30 Δεκ 2012

Μια βλακεία διόλου πρωτότυπη

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τύπος που 'χε ένα μαγαζί με μια ταμπέλα που έγραφε "ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ" και, όπως είναι φυσικό, έφτιαχνε γλυκά, όχι τα καλύτερα ούτε και τα χειρότερα της αγοράς, αλλά τα έβγαζε πέρα, μέχρι που, σε μια ακόμη επιβεβαίωση της θεωρίας του χάους, ο ΓΑΠ πήγε στο Καστελόριζο, έκτοτε το "ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ" άρχισε να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, μια μέρα μάλιστα με σφοδρή κακοκαιρία και ανέμους πολλών μποφόρ έπεσε από την επιγραφή το ζήτα κι απέμεινε να γράφει "ΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ, τρομερό κοκομπλόκο έπαθε ο δύσμοιρος αχαροπλάστης, κρίση ταυτότητος, επαγγελματική, συνειδήσεως και ψυχολογική, τι σκατά κάνω, ποιος είμαι, τι είναι αυτό το άχαρο που πρέπει να φτιάχνω, ένας σεισμός ακολούθως, σεισμός σκέτος, όχι διπλός, κομμουνισμός, γκρέμισε και το πρώτο άλφα της επιγραφής, που πλέον έλεγε "ΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ", προς στιγμήν φάνηκε να έχει δοθεί μια κάποια λύση, θα φτιάχνω χαρά, σκέφτηκε ο χαροπλάστης, ή μήπως θα φτιάχνω χάρο; ήταν το δίλημμα μεγάλο, είχε φάει όλη του την περιουσία στους ψυχολόγους, σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες, είδε κι απόειδε, αποφάσισε να πάρει τη ζωή του στα δικά του χέρια, γκρέμισε από μόνος του το "ΧΑΡΟΠΛ" κι έμεινε να γράφει η επιγραφή "ΑΣΤΕΙΟ", έφτιαχνε και πωλούσε αστεία, μα δεν αγόραζε κανείς, ήταν, σαν να λέμε, για εσωτερική κατανάλωση μόνο. 


29 Δεκ 2012

Holy Wood (sic)

Προ μηνών, ένας καλός διαδικτυακός φίλος αποκάλεσε αυτό εδώ το ιστολόγιο "Holy Motors της ελληνικής μπλογκόσφαιρας". Πριν του απαντήσω, καθότι άσχετος, γκούγκλισα money-money και είδα ότι το Holy Motors είναι ταινία με υψηλή βαθμολόγηση στο imdb. Ευχαρίστησα με την αρμόζουσα σεμνότητα τον φίλο για το κοπλιμάν του, κατέβασα και είδα την ομολουμένως εξαιρετική ταινία. 
Προ δεκαπενθημέρου διάβασα την είδηση ότι τουλάχιστον πέντε χιλιάδες θέσεις εργασίας χάθηκαν την τελευταία τριετία στον χώρο των ΜΜΕ. Είναι τόση μεγάλη η ανεργία στον κλάδο που πολλοί δημοσιογράφοι αναγκάστηκαν να ασχοληθούν με την πολιτική, να εκλεγούν βουλευτές, για να επιβιώσουν.
Χθες απεργούσαν οι ηθοποιοί. Κι ο δικός τους κλάδος μαστίζεται από την οικονομική κρίση. Είναι τόση μεγάλη η ανεργία στον κλάδο που πολλοί ηθοποιοί αναγκάστηκαν να ασχοληθούν με την πολιτική, να εκλεγούν βουλευτές, για να επιβιώσουν.
Χθες ήπια έναν καφέ με μια φίλη, μάχιμη ρεπόρτερ. "Και τι ρεπορτάζ να γράψεις αυτές τις μέρες; Δεν συμβαίνουν και πολλά πράγματα", μού παραπονέθηκε.
Θυμήθηκα και τον Ουμπέρτο Εκο, το κλασικλισέ του: Τον Αυγουστο δεν υπάρχουνε ειδήσεις.
Είμαι άνεργος. Καιρό τώρα, ίσως θα το 'χεις προσέξει, αναζητώ αυτή τη μία, τη μοναδική καινοτόμα ιδέα, που θα βγάλει από την ανέχεια εμένα, αλλά και θα ανοίξει νέους δρόμους, νέους ορίζοντες για τους συναδέλφους μου, τη χώρα, την Ευρώπη, την παγκόσμια επιχειρηματικότητα.
Αποφάσισα κι εγώ, όπως πολλοί άλλοι στις μέρες μας, να ξεκινήσω το δικό μου εγχείρημα στον κλάδο της ενημέρωσης, να στήσω τον δικό μου μιντιακό κωλοsos, να γίνω κι εγώ ο μύλος ΜΜΕ, εφημερίδα, τηλεόραση και πόρταλ. Θα γίνω αφεντικό. Του εαυτού μου και των άλλων. Κυρίως των άλλων. Αλλά είμαι άνθρωπος και της τέχνης. Και της κουλτούρας. Αν και αφεντικό, είμαι αλληλέγγυος. Θέλω να βοηθήσω και τον κλάδο των ηθοποιών. Να γίνω μαικήνας, χορηγός (κι αφεντικό, μην ξεχνιόμαστε). Αλλωστε, τι καινούργιο κομίζει ένα ακόμη σκέτο ενημερωτικό εγχείρημα; Τίποτε. Αν όμως το συνδυάσεις με την υποκριτική τέχνη; Είναι απλό: ένα τιμ ταλαντούχων γραφιάδων, δημοσιογράφων, σεναριογράφων, ηθοποιών και σκηνοθετών θα αποτελέσει τον πυρήνα του Holy Wood (sic). Θέλεις γεγονότα και δεν τα βρίσκεις; Θα σου τα φτιάξουμε εμείς! Βαρέθηκες τη διαρκή αναπαραγωγή των ίδιων και των ίδων ειδήσεων από το ΑΠΕ και το newsroom του ΔΟΛ; Εμείς θα σου φτιάξουμε ειδήσεις που δεν τις έχει κανείς άλλος! Οι σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, ηθοποιοί μας θα στηνουν το σκηνικό, αιματηρές ληστείες, αποτρόπαιες δολοφονίες, εξεγέρσεις, λυντσαρίσματα πολιτικών, και οι ρεπόρτερ μας θα καταγράφουν, θα απαθανατίζουν την αποκλειστική είδηση!
Τεντέξ και οπενκόφι και επενδυτή από την Ευρώπη, σου μιλάω, μ' ακούς; Στείλε λεφτά!


