούτε τροφή.