1 Ιουν 2017

Ζωγράφω πάλι γιατί βαριέμαι

To σκηνικό είναι ταραντινικό, παλπφιξιονικό, αν και πρόκειται περί αναχρονισμού, καθώς η ιστορία γράφτηκε πολλά χρόνια πριν τον Ταραντίνο: δυο εκτελεστές μπαίνουν σε ένα απ' αυτά τα μαγαζιά που στις ΗΠΑ τα λένε diner, εμείς ας το πούμε καφέ-μπαρ, παραγγέλνουν να φάνε κατιτίς, αυτό που ζητάνε δεν υπάρχει, βολεύονται όπως-όπως με χοιρινό κι αυγά, γίνεται μια ψιλομανούρα στην κουζίνα με τον μάγειρα και τον σερβιτόρο, πού είναι ο Σουηδός; πού είναι ρε αρχίδια; ζητούνε να μάθουν οι εκτελεστές, γιατί αυτόν ψάχνουν, έναν μποξέρ, που τον φωνάζουν Σουηδό, τελικά φεύγουν, τρέχει ο Νικ να προειδοποιήσει τον Σουηδό ότι τον ψάχνουν και κινδυνεύει, αυτός ατάραχος στον κρεβάτι λέει, γάμησέ το, φίλε, δεν έχει σημασία.
Ή τελικά μπορεί το σκηνικό να μην είναι ταραντινικό, παλπφιξιονικό, αλλά να είναι κάπως περισσότερο υπαρξιακό: ενας τύπος κάθεται σε ένα μπαρ στις ΗΠΑ, γέρος, κουφός. Πριν λίγες μέρες αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Είναι η ώρα του κλεισίματος. Ζητά ένα ποτό ακόμη. Ο νεαρός σερβιτόρος του βάζει ένα ξέχειλο, παραπονιέται όμως στον γέρο συνάδερφό του, άντε πότε θα ξεκουμπιστεί ο γεροκουφός, έχω και σπίτι και γυναίκα να με περιμένει, ο γεροσύναδερφος, που νιώθει πιο κοντά στον γεροκουφό πελάτη, τού λέει, κοίτα να δεις, νέο,  υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, μονάχοι, σαν τον γεροκουφό, που έχουν ανάγκη από ένα καθαρό, φωτεινό μέρος να αράζουν μόνοι τους τη νύχτα. Ο γεροκουφός θέλει κι άλλο ποτό. Ο νεαρός ανυπόμονος να πάει σπίτι του τον διώχνει, κλείσαμε κύριε, του λέει. Ο γερόκουφος φεύγει. Ο νεαρός ανυπόμονος φεύγει. Μένει ο γεροσερβιτόρος μόνος με την αϋπνία του.

Ένα απ' αυτά τα σκηνικά, αποτυπωμένα σε δύο διαφορετικά διηγήματα του Χέμινγουεη, ίσως να αποτέλεσαν την έμπνευση (αλλά μπορεί και όχι, άσε που κάποιοι διαπιστώνουν επιρροές και από το καφέ τη νύχτα του Βαν Γκογκ) για τον πίνακα του Χόπερ με τίτλο Nighthawks, όπου ο καλλιτέχνης αποτύπωσε στον καμβά την αστική μοναξιά.


 
Ο τίτλος του πίνακα θυμίζει φυσικά τον Θωμά που Περιμένει και το εξώφυλλο του δίσκου του Nighthawks at diner.




Τον οποίο πίνακα πρόσπάθησε να αναπαραστήσει οΒέντερς σε μια σκηνή στο τέλος της βίας.

Κι οι
OMD
σε αυτό το βίντεο στο οποίο συνολικά γίνοντα αναφορές σε επτά έργα του Χόπερ.



Για τον οποίο Χόπερ, έχει γράψει ένα τραγούδι στον πολύ ωραίο τελευταίο του δίσκο ο Πολ Γουέλερ.

 