28 Δεκ 2012

Ο άνθρωπος που έτρωγε για να ζήσει

Κάθε πρωί σηκωνόταν και χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη πήγαινε στο μπουγατσατζίδικο. Καθότανε πάντα στο καλύτερο τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο. Του δίνανε τις καλύτερες μερίδες, με κρέμα, με τυρί, σπανάκι και κιμά. Ολες τις σπεσιαλιτέ. Και σοκολατούχο γάλα. Ετρωγε αργά-αργά, χωρίς να κρύβει, επιδεικνύοντας μάλλον την απόλαυσή του. Τις δύο ώρες που καθόταν εκεί, το κατάστημα φρόντιζε πάντα τα πιατάκια του να είναι γεμάτα. Στις δυο ώρες απάνω, σηκωνόταν, έλεγε κανά δυο κουβέντες με το αφεντικό, κάνα αστείο με τους πελάτες για τις ποδοσφαιρικές ομάδες κι έφευγε χωρίς να πληρώσει.
Το μεσημέρι πήγαινε στην ψησταριά. Καθόταν και πάλι στο καλύτερο τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο. Του δίνανε τις καλύτερες μερίδες, σουτζουκάκι, σουβλάκι, γύρο, παντσετούλα. Ολες τις σπεσιαλιτέ. Και ρετσίνα, τσίπουρο ή χύμα κρασί, καμια αλοιφή, πατάτα τηγανιτή, πιπεριά καυτερή, φέτα ψητή ή μπουγιουρντί. Ετρωγε αργά-αργά, χωρίς να κρύβει, επιδεικνύοντας μάλον την απόλαυσή του. Ήταν μεθοδικός κι οι μεζέδες έρχονταν απανωτοί. Ένας άνθρωπος που ήξερε να τρώει, λέγαν οι απ' έξω περαστικοί. Κι αυτό που τρώει μάλλον είναι καλό, συλλογίζονταν. Ζωντανή διαφήμιση του μαγαζιού. Στις τρεις ώρες απάνω, σηκωνόταν, έλεγε κανά δυο κουβέντες με το αφεντικό, καμιά χαζομάρα με τα γκαρσόνια για γκόμενες και τρεκλίζοντας ελαφρώς έφευγε χωρίς να πληρώσει.
Το βράδυ πήγαινε στο γκουρμέ εστιατόριο. Καθότανε στο καλύτερο τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο. Του σερβίριζε ο γκραν μετρ τα καλύτερα τα πιάτα, τις πιο εντυπωσιακές δημιουργίες, χοιρινό φιλέτο μενταγιόν με προσούτο πάρμας και σαφράν, σφακιανό κουνέλι τσιγαριστό με κόκκινο κρασί, τούρτα καπνιστού σολωμού. Και γαλλικό κρασί. Από τ' ακριβά. Ετρωγε αργά-αργά, χωρίς να κρύβει, επιδεικνύοντας μάλλον την απόλαυσή του. Στις τρεις ώρες απάνω, φώναζε τον σεφ, τού έδινε συγχαρητήρια για τα υπέροχα πιάτα, τις καλοζυγισμένες, πλούσιες γεύσεις και αποχωρούσε μεγαλοπρεπώς χωρίς να πληρώσει. Οι υπόλοιποι πελάτες κι οι περαστικοί τον θεωρούσαν κάποιον εκκεντρικό, βαθύπλουτο μπονβιβέρ.
Εφτανε σπίτι, άνοιγε μια σόδα από το κατά τ' αλλα άδειο ψυγείο του, άνοιγε την τηλεόραση στην κατά τ' άλλα άδεια γκαρσονιέρα του και αποκοιμιόταν ήσυχος ότι είχε επιτελέσει σωστά και σήμερα το καθήκον του στην κατά τ΄αλλα άδεια ζωή του.
Οταν πέθανε από κάποια πάθηση του στομάχου, αποκαλύφθηκε ότι δούλευε ως βιτρίνα-κράχτης για καταστήματα εστίασης. Ήταν, λέει, ο καλύτερος επαγγελματίας φαγάς στην πιάτσα.


27 Δεκ 2012

Δέκα λόγοι ν' αγαπάς τους κιουρ

Σε όλους μας αρέζανε, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο, όχι για τους ίδιους λόγους.
Η πιο σταθερή από τις μουσικές μου αξίες.


10c

26 Δεκ 2012

Τρία τουίτ και ένα βίντεο

Συνταξιούχες οι αναμνήσεις της εργατικής τάξης, ξεροκέφαλες, τόσα χρόνια στις επάλξεις, τόση δουλειά, τόσα παιδιά, τόσα αυτοκίνητα, τόσα σπίτια, δάνεια στεγαστικά, ποτέ δεν καθυστέρησε η καταβολή των δόσεων, πετυχημένες αγορές σε περίοδο εκπτώσεων, υπερκοστολογημένα προϊόντα στη μισή τιμή, κάπως έτσι κύλησε ολόκληρη η ζωή.


25 Δεκ 2012

Λογοτεχνικός χαϊφιντελιτισμός

Δεν είναι σωστό να κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο, λένε. Ναι μεν αλλά.
Ομοίως, μη βιαστείς να κρίνεις ένα βιβλίο. Και πάλι ναι μεν αλλά.
Τις προάλλες αγόρασα ένα βιβλίο γιατί με άρεσε το εξώφυλλό του αλλά πολύ περισσότερο επειδή λάτρεψα την εναρκτήρια πρότασή του. Αργότερα κάνοντας τη σχετική αναζήτηση στο γκουγκλ, διαπίστωσα ότι πρόκειται για ένα μάλλον πολύ δημοφιλές θέμα: best first lines in literature, ψάξτο, εκατοντάδες σχετικά αφιερώματα.
Ως επί το πλείστον, και πολύ λογικά, οι επιλογές στις λίστες αυτές είναι από κλασικά έργα: Κάφκα, Καμί, Ντοστογιέφσκι, Ναμπόκοφ και δεν συμμαζεύεται. 
Ακολουθούν εννιά συν μία (αυτή του βιβλίου του Πάρι Τακόπουλου που αποτέλεσε αφορμή για αυτήν την ανάρτηση) δικές μου επιλογές, εξυπακούεται παντελώς υποκειμενικές.

1) "Ολόκληρη η πρωτεύουσα έκλαιγε σα χωριό" (Πάρις Τακόπουλος, Βίοι ακατάλληλοι)
2) "Ήταν Τρίτη απόγευμα και στα σκαλάκια της πλατείας Γκύζη έκανε ψοφόκρυο" (Κώστας Κοντοδήμος, Ο γιός που δεν θα θέλατε να έχετε)
3) "Ο κυρ Αργύρης ο Καλλιγάς ήταν γνωστότερος στον τόπο μας ως 'Ο Αργύρης ο Συμβολαιογράφος', οφείλων τον τιτλον αυτόν όχι σε κάποιες σπουδές, όχι σε κάποιο αξίωμα αλλά αποκλειστικώς στην ιδιορρύθμου εμπνεύσεως  ταμπέλα του μαγαζιού Υποδηματοποιείον Το Συμβόλαιο". (Νίκος Βασιλειάδης, Ο Συμβολαιογράφος).
4) "Όσον καιρό προετοιμαζόταν για τη συγγραφή εκείνου του βιβλίου, έχασε δώδεκα κιλά, πήρε δεκαπέντε κιλά, έχασε εκ νέου έντεκα κιλά, πήρε εν συνεχεία τέσσερα κιλά, και έπαψε να ζυγίζεται". (Γιώργος Ικαρος Μπαμπασάκης, Βιβλίο συμβάντων και αναφορών).
5) "Ο Τζο Μπέρι σκούπισε σχολαστικά τα τελευταία υπολείμματα σάλτσας μακαρονιών με ένα κομμάτι ψωμί και στη συνέχεια έσμπρωξε το πιάτο μακριά του - αυτό ήταν και το τέλος του τελευταίου γεύματος της ζωής του". (Γκράχαμ Μάστερτον, ο Αρχοντας του Ψεύδους).
6) "Τη μέρα που ο Ιννι Βίντροπ αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, οι μετοχές της Φίλιπς έφτασαν στις 149,60 μονάδες". (Κεες Νοοτεμποομ, Ιεροτελεστίες).
7) "Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ λογοκλόπος, θα έλεγα ότι έτσι άρχισε* " (Πιερ Μερό, Εκτός πραγματικότητας) - Αξίζει να αντιγράψω τη σημείωση της μεταφράστριας: *Ça a débuté comme ça, πρόκειται για τη φράση με την οποία ξεκινά το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Σελίν. Α, και πάρε ένα λινκ ακόμη.
8) "Et il arrivait parfois ce qui arrive à présent : Georges Gerfaut est en train de rouler sur le boulevard périphérique extérieur". Εντάξει, το ομολογώ, αυτό βρίσκεται στη λίστα μόνο και μόνο επειδή γιατί είναι η αρχή του πρώτου βιβλίου που προσπάθησα και κουτσοκατάφερα να διαβάσω στα γαλλικά. Υπέροχος Ζαν Πατρίκ Μανσέτ, το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής
9) "That Theodore Street was dead was not a matter open to debate". Percivall Everett, American Desert.
10) When David Pepin first dreamed of killing his wife, he didn’t kill her himself. He dreamed convenient acts of God. Adam Ross, Mr Peanut. Είμαι μεγάλος απατεώνας, δεν το 'χω διαβάσει αυτό το βιβλίο. Μού το πρότεινε πριν από κάτι μήνες η φίλη μου η Β. να το διαβάσω, το κατέβασα, διάβασα την αρχή, μου φάνηκε εξαιρετική η εναρκτήρια πρόταση, αλλά δεν έχω ακόμη προχωρήσει παρακάτω.

Παρατηρείς, ίσως, πως τα περισσότερα λινκ που δίνω παραπέμπουν σε παλιότερες δημοσιεύσεις αυτού του ιστολογίου. Αυτό το κάνω α) για να blogήσω τα γένια μου, β) για να θυμηθώ και να νοσταλγήσω παλιότερες ιστολογικές και όχι μόνο περιόδους, ευκολότερες από τη σημερινή, γ) ενδεχομένως και ως ένα είδος απολογισμού λίγο πριν από το φινάλε, το οποίο αναπόφευκτα θα έρθει, γιατί μη ξεγελιέσαι από την πληθώρα των αναρτήσεων τελευταία, το μπλογκ αυτό αργοπεθαίνει εδώ και καιρό, δ) ενδεχομένως για να τσιμπήσω έστω δυο τρία σχόλια που θα με παρακαλάνε, μη Πάνο, μην το κλείνεις το μπλογκ σου.
Τόσο μαλάκας.

Τη δυσκολία ανεύρευσης των ιδανικών εναρκτήριων γραμμών στη συγγραφή ενός βιβλίου συμπυκνώνει τέλεια αυτή εδώ η σκηνή από το "Πέτα τη μαμά απ' το τρένο".


10-1 2012


Εδώ, από το 10 έως το 1, κατά σειρά εμφάνισης: Ντριμσκέηπ (κλέψιά πρώτη, πρόκειται για επανακυκλοφορία ηχογραφήσεων της δεκαετίας του '90, αλλά και τι μ' αυτό;), Γουόκμεν, Τίντερστιξ, Μόνο, Ράιαν Τιγκ, Μοτοράμα, Χίντεν Ορκεστρα, Μπέημπι Γκουρού, Μαξ Ρίχτερ (κλεψιά δεύτερη, πρόκειται για επανεκτελέσεις των βιβαλντικών τεσσάρων εποχών, αλλά και τι μ' αυτό;) και Ματ Ελιοτ. 
Με την επισήμανση ότι σε καμία περίπτωση αυτό και το προηγούμενο ποστ δεν αφορούν τα καλύτερα του 2012, απλώς αυτά που άκουσα περισσότερο από τις κυκλοφορίες του 2012. 

24 Δεκ 2012

Το ΔΝΤ της λογοτεχνίας

Ο φίλος μου ο Μήτσος λέει πως πίνω άτσαλα, πολύ γρήγορα. Δίκιο έχει μάλλον. Πίνω όπως τρώω, όπως μιλάω, όπως φέρομαι. Ατσούμπαλα, παράφορα. Στραγγίζω δυο τζέημσον στο μισάωρο. Στη μια ώρα τεσσερα, και πρέπει να φύγω από το μπαρ, για να διατηρήσω κάποια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Με τον ίδιο άναρχο, κουλουβάχατο τρόπο διαβάζω. Σκόρπια μισοξεκινημένα βιβλία στο σπίτι ή σε ηλεκτρονική μορφή στο κινητό τηλέφωνο. Πού και πού βρίσκεται κάποιο το οποίο με γραπώνει από τα αρχίδια και δεν με αφήνει να το αφήσω από τα χέρια μου. Οπως σήμερα η συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Παλαβού "Αστείο".
Κάποτε περιφρονούσα τους έλληνες συγγραφείς, μη ρωτάς γιατί. Όχι πια. Δεν θυμάμαι πότε και ποιοι έλληνες συγγραφείς με ανάγκασαν να αλλάξω γνώμη. Δεν τσιγγουνεύομαι τα καλά λόγια. Ούτε είμαι δύσπιστος απέναντι στους νέους συγγραφείς. Ούτε κοιτώ αφ' υψηλού τους νεότερους ηλικιακά που εκδίδουν τα βιβλία τους. Τελευταία μόνο νιώθω ένα έλειμμα γενναιοδωρίας ως προς το αντίτιμο, ως προς την τιμή ενός βιβλίου. Η κρίση, βλέπεις. Στην περίπτωση του "Αστείου" κάνω τον εξής (αστείο και ελπίζω σωστό) υπολογισμό: 8 ευρώ για το ένα βιβλίο που διάβασα μέσα σε περίπου τρεισήμισι ώρες. Τρεισήμισι ώρες ουσικοποσίας, δηλαδή δεκατέσσερα(!) ουσίσκια, από 3,5 ευρώ το καθένα (τιμή Μικρόπολις, η χαμηλότερη που ξέρω) 49 ευρώ χώρια τα έξοδα μετάβασης και διαμονής στο νοσοκομείο. Κέρδισα δηλαδή σήμερα 41 ευρώ. Epic win. Προλαβαίνω να πάω σε κάποιο μπαρ να το γιορτάσω.

Περισσότερα και αναλυτικότερα για το εξαιρετικό "Αστείο" του Γιάννη Παλαβού στο bιβλιονέτ και στο ιστολόγιο ΝΟ14ΜΕ

20-11 2012

Κατά σειρά εμφάνισης, από το είκοσι στο έντεκα, Λε φραγμάντς ντε λα νουί, ολαφούρ άρναλντζ, άντολφ πλέηζ δε τζαζ, μάη ετζουκέσιον, εντ όλσο δε τριζ, του γούντιντ μπερντζ, μπομπ μουλντ, μπέρνινγκ χαρτς, άλο ντάρλιν, καλέξικο.

20-11 2012

23 Δεκ 2012

Το ωχ της φτώχειας

Οι λίγες, ας πούμε, τρόπον τινά ποιοτικές αναρτήσεις αυτού του ιστολογίου στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι γέννημα των πολλών μοναχικών (αυτό ακούγεται ακόμη πιο "ίίίου" και δηθενιά από τα στάνταρ μου) περιπάτων μου. Τώρα τελευταία δεν περπατώ πολύ συχνά μοναχός, συνήθως συμβρίσκομαι με καλούς συμπάσχοντες ανθρώπους. Ως εκ τούτου, αναπόφευκτα, παρατηρείται μια δραματική πτώση στην ούτως ή άλλως αμφισβητούμενη ποιότητα των αναρτήσεων του ιστολογίου. Κοινώς, γράφω χαζαμάρες γιατί οι άλλοι με βοηθάνε να παλεύω κάπως τη μιζέρια μου.
Μπορεί η κόλαση να είναι οι άλλοι αλλά και ο (μ)παράδεισος επίσης είναι κάποιοι άλλοι.
Σήμερα ωστόσο, ευρισκόμενος στο σουπέρμάρκετ, αγοράζοντας ένα μπουκάλι κρασί σε προσφορά και αναλογιζόμενος τα προχθεσινά και τα χθεσινά καμώματα διαφόρων καλών ανθρώπων εν μέσω οινοποσιών, συνειδητοποίησα έχουν πολύ μεγάλο θράσος οι άνεργοι που επιμένουν και τολμούν να προσπαθούν να περάσουν καλά. Που ανεβάζουν στα σόσιαλ μίντια φωτογραφίες γλεντιού. Που εξακολουθούν να κοιτάνε τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Οι φτωχοί δεν δικαιούνται να απολαμβάνουν. Οι φτωχοί πρέπει να υποφέρουν, διότι αλλιώς τι σκατά φτωχοί είναι; Δικαιούνται να διαμαρτύρονται για τη φτώχεια τους, αλλά όχι πολύ, χωρίς εξαλλοσύνες και βίες και μόνον στις εκπομπές του κυρίου Αυτιά. Δικαιούνται να βλέπουν μπάλα, να πηγαίνουν στο Δελφινάριο, όχι στο Μέγαρο Μουσικής ή στις γκαλερί του Λονδίνου. Δικαιούνται μόνο να επιβιώνουν ως αποτέλεσμα της φιλευσπλαχνίας των πλουσίων έτσι ώστε επιβιώνοντας να συνεχίσουν να ευγνωμονούν τους φιλάνθρωπους πλουσίους για τη φιλευσπλαχνία τους. Φτωχός που απολαμβάνει, για να λέμε την αλήθεια, δεν είναι πραγματικά φτωχός. Διότι τον τρόπο ζωής τους, τι δικαιούνται να κάνουν και να μην κάνουν, τη διαβίωση των φτωχών τέλος πάντων, ακόμη και την ίδια την έννοια της φτώχειας οι έχοντες και οι κατέχοντες θα την ορίσουν. Εσύ πού να ξέρεις από φτώχεια, πτωχέ;   

ΥΓ - Και μια απορία για τη φετινή μπλογκοβίζιον, που είναι αλήθεια πως δεν την παρακολούθησα από πολύ κοντά: Ο φετινός Ματ Ελιοτ ρε παιδιά δεν ψηφίστηκε από κανέναν; 


 