23 Μαΐ 2017

τη βρίσκω με την ντίσκο, είχα και τον δίσκο

Εδώ που λες τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η κρίση έχει τελειώσει, το λέει ο πρωθυπουργός, το λεν οι υπουργοί, το λεν και στην τιβί, και οι αγαπημένοι μου τρελοί τριγυρίζουν στους δρόμους διαφορετικοί. Ο ένας, εκείνος ο τεράστιος, που διαδοχικά καθόταν, πάντα μόνος και πάντα αμίλητος, σε όλα τα μπουγατσατζίδικα και τα ταχυφαγεία της γειτονιάς, και πίστεψέ με, στη γειτονιά υπήρχανε πολλά, έχει αλλάξει: φανερά αδυνατισμένος, πιο καλοντυμένος, καλοχτενισμένος. Εχουν κλείσει και κανά δυο μπουγατσατζίδικα, απ' αυτά που άραζε τρώγοντας ζαμπονοκασερόπιτα, πίνοντας κοκακόλα, και τώρα δεν έχει πού να κάτσει, πού να σταθεί – μήπως σε εκείνο το καφέ που σου λένε τον καφέ, τη μοίρα σου, το ριζικό σου, που πρώτα αράζανε οι γκόμενες και αφού είδαν οι γκόμενοι τις γκόμενες είπανε να αράξουν κι αυτοί εκεί μπας και κάτσει καμιά κατάσταση;
Λες να αράζει εκεί; Λες γι' αυτό ντύνεται καλύτερα, να χτενίζεται, να έχασε κιλά;
Τις προάλλες που έπινα καφέ κάπου που δεν σου λένε τη μοίρα σου, ευτυχώς, άλλωστε το ξέρω, όλα κατά διαόλου θα πανε, προσπάθησα μάλλον ανεπιτυχώς να εξηγήσω σε έναν φίλο γιατί η αγαπημένη μου διαδρομή είναι όχι Λιμάνι – Μέγαρο Μουσικής, ούτε Χαλκέων – Μενεμένη, μήτε απ' το γυράδικο στο ζαχαροπλαστείο μήτε απ' το γκόσιπ.τζιαρ στο ταπανταγιατασπορ.κομ αλλά από το βιβλίο μου στη γουικιπίντια μέσω γκουγκλίσματος. Αν θες να γράψεις νον φίξιον, εκεί θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι. Ο Ερβέ Λε Τελιέ στο Αρκετά μιλήσαμε για αγάπη (λινκ) έχει δημιουργήσει έναν τέτοιον ήρωα, που διαβάζει διαρκώς άχρηστες, υπερβολικά εξειδικευμένες πληροφορίες για ένα πλήθος θεμάτων: διαβάζει, μελετά μανιωδώς για καμιά βδομάδα, κρατά σημειώσεις, μαθαίνει καινούργια πράγματα μόνο και μόνο για να μπορεί να τα ξεχάσει μετά, και στη συνέχεια βρίσκει καινούργιο ενδιαφέρον και επιδίδεται στη συλλογή πληροφοριών για άλλο θέμα και αντικείμενο. Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι η γνώση και η μάθηση: ερασιτεχνική και τσαπατσούλικη, όπως τα γουρούνια τσαλαβουτάν στις λάσπες, όχι συστηματική και κυρίως όχι ανωτατοϊδρυματική.
Ολες αυτές οι πληροφορίες, τόσο άχρηστες που ούτε καν σε τηλεοπτικό παιχνίδι γνώσεων με πολλά μεγάλα δώρα και πολλά μοντέλα με μίνι φούστες, δεν πρόκειται να φανούν χρήσιμες, τόσο άχρηστες που προφυλάσσουν τη γνώση από το να μετατραπεί σε ένα χυδαίο εργαλείο κέρδους. 
Ας πούμε, τι αξία έχει το γεγονός ότι το 1913 (βιβλίο), στις ΗΠΑ, κάποιοι κάψανε αντίγραφα πινάκων του Ματίς, που εκτίθενταν στο πλαίσιο μιας έκθεσης μοντέρνας τέχνης, με έργα κυρίως ευρωπαίων ζωγράφων, κυβιστών, φωβιστών, φουτουριστών, ορθογωνιστών, φοβικών, φουντουκιστών και άλλων λέξεων σε -ων που δεν τις καταλαβαίνω; (λινκ) κι ήταν κι ο Μαρσέλ Ντισάν εκεί πέρα με ένα γυμνό που κατέβαινε στη σκάλα (λινκ) και δεν το καταλαβαίνανε οι γιάνκηδες, και μα τώρα είναι τέχνη αυτό; όχι! απεφάνθη κοτζάμ πρώην πρόεδρας των ΗΠΑ ο Ρούζβελτ, ο πίνακας βέβαια επωλήθη, κι οι Cramps χρόνια αργότερα γράψανε ένα τραγούδι γι' αυτό.