Ο χαμένος ξάδερφος
του έλληνα βουλευτή στις ΗΠΑ

Ενας υπάλληλος στην Υπηρεσία Κοινωνικής Ασφάλισης στις ΗΠΑ φέρεται να είναι ο μακρινός, από χρόνια χαμένος, ξάδερφος έλληνα βουλευτή της Δημοκρατικής Αριστεράς. 
Το κουβάρι των αποκαλύψεων άρχισε να ξετυλίγεται στις 10 του Δεκέμβρη τρέχοντος, όταν ο 38χρονος ξάδερφος δέχθηκε επίσημη επίπληξη από την υπηρεσία του λόγω των επανειλημμένων ύποπτων εκ μέρους του διαρροών, τις οποίες οσφρήστηκαν, πραγματικά λαγωνικά, οι συνάδελφοί του, οι οποίοι φρόντισαν να ενημερώσουν το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού ώστε να επιληφθεί για τα περαιτέρω.
Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες, ο 38χρονος κατηγορείται για σαμποτάζ στον εργασιακό χώρο, αφού με τις διαρροές του (πάνω από 60 το φθινόπωρο του 2012) κατάφερε να δημιουργήσει ένα ανυπόφορο και εχθρικό εργασιακό περιβάλλον.
Ο 38χρονος παραδέχθηκε τις διαρροές αερίων από το στομάχι του ισχυριζόμενος ότι δεν μπορούσε να τις συγκρατήσει τις κλανιές του. Είναι κληρονομικό το πρόβλημα, είναι στο DNA της οικογένειας, φέρεται να δήλωσε κατά την απολογία του.
Ο Γρηγόρης Ψαριανός επισήμως αρνήθηκε να σχολιάσει τις εξελίξεις, ωστόσο φέρεται να δήλωσε στον προσωπικό του κύκλο: "Ναι, μίλησα με το ξαδερφάκι. Ναι τον μαλάκα, κλάνει κι αυτός. Τού είπα να κάτσει εκεί που τον κάτσανε και πως αν ήταν έλληνας δημόσιος υπάλληλος, με τέτοιο πειθαρχικό παράπτωμα, μπορεί και να τον απολύαμε"

Πηγές 1, 2

ΥΓ. Για όνομα, φανταζομαι πως δεν χρειάζεται να ξεκαθαρίσω το προφανές, σωστά; 

 

Πάτησον με, άκουσον και

Μάλλον κάτι άλλο εννοούσε ο Γκυ Ντεμπόρ όταν έγραφε στην κοινωνία του θεάματος "η θεαματική κατανάλωση, που συντηρεί την πηγμένη παλιά κουλτούρα, περιλαμβανομένης της επαναφομοιωμένης επανάληψης των αρνητικών της εκδηλώσεων, γίνεται ανοιχτά στον πολιτισμικό της τομέα αυτό που είναι σιωπηρά στην ολότητά της: η κοινοποίηση του μη κοινοποιήσιμου", εμένα όμως στο μυαλό μου ήρθανε απρόσκλητα τα σόσιαλ μίντια. 
Η ουσία πάντως αυτή τη φορά δεν είναι στις λέξεις αλλά στους ήχους που ακολουθούν, για τις μέρες που 'ρχονται. Καιρό είχα να κάνω μια καθαρά μουσική ανάρτηση.


21 Δεκ 2012

Ξεπεσμός και κατρακύλα

Πρότεινα χθες σ' έναν φίλο να συνοδεύσει τη φωτογραφική του ανάρτηση με τούτες τις αράδες, οι οποίες απορρίφθηκαν κατηγορηματικά: "Οι εικόνες που αποσπώνται απ' όλες τις όψεις της ζωής συγχέονται σε μια κοινή πορεία, όπου δεν μπορεί πια να αποκατασταθεί η ενότητα της ζωής αυτής. Η πραγματικότητα, θεωρούμενη αποσπασματικά, ξεδιπλώνεται στη γενική της ενότητα σαν ψευδόκοσμος κατά μέρος, σαν αντικείμενο μόνο της παρατήρησης". (Γκυ Ντεμπόρ, Η κοινωνία του θεάματος). 

Βρε τον δύσμοιρο Ντεμπόρ, που τον είχα και για πολύ σουξεδιάρη γενικώς. 

Ίσως, για την ψευδαίσθησή μου αυτή, να φταίει και τούτο εδώ του ποιητή Ορκ Τελεία Οργκ από τη συλλογή του "Chill-out μάου-μάου", εκδόσεις "Ξεφτίλα".   

Στο λεωφορείο με ύφος σνομπ διάβαζα τον Γκυ Ντεμπόρ, (σκατά σ)την κοινωνία του θεάματος και ως εκ θαύματος πλησίον μου καθίσαν δύο κοπέλες σε κουβέντα για την ιστορία της τέχνης απορροφημένες, μέσα μου σκέφτηκα να η ευκαιρία, από τις δύο θα μου κάτσει η μία, και με το βιβλίο πάνω στην κεφάλα μου είπα την κοτσάνα μου "κορίτσια είμαι κάτω από τον Γκυ, δεν μ' αξίζει ένα φιλί;".

ΥΓ. Κλείστο ρε Πάνω το ρημάδι!


20 Δεκ 2012

Παλλαϊκό αίτημα, να τελειώνουμε
με αυτή τη γελοιότητα

Ο ερωτευμένος με την τραγουδίστρια της πίστας φέρελπις μαρκετίστας, μανιακός με τη στρατηγική διείσδυση και τη βουκωλική την ποίηση, άνοιγε του θανάτου βάσεις δεδομένων, έγραφε του κάκου στίχους ερωτευμένων παρασυρμένος στου έρωτα το καρουζέλ σε φύλλα του εξέλ, σε στιλ "τα μαλλιά σου να λύσεις και να με φιλήσεις, στην αγκαλιά σου να με κλείσεις", κάπου εκεί κολλούσε, το χούι το επαγγελματικό κυριαρχούσε, τη συνέχεια στο μακμπούκ πληκτρολογούσε  "επιχειρηματικές λύσεις στον καιρό της κρίσης, όλες οι απαντήσεις κι oι ομορφιές της ζήσης κρύβονται μες στις πωλήσεις, θέλεις, μωρό μου, μαζί μου να τις ζήσεις;" - κάλλιο έρωτας γιάπης παρά στο γιαπί εργάτης; 
 
Τιπόσος Πωσπουπότες, "Η πόπη η αντιλόπη κυνηγούσε το τόπι σε όλη την Ευρώπη, εντέλει ανταμείφθηκαν όλοι της οι κόποι", εκδόσεις "Ευπώλητη απωλήτικη πωλητεία".



17 Δεκ 2012

Βίος του ποιητή Ομοιοκατάληκτου
του Λαχανορρυθμικού

Ο ποιητής Λαχανορρυθμικός είχε από μικρός τόσο ωραία και δυνατή φωνή που τον έβαζε η δασκάλα να διαβάζει το μάθημα στα παιδιά τ' άλλα, κι έτσι φάνηκε από νωρίς το πρόβλημα του ποιητή που το 'χε εκ γενετής, ξάφνου του κοβότανε η αναπνοή, λαχάνιαζε πολύ κι έχανε το ρυθμό, τον φωνάζανε από τότε τα παιδιά χοντρό, αργότερα ως φοιτητής, έγινε αριστεριστής και πριν από τις πορείες μαζεύονταν στις φοιτητικές εστίες για να  βγάλουν συνθήματα που να 'χουν βαθιά νοήματα, μα δεν ήξερε από ομοιοκαταληξία, αλήθεια λέω, όχι αστεία, του ποιητή δεν του έβγαινε η ρίμα, τον κοροϊδεύαν και ήταν κρίμα, τουλάχιστον τα συνθήματα των άλλων τα φώναζε δυνατά κατά το ήττον ή το μάλλον, αλλά και πάλι δυστυχώς του ξέφευγε ο ρυθμός και γινότανε χασμωδία και του βρίζανε οι άλλοι τα θεία και τον Δία, για να βρει ρυθμό είπε να κάνει τον μουσικό, να γίνει μπασίστας, ντράμερ ή κιθαρίστας, μα είχε ταλέντο τελικά μόνο για ατενίστας ή για μαρκετίστας, στο μπλογκ του έγραφε στιχάκια για πεταλούδες και πουλάκια, αλλά καθώς βαριότανε στα σεμινάρια οι λέξεις τού έρχονταν όπως η διάρροια:

Λείπει η λύπη και τα λοιπά τα λίπη
λυπαίνουν τα πλήθη
βρίζει στη βρύση και βρίθει η λήθη
λυδία λίθος ηλιθίως, βραχύς ο βίος
με μακροπρόθεσμες τασεις, αριθμοδείκτης παγίων
ως εαυτόν να αγαπάς τον πλησίον 
(ευλόγησον) 


15 Δεκ 2012

Ερωτισμός στο επιχειρείν

Οταν καεί το μεταμοντέρνο (postmodern), γίνεται τοστ (toastmodern): Αποεπενδύσου! της είπε, ερωτική προσταγή, σε χαμηλό φωτισμό, δείξε μου το πλάνο σου το επιχειρηματικό, τα κορμιά τους σμίξανε με ρυθμό αναπτυξιακό καιγαμώ τοις εκατό, θωπεία στις πωλήσεις, μερίδιο αγοράς να γλείψεις, κοινοπραξία στύσης, αδασμολόγητοι πόθοι στα μεταξωτά σεντόνια, εισαγωγές - εξαγωγές, αντισταθμιστικά οφέλη να σ' αλείψω μέλι, βραχυπρόθεσμη υλοποίηση ολοκλήρωσης από το εξωτερικό, δηγματοληψία στον τρυφερό της το λαιμό, στεναγμοί ειδοποίησης αφίξεως, ικανοποίηση βραχυμεσοπρόθεσμων αναγκών, προσωρινή διασάφηση: πέσμου, τι γίνεται με μας, γουρούνι, μού λες παραμύθια της Χαλιμάς, σου δίνω τη ρήτρα διαφυγής, το τέλος της ερωτικής μας διαπλοκής.

(το πρώτο ωραίο τραγούδι που άκουσα σήμερα ήταν αυτό)

14 Δεκ 2012

Ποιος πέτυχε την πώληση; (μάρκετινγκ νουάρ)

Η Μαίρη και η Σάλι πουλούσανε χαλιά
στα βάθη των ΗΠΑ, σε μια εκκλησιά
Η Μαίρη, γνώστρια βαθιά
Η Σάλι, χαριτωμένη και γλυκιά
Η Μαίρη, καυχησιάρα, ακριβής και ακριβή
Η Σάλι, αγαπησιάρα, πεταλουδίτσα ζωηρή
Την πώληση ποθούσανε, να βγάλουνε λεφτά
Εβαλαν κι οι δυο τα μίνια τους, ήτανε καυτά
Στην εκκλησιά οι γέροι της επιτροπής
αυστηροί, αγέλαστοι και κατηφείς,
στριμμένοι, γεροξούρηδες
κατά βάθος λιγούρηδες
τους τρέχανε τα σάλια
σου λέω μαύρα χάλια
χωρίς ίχνος ντροπής
άτομα με στάτους, περιωπής
σαν είδαν τις κοπέλες
τους ήρθε όρεξη για τρέλες
απάνω τους κολλήσανε σαν βδέλλες
κι έπαθε η επιτροπή λαλά, χοντρό κλακάζ
και των γερόντων οι φόνισσες κατέληξαν στο Αλκατράζ.


13 Δεκ 2012

Χάστε την ιστολογική σας αξιοπιστία
σε πέντε λεπτά

το υπέρτατο ον
γιομάτο κραγιόν
νεαρών θαυμαστριών
στο σπίτι γυρνά
με ύφος γαμιά
κλειδώνει την πόρτα
σβήνει τα φώτα
μετράει αρνιά
να τον πάρει ο ύπνος
βυθισμένο στο λίπος
αναρωτιέται μήπως
αισθάνεται τρύπιος
κουμπαράς
κιλαράς

Τόμας Τζίρεν - Πέτερ Κάπεν, "the space bar between us",  εκδόσεις Αους Λάντερ, μετάφραση Πότης Τσιπούρου

Όλες οι απαντήσεις στα δεινά των δεινοσαύρων


Ισως έχεις ακούσει τώρα τελευταία κάποιον της παλαβής αριστεράς που τολμά να θέλει να κυβερνήσει να λέει (πολλές υποτακτικές στην πρόταση, λες να υπαινίσσομαι κάτι για αριστερά της υποταγής; απαπα) «γιατί αφήνουμε την έννοια της πατρίδας να την καπηλεύεται και να τη λυμαίνεται η ακροδεξιά;». Μη φοβάσαι, δεν θα ασχοληθούμε με αυτό. Θα ασχοληθούμε με κάτι πολύ πιο επίκαιρο, με δεινοσαύρους. Και λέγοντας δεινοσαύρους, δεν εννοώ τη «δεινοσαυρική αριστερά με τις απαρχαιωμένες απόψεις», ποπό ρε συ καλύτερα και από τον Πάσχο τα γράφω,  αλλά τους πραγματικούς δεινοσαύρους, για τους οποίους κάποιοι στις ΗΠΑ σκέφτηκαν «γιατί αφήνουμε την έννοια του δεινοσαύρου να την καπηλεύονται και να τη λυμαίνονται οι οπαδοί της εξέλιξης και του Δαρβίνου;». (Μήπως η αντιστοιχία στη σκέψη αυτή μπορεί να μας οδηγήσει και στο συμπέρασμα πως πατρίδα μας δεν είναι όπου γης, δεν είναι οι κάμποι, δεν είναι τα βουνά, δεν είναι τα παιδικά μας χρόνια, δεν είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο από όπου οπουδήποτε αλλού, αλλά πατρίδα μας είναι οι δεινόσαυροι; Ας μην το πιάσουμε αυτό το νήμα.)
Αυτοί οι φοβεροί τύποι λοιπόν, μέλη μιας οργάνωσης ονόματι Ανσερζ ιν Τζένεσις, (apantiseis sti Genesi – you know, the Bible), έχουν κι ένα μουσείο κάπου στο Κεντάκι. Μουσείο της Δημιουργίας, το λένε. Από τη στιγμή που στις μέρες μας όλοι είμαστε ειδικοί στα πάντα και από τη στιγμή που έχουν επικρατήσει ο ακραίος υποκειμενισμός και η άποψη πως η αλήθεια έχει δύο ή περισσότερες πλευρές, σκέφτηκαν, πολύ λογικά, γιατί να μην έχει δίκιο και ο Θεός και ο Δαρβίνος; Και Γένεση και Εξέλιξη. Και κατακλυσμός και παγετώνες. Και Κιβωτός του Νώε και δεινόσαυροι. Μάλιστα, φίλες μου και φίλοι, στην κιβωτό του Νώε υπήρχαν και δεινόσαυροι όλων των ειδών. Κάποιοι και με σαμάρια. Αμέ. Ολα αυτά εκτίθενται στο Μουσείο, μαζί με πολλά άλλα, όπως ένας... άπεος Αδάμ διότι προφανώς ο Θεός έφτιαξε τον Αδάμ χωρίς το πέος.
Είναι να απορείς μετά που κοτζάμ Λάρι Κινγκ ρώτησε στον αέρα «από τη στιγμή που ισχύει η θεωρία της εξέλιξης, γιατί έχουν σταματήσει οι πίθηκοι να γίνονται άνθρωποι, γιατί υπάρχουν ακόμη τα πιθήκια;». 

Πηγή το απολαυστικό αυτό άρθρο στο τρουθάουτ.

(Να σου πω και κάτι ακόμη, όταν ακούω για καριέρες, επιχειρηματικότητες και διάφορα άλλα τέτοια, εγώ σκέφτομαι το αποκάτω ρεφρέν. Σιχτίρ.)