Και πάλι στις ΗΠΑ, χρόνια αργότερα, τέλη του 70, αντί για πίνακες, κάψανε δίσκους ντίσκο μουσικής, άκου να δεις πλάκα (λινκ): ήθελε λέει μια ομάδα μπέιζμπολ (άθλημα εξίσου ακατανόητο, για μένα, με τον φωβισμό στην τέχνη) να αυξήσει την προσέλευση των οπαδών και σε συνεργασία με έναν προβοκάτορα και πολύ ροκά ντιτζέη ραδιοφώνου είπανε ας κάνουμε ένα χάπενιγκ όπου στο ημίχρονο θα ρίξουμε στην πυρά δίσκους ντίσκο μουσικής, μπικόζ ντίσκο σαξ, κι έτσι ανακοίνωσε η ομάς πως όσοι προσέλθουν κρατώντας ένα ντίσκο βινύλιο για προσάναμμα θα μπουνε μέσα σχεδόν τζάμπα κι έγινε της κακομοίρας ή της πουτάνας, θέλω να πω ότι ήρθε πολύς κόσμος, κυρίως και ίσως όχι και τόσο περιέργως, λευκοί, στρέητ, ρουκάδες, οπαδοί του χαρντ ροκ, των Λίναρντ Σκίναρντ και των Αλμαν Μπράδερζ, και στο ημίχρονο όταν έγινε ένα μπουμ και εξερραγησαν οι ντίσκο δίσκοι στην πυρά έκανε ντου ο κόσμος στο γήπεδο, πάλι καλά που δεν είχε πεζογέφυρα να βγουν και τα χοντροκωλαράκια έξω, κι είχε πολλή πλάκα, το παιχνίδι διακόπηκε, και λένε, τώρα, οι κοινωνιολόγοι πως όλο αυτό αποδεικνύει έναν ρατσισμό κι έναν σεξισμό, καθώς η ντίσκο μουσική θεωρούταν τότες μουσική κυρίως των μαύρων, των λατινοαμερικάνων και των γκέι, ενώ η ροκ παράηταν τότε στρέητ και λευκή.
Ποιο το νόημα και η αξία και κυρίως η αγοραστική αξία όλων αυτών; Κανένα. Απλώς είχα διαβάσει αυτές τις δύο καύσεις πρόσφατα στη γουικιπίντια και δεν είχα τι να κάνω με δαύτες. Τις είχα αφηγηθεί δεξιά και αριστερά σε όποιον έβρισκα μπροστά μου, στο είδωλό μου στον καθρέφτη, στα κορίτσια στο φούρνο, στα κορίτσια στο γυμναστήριο, στον βλοσυρο, σιωπηλό ξηροκαρπιοπώλη, στους ακριβούς γεροχασάπηδες, στην οδοντίατρό μου την ώρα του σφραγίσματος, στην κυρία που λέει την ώρα στο τηλεφωνο, στα αγόρια και τα κορίτσια που μου τηλεφωνούν για να μου κάνουν προσφορά για νέα τηλεφωνική σύνδεση, ουδεμία και ουδείς έδειξε ενδιαφέρον. Τα λέω εδώ, μπας και τα ξεφορτωθώ. Ετούτο εδώ δεν είναι μπλογκ, χωματερή είναι. Και χωρίς επιδότηση, απ' αυτές του Αντρέα το ογδόντα.

8 Απρ 2017

Έρχομαι από πολύ μακριά τελικά

Γράφει ο Τζέφρι Γκορέρ, δεν ξέρω ποιος είναι αλλά ας τον επικαλεστώ, σε ένα κείμενό του με τίτλο Η πορνογραφία του Θανάτου, το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή δοκιμίων “Περί θανάτου – η πολιτική διαχείριση της θνητότητας”, εκδόσεις Νήσος, την ύπαρξη της οποίας συλλογής πρόσφατα ανακάλυψε η Κ στα ράφια ενός κομμωτηρίου, δεν κάνω πλάκα, ότι οι κάτοικοι των νήσων Τρομπριαντ περιβάλλουν τη βρώση με την ίδια ντροπή που περιβάλλουν την απέκκριση, γεγονός που επιβεβαιώνει και η γουικιπίντια στο σχετικό της λήμμα, όπου αναφέρει ότι το φαγητό για τους Τρομπριαντινούς αποτελεί ταμπού, για την ακρίβεια είναι ταμπού το να τρως μπροστά στους άλλους και για το λόγο αυτό τρώνε μόνοι τους, απομονωμένοι στις εστίες τους ή έχοντας γυρισμένη την πλάτη ο ένας στον άλλον και μάλιστα το κάνουν αυτό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα για να τελειώνουν το φαγητό μιαν ώρα αρχύτερα ώστε να μην τύχει και τους πάρει κάνα μάτι να τρώνε – κι όλο αυτό μού θύμισε εμένα, που εντάξει μπορεί να μην τρώω μόνος (συνήθως) αλλά τρώω πάρα πολύ γρήγορα, και συχνά σκεπτόμενος γιατί το κάνω αυτό κατέληξα ότι νιώθω ενοχές τρώγοντας για τα παραπανίσια κιλά μου ή ότι αντιμετωπίζω το φαγητό ως τιμωρία, υπάρχει κι αυτή η θεωρία, την είδα στην τηλεοπτική σειρά Λοστ, αλλά τώρα που το σκέφτομαι μάλλον έχει να κάνει με τη μέχρι σήμερα άγνωστη καταγωγή μου από τις νήσους Τρόμπριαντ, κι αφού η σκούφια μου κρατάει από κει και καιρό τώρα ψάχνω να βρω κάπου αλλού να πάω, λέω να τραβήξω κατά κει, να βρω άλλους Τρομπριαντινούς να μην τρώμε μαζί απ’ την πολλή αισχύνη.
Παρακαλώ στο εξής, να με γράφετε εκεί, κι όχι στα παπάκια σας. Ευχαριστώ.