11 Δεκ 2012

Άγνωστες λεπτομέρειες της παιδικής ηλικίας του Αντρέα του Γίγαντα

Ο Αντρέας ο Γίγαντας, στα παιδικά του χρόνια, ήτανε ήδη τεράστιος και δεν χωρούσε στο σχολικό λεωφορείο, λίγο έλειψε να μείνει ξύλο απελέκητο, ευτυχώς ένας σπλαχνικός κύριος, θεατρικός συγγραφέας, κουλτουριάρης ή κάτι τέτοιο, που τον λέγανε Σάμιουελ Μπέκετ και έπαιζε χαρτιά με τον μπαμπά του Αντρέα, προσφέρθηκε να τον πηγαινοφέρνει καθημερινά με το γιωταχί του στο σκολείο και κάπως έτσι α) μπόρεσε να μορφωθεί ο Αντρέας και να γίνει ένας από τους ήρωες του κατς και β)  εμπνεύστηκε ο Μπέκετ το πιο διάσημό του έργο, το "Περιμένοντας τον Γκοντό" του οποίου ο αρχικός τίτλος ήταν "Περιμένοντας τον Χοντρό (να σκολάσει από το σκολειό)", στη διαδρομή συζητούσαν λέει για κρίκετ, αλλά αυτό μού φαίνεται κάπως τραβηγμένο, κάπως ασαφές, ίσως και λιγάκι αναληθές, είναι άλλωστε λεπτή η γραμμή μεταξύ αλήθειας και ψέματος και καμιά φορά, χάριν κάποιας χοντρής πλάκας, γράφονται χονδροειδέστατα ψεύδη, που όμως σε περιπτώσεις όπως του ελληνικού κουλουριού ή του αμερικανικού κρεμμυδιού αποτελούν υψηλότατη τέχνη, και διάβασα το ορίτζιναλ στόρι στην Κ. που με πήρε στο ψιλό και μού είπε απογοητευμένη μετά από τόσα χρόνια που με ξέρει ότι τελικά δεν έχω και τόσο λεπτή αίσθηση του χιούμορ. 

Σε τούτο το ιστολόγιο, παρότι γενικώς γράφουμε αρλούμπες, πάντα επανερχόμαστε στις ιστορίες που έχουμε ξεκινήσει στο παρελθόν. Θυμήσου, για τον Αντρέ δε Τζάιαντ τα είχαμε πει εδώ και γενικότερα για το κατς εδώ

ΥΓ. Σήμερα άκουσα το νέο ep των Sugar Factory. Τα σπάει. 



Αποσύνδεση, μια αθώα νέα διαδικτυάκη τάση ή μήπως κάτι πολύ πιο επικίνδυνο;


Θα είμαι ξεκάθαρος.
Λοιπόν, υποψιάζομαι πως πρόκειται για κάποια παγκόσμια συνωμοσία που μας θέλει όλους αποσυνδεδεμένους είτε ενόψει της καταστροφής του κόσμου στις 21/12, είτε ενόψει της γέννησης του Θεανθρώπου στις 25/12 είτε ενόψει της έλευσης της Δόσης, συγγνώμη της Δευτέρας Παρουσίας ήθελα να πω, είτε τέλος πάντων ενόψει κάποιων πολύ σημαντικών πολιτικών εξελίξεων (όπως πχ της διάσπασης στους ΑΝΕΛ). Κι αν δεν πρόκειται για παγκόσμια συνωμοσία, τότε πρόκειται για κάποιο χοντρό εμπορικό οικονομικό παιχνίδι, για ένα νέο παγκόσμιο τρεντ, από το οποίο ως συνήθως οι παγκόσμιοι ολιγάρχες, οι ανθρωποχειριστές, οι διαμορφωτές αντιλήψεων, θα θησαυρίσουν χάρη στη (μη) διαδικτυακή συμπεριφορά των πολλών αθώων, αφελών εν αγνοία ανθρώπων που θεωρούν ότι επιλέγουν ελεύθερα και ότι οι ίδιοι ορίζουν τις τύχες και τις πράξεις τους, τη στιγμή που όλοι είμαστε κατευθυνόμενα πιόνια στα χέρια των παγκόσμιων επικυρίαρχων.
Δεν έχεις καταλάβει γρυ ε; Να σου πω σε τι αναφέρομαι ευθύς αμέσως: ο φίλος μου ο thanosk την έκανε τις προάλλες από το τουίτερ. Εγραψε αυτό το κείμενο δικαιολογώντας την απόφασή του και αργότερα παρέπεμψε και σε αυτό το κείμενο, το οποίο εν ολίγοις -και εφόσον βαριέσαι (μη βαριέσαι!) να πατήσεις το λινκ και να το διαβάσεις ολόκληρο- λέει πως είναι πάρα πολύ ωφέλιμο να αποσυνδεθείς από το διαδίκτυο και τα σόσιαλ μίντια για κάποιο καιρό γιατί σου δίνει την ευκαιρία απερίσπαστος να αφοσιωθείς στις δικές σου σκέψεις, στις δικές σου ανάγκες και να ρίξεις και μια ματιά στον πραγματικό κόσμο γύρω σου χωρίς τον παραμορφωτικό φακό του διαδικτύου.
Καλά όλα αυτά, αλλά όλοι κάπου τα έχουμε ξανακούσει κατά διαστήματα. Ψύλλοι στα αυτιά μου όμως μπήκανε και άρχισα να υποψιάζομαι την ύπαρξη της προαναφερθείσας παγκόσμιας συνωμοσίας αυτών των σκοτεινών συμφερόντων που μας θέλουν αποσυνδεδεμένους για τα δικά τους οικονομικά και όχι μόνο οφέλη όταν σήμερα το πρωί, πριν καν πιω καφέ, με την τσίμπλα στο μάτι, τρελαμένος ακόμη με τα όνειρα που έβλεπα και ευρισκόμενος στο χώρο όπου ακόμη και οι βασιλείς απολαμβάνουν από ένα έως και είκοσι λεπτά μοναξιάς, διάβασα αυτό το κείμενο στους ΝΥ Times, το οποίο ανερυθρίαστα και απροκάλυπτα δίνει γραμμή: ώρα να αποσυνδεθείς!   λέειΚι εκεί που με την υπέροχη παρατήρησή του "Social media did not invent the need to be loved or the fear of being unloved. They just revealed them in new ways" ο αρθρογράφος κοντεύει να με πείσει, διαπιστώνω ότι και στο προηγούμενο άρθρο του, τα ίδια έγραφε! Αχά (take on me), δεν είναι σύμπτωση, πρόκειται περί εκστρατείας και μάλιστα πολύ καλά οργανωμένης. Ενορχηστρωμένη επίθεση στη διαδικτυακή μας παρουσία, στοn ηλεχτρονικό μας ακτιβισμό, που προφανώς έχει τρομοκρατήσει τους ολιγάρχες και μας θέλουν όλους offline. Ε λοιπόν, ας το ξεκαθαρίσω μια και καλή στα παπαγαλάκια της παγκόσμιας ολιγαρχίας: κύριε thanosk, κύριε Αντριου Ρόζενθαλ, κύριε Ανταμ Μπράουλτ (ή όπως αλλιώς προφέρεστε), δεν θα σας περάσει, νο πασαράν, χάστα λα ιντερνέτια σέμπρε και ταλιμπάν και ταλιμπάν.


10 Δεκ 2012

Είμαι άδικος, το ξέρω, σαν τη ζωή


Ευτυχώς που υπάρχουν φτωχοί, διαφορετικά τι θα γινόμασταν κι εμείς οι φιλάνθρωποι; Χάρη στους φτωχούς, τους εξαθλιωμένους, μπορούμε να εφαρμόσουμε κοινωνική πολιτική για να ελαφρύνουμε τους πολίτες από τα επώδυνα βάρη που επέφεραν οι απαραίτητες για την οικονομική ευημερία διαρθρωτικές αλλαγές. Ηταν απαραίτητο να αυξηθεί ο αριθμός των ανέργων, ώστε να μπορούμε να θέσουμε σε λειτουργία τα προγράμματα διά βίου εκπαίδευσης και επανακατάρτισης. Τόσα ΚΕΚ ανοίξαμε, τι θα τα κάναμε; Μπιλιαρδάδικα; Η κοινωνική προσφορά, αγάπη μου, σε γεμίζει. Δεν υπάρχει πιο υπέροχο συναίσθημα από το να βοηθάς τους πτωχούς να μην πεθάνουν από την πείνα. Τόσο παντεσπάνι τριγύρω γιατί να πάει χαμένο; Πηγαίνω καμιά φορά στου άντρα μου τους εργάτες, που τους έχει απλήρωτους, αλλά και στους απολυμένους, Χριστέ μου, σε τι συνθήκες ζουν αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς θέρμανση, χωρίς σολωμό και κάλβο. Τους μοιράζω μακαρόνια, ρύζι, ευχές, κουράγιο. Τους λέω να μην απελπίζονται. Τους πηγαίνω και την τηλεόραση εκεί, τους δίνω την ευκαιρία να βγουν στα κανάλια. Ποιος ξέρει, αν έχουν φωτογένεια, μπορεί να βγουν στην εκπομπή της Αννίτας Πάνια. Παίρνω και ένα ιερέα μαζί μου, να τους εξομολογήσει. Να πάνε στον παράδεισο τουλάχιστον της γης οι κολασμένοι. Χρυσό μου, ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη, ειδάλλως αυτό το συναίσθημα προσφοράς και αλληλεγγύης θα με κατέπνιγε, δεν θα ήξερα πού να προσφέρω αυτά που δεν χωράνε στην τσέπη, στο πορτοφόλι, στο θησαυροφυλάκιό μας. Ευτυχώς που υπάρχουν φτωχοί, κατατρεγμένοι για να έχω κάτι να ασχολούμαι βρε αδερφέ. Ολο τένις και κουμ καν, καταντάει βαρετό. Και πόσες φορές πια να πας για ψώνια στο Μιλάνο; Όόόοχι, χρυσό μου, οι φτωχοί είναι το καλύτερο το χόμπι. Τους αγαπώ τους φτωχούς εγώ. Σου λέω, χάρη σε αυτούς γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. 

9 Δεκ 2012

Ο κουραμπιές (τόσο μελό ποστ που θα μπορούσε να λέγεται και μελομακάρονο)

Βρεθηκε στο ράφι χωρίς να καταλάβει πώς. Ηταν κι άλλοι εκεί σε καραντίνα. Φοβόταν το σκοτάδι, ευτυχώς τον καθησύχαζαν οι άλλοι, ο ένας τον άλλον. Κάνανε μαζί σχέδια διαφυγής. Ομως απαγορευόταν η ομαδική απόδραση, ο καθένας μπορούσε να δραπετεύσει μόνος. Σκεφτόταν πως, αν έφευγε, θα βρισκόταν κάπου στο άγνωστο μόνος. Οι άλλοι θυσία στο βωμό μιας αβέβαιης νέας αρχής. Προτιμούσε την καραντίνα με τους άλλους. Που όλο λιγόστευαν. Ενας-ένας την έκανε απ' εκεί ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω. Δεν ήταν ηλίθιοι, επέλεγαν τη λήθη. Ωσπου έμεινε μόνος. Στην αποθήκη μάζευε σκόνη. Τον ξεσκόνιζαν καμιά φορά, αλλά όχι πολύ συχνά. Στην αρχή δειλά και στη συνέχεια με θράσος, ήρθαν οι αράχνες να στήσουν τον ιστό τους. Πήρε να ιδρώνει. Ποτάμια βρόμικου ιδρώτα σχημάτισαν μια λίμνη, ένα έλος, γύρω του. Είχε βαλτώσει οριστικά.
Πού και πού, για να ευθυμήσει, σκεφτόταν τον αστικό θρύλο σύμφωνα με τον οποίο το συγκρότημα Μάνκιζ, ένα από τα πρώτα κατασκευασμένα μπόη μπαντζ στην ιστορία, αρνήθηκε να εντάξει στο ρεπορτόριό του το τραγούδι Σούγκαρ-Σούγκαρ, θεωρώντας το "υπερβολικά χαζοχαρούμενο". Ετσι αυτό κατέληξε να γίνει σούπερ επιτυχία από τους Αρτσιζ.  

ΥΓ. Δεν ακούω κουβέντα, το βίντεο τα σπάει. Ψυχεδελέ.


3 Δεκ 2012

e-περπαρατήρηση

Περπατάω πολύ. Είναι ο μοναδικός τρόπος για να μην παχύνω κι άλλο. Κάποιες φορές περπατώ σαν τον Μπρους Σπρίνγκστιν στο βιντεοκλίπ τού Streets of Philadelpheia. Αλλες φορές σαν τον Ρίτσαρντ Ασκροφτ στο Bittersweet Symphony. Σαν τη Σάρα Νέλσον στο Unfinished Sympathy. Εντάξει, αποφεύγω να κυκλοφορήσω μόνο με το γιλεκάκι μου, με μια κιθάρα κόκκινη και την αλήθεια σαν τον Μπόνο στο Desire ή παντελώς γυμνόστηθος σαν τον Αντονις Κιέντις στο Under the Bridge από σεβασμό προς τη δημόσια ψυχική υγεία. Ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, έχω μία και μοναδική, αποκλειστικά δική μου περπατησιά, αλλά είναι φορές, ανάλογα με το έδαφος, τον καιρό, το παπούτσι, τα ρούχα, αν έχω φάει πριν, τι έχω φάει πριν, αν έχω πιει πριν, τι -και κυρίως πόσο- έχω πιει πριν, που νιώθω την περπατησιά μου να αλλάζει, άλλοτε ανάλαφρη, άλλοτε σερνάμενη, άλλοτε να περπατάει ένας χοντρός βούδας, άλλοτε ένας λεπτός περιπτεράς βγαλμένος από το λαϊκό τραγούδι, πού και πού ένας μικρός θεός φτερωτός, ένας 13ος μισθός που τον καταργήσανε οι άθλιοι μνημονιακοί οσφυοκάμπτες. 

Χρόνια τώρα παρατηρώ περπατησιές. Είναι το χόμπι μου, η περπαρατήρηση. Παρατηρώ άνδρες και γυναίκες, αν και η μελέτη της περπατησιάς των τελευταίων είναι κάπως δύσκολη διότι συχνά με αποσπούν άλλα τους χαρακτηριστικά, αλλότρια προς το αντικείμνο μελέτης αυτό καθαυτό, δηλαδή την περπατησιά. Αλλοι περπατούν χοροπηδηχτά, άλλοι σβαρνίζουν τα πόδια τους, άλλοι περπατούνε κουνιστά, άλλοι με μεγάλες δρασκελιές, άλλοι σαν να βαριούνται, άλλοι με τεράστιες δρασκελιές και άλλοι με πολλά γρήγορα βηματάκια, άλλοι σαν κοτόπουλα, αλλοι σαν να φτιάχνουνε φραπέ, αλλοι με το κεφάλι κάτω ψαχνοντας πεντοχίλιαρα κι άλλοι με το κεφάλι ψηλά, χαμένοι στα σύννεφα.

Κοίτα να δεις ρε φίλε, που βαριέμαι να κάνω το τουίστ και να τελειώσει το κείμενο με κάτι και καλά αστείο. Να στο πω περιληπτικά: Εφόσον αποσύρονται οι κασέτες από τα λεξικά και τα γουόκμαν από την αγορά, μπορώ να χρησιμοποιήσω το μπραντ νέημ walkman για τη δική μου πατέντα, για το δικό μου εμπόρευμα, για μια νέα ψηφιακή πλατφόρμα, εμένα τον ίδιο δηλαδή, ως περιπατητή και περπαρατηρητή - προσφέρω το κορμί μου στην επιστήμη και στην τεχνολογία (τεντέξ, σου μιλάω, με ακούς;) για να στηθεί ένα πομπός, pay per view σε φάση, που θα μεταδίδει στις οθόνες υπολογιστή και τηλεόρασης των συνδρομητών βιντεοκλίπ ανάλογα με το τρόπο που περπατάω. Πέρα από τα τρία προαναφερθέντα στην αρχή, οι επιλογές είναι πάρα πολλές: walk like an egyptian, take a walk at the wild side, walking on sunshine, και αναρίθμητα άλλα που βαριέμαι τώρα να σκεφτώ και να γράψω, αλλά αν το επιθυμείς, φίλε επισκέπτη, μπορείς να βάλεις τις τραγουδιστικές περιπατητικές προτάσεις στα σχόλια και να μπεις στην κλήρωση, ένας νικητής θα κερδίσει μια ετήσια συνδρομή στην πλατφόρμα Walkman του ΠάνωςΚ. 

Πουφ, ακεφιές...


2 Δεκ 2012

Μια εγκαταλελειμμένη ατμομηχανή
πνιγμένη στη βλάστηση*

Τώρα αλλά και σχεδόν πάντα. Όταν βαριέμαι, αντί να κάθομαι να γράφω κάτι, που ούτως ή άλλως έχει ελάχιστη σημασία, αξία και κερδοφορία, μού 'ρχεται να πετάξω πέντε-έξι-εφτά λινκ στη σειρά, να σου πω "να, πρώτα άκουσα αυτό, μετά διάβασα εκείνο, μετά το άλλο, το παράλλο" και με τον τρόπο αυτό να διαβάσεις ένα ποστ χωρίς δικές μου λέξεις, διαβάζοντας (ακούγοντας, βλέποντας) μόνο τις πηγές, και να καταλάβεις τι θέλω να σου πω. Να, πάρε (και μη διαβάσεις την υπόλοιπη ανάρτηση): 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7

Δεύτερο μισό του 19ού αιώνα, Περού.  Κάρλος Φιτζκαράλντο, άρχοντας του καουτσούκ στην περουβιανή ζούγκλα. Πραγματικό πρόσωπο, όχι γέννημα κάποιας καλλιτεχνικής ονειροφαντασίας. Μεγάλο αρχίδι, όχι από άποψη μεγέθους αλλά από άποψη ηθικής. Αδίστακτος στις μπίζνες, πρόγονος των σημερινών μνημονιακών εκβιαστών αφεντικών, δίνει την επιλογή στους ιθαγενείς είτε να δουλέψουν για λογαριασμό του υπό πραγματικά αντίξοες συνθήκες με κίνδυνο να χάσουν τη ζωή τους είτε να εκτελεστούν πάραυτα χάνοντας σίγουρα τη ζωή τους (αυτό είναι που λέμε "ευκαιρία ζωής!"). Μοναδικό του επίτευγμα, πέρα από τις δολοφονίες ιθαγενών, η μεταφορά ενός ποταμόπλοιου πάνω από το βουνό, αφού φυσικά πρώτα το διαλύει στα εξ ων συνετέθη, δηλαδή όχι αυτός, αλλά οι εργαζόμενοί του. Ετερο επίτευγμά του, ακούσιο: ενέπνευσε τον Βέρνερ Χέρζογκ ο οποίος με τη σειρά του ενέπνευσε τον Γιόχαν Γιοχάνσον ο οποίος με τη σειρά του ενέπνευσε τον Πάνω Κάτω (όλα θα τα πούμε με τη σειρά τους).

1928, Βραζιλία. Ο Χένρι Φορντ συμφωνεί με την κυβέρνηση της Βραζιλίας για τη δημιουργία της Φορντλαντίας, μιας πόλης που θέλει να χτίσει ο αμερικανός μεγιστάνας εντός του τροπικού δάσου με σκοπό την εκμετάλλευση του καουτσούκ, για τα λάστιχα της αυτοκινητοβιομηχανίας του. Προσπαθεί να επιβάλλει τα αμερικανικά ήθη στους ιθαγενείς εργαζόμενους: απαγόρευση αλκοόλ, διατροφή με χάμπουργκερ και άλλα τέτοια γελοία. Φυσικά οι ιθαγενείς λεβέντες ταπηροκρανιάζονται και εξεγείρονται. Για αυτούς και άλλους πολλούς λόγους, το εγχείρημα καταλήγει σε φιάσκο. Μοναδική επιτυχία του εγχειρήματος: ενέπνευσε τον Γιόχαν Γιοχάνσον ο οποίος με τη σειρά του ενέπνευσε τον Πάνω Κάτω.

1982, Σινεμά
. Ο Βέρνερ Χέρζογκ γυρίζει την ταινία Φιτζκαράλντο, εμπνευσμένος μερικώς από τον άρχοντα του καουτσούκ τού 19ου αιώνος. Ο δικός του Φιτζκαράλντο όμως είναι ένας ονειροπόλος, αν και αποφασιστικός, ψιλοκατεστραμμένος επιχειρηματικά τύπος, λάτρης της όπερας, που αποφασίζει να χτίσει μια όπερα στη μέση της ζούγκλας. Εμπόδιό του, ένα βουνό, το οποίο πρέπει να ανέβει με το καράβι - και ναι, ο Χέρζογκ, χωρίς τη βοήθεια εφέ και χωρίς να επιτρέψει την τέχνη να μιμηθεί την πραγματική ζωή, μεταφέρει ολόκληρο το καράβι, και όχι κομμάτι-κομμάτι, πάνω από το βουνό. Και πάλι την πλήρωσαν, να τα λέμε αυτά, οι ιθαγενείς. Η ταινία ενέπνευσε τον Γιόχαν Γιοχάνσον ο οποίος με τη σειρά του ενέπνευσε τον Πάνω Κάτω.

2008 Μουσική.  Κυκλοφορεί ο πραγματικά υπέροχος δίσκος του Γιόχαν Γιοχάνσον με τίτλο Φορντλάντια. Σε ανάρτηση στην ιστοσελίδα του ο μουσικοσυνθέτης αναφέρει ως επιρροές του (έλα ρε μαλάκα, ούτε που το ΄χαμε φανταστεί) την αποτυχήμενη απόπειρα του Χένρι Φορντ και την ταινία του Βέρνερ Χέρζογκ.

(μάλλον) Οκτώβριος 2012, Θεσσαλονίκη, σε κάποιο καφέ. Ακούω με προσοχή δύο πολύ καλούς ανθρώπους να αναλύουν ένα δυνητικό επιχειρηματικό σχέδιό τους, σχετικα με τη δημιουργία τουριστικών οικισμών για πολύ φραγκάτους ξένους σε ελληνικά ξερονήσια, η δημιουργία των οποίων θα στηριχθεί αποκλειστικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, και δώστου τα αεροσκάφη, και δώστου τα ελικόπτερα, και δώστου οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, και δώστου τα τάνκερ γεμάτα νερό και δώστου ιδιωιτική πρωτοβουλία, και, ναι, αν χρειαστεί, ας ξεπουλήσουμε και καμιά βραχονησίδα...  Δεν έχω να αντικρούσω τίποτε, το επιχειρείν δεν είν' το τερέν μου, "γεννημένος υπάλληλος" είναι το ρεφρεν μου. Δεν ξέρω αν θα πετύχει το εγχείρημα, ωστόσο εμένα κάτι τέτοια με εμπνέουν.

2 Δεκεμβρίου 2012 - Βάζω ν' ακούσω το υπέροχο Φορντλάντια του Γ.Γ. (όχι του ΚΚΕ) και διαβάζω το σχετικό λήμμα στη γουικιπίντια και μετά όλα τ' άλλα. Και μετά θυμάμαι τη συζήτηση του Οκτώβρη. Και γράφω αυτό το ποστ. Πές μου τώρα, ειλικρινά, καλύτερα δεν θα ήταν να σου έδινα μόνο τα λινξ;

* Ο τίτλος της ανάρτησης είναι κακοποίηση κάποιας αντρεμπρετονικής φράσης.

ΥΓ. Κι όλα αυτά φυσικά δεν γινόνταν να μη μου θυμίσουν το πολύ ωραίο τραγούδι των Φιτζκαράλντο Σέσιονζ. 

30 Νοε 2012

Ντογκ σίτι, ένα χονδρονουάρ

Ώρα πολλή περπατούν οι δυο τους στην κακόφημη πλευρά της πόλης, στην τσάντα ένα άδειo μπουκάλι ουίσκι, στην τσέπη ένα γεμάτο πιστόλι. Το αυτοκίνητο φρενάρει απότομα εμπρός τους, η πόρτα του συνοδηγού ανοίγει με δύναμη, το ξανθό κορίτσι απομακρύνεται βιαστικά, «στάσου, στάσου, μη φεύγεις», φωνάζει τ’ αγόρι, όμως αυτή σχεδόν τρέχει, αυτός βάζει μπρος σπινιάροντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, Χριστοδουλόπουλος στο τέρμα, αυτή, χωρίς στιγμή να κοιτάξει πίσω, τηλεφωνεί στην καλύτερή της φίλη, αναφιλητά, λυγμοί, να βρεθούν οπωσδήποτε, ναι, στο γωνιακό μπαρ, σε πέντε λεπτά, να σου μιλήσω, μάλλον χωρίζω, το γουρούνι, αυτός βγαίνει στην περιφερειακή, Οικονομόπουλος στην τσίτα, ανοίγει το μπουκάλι, πίνει μια γερή γουλιά, «καριόλα», στο μπαρ της γωνίας παραγγέλνουν ένα ποτήρι λευκό κρασί, τι σου ΄κανε πάλι το γουρούνι, κλάματα, λόγια τρυφερά, παρηγορητικά, οίνος ευφραίνει την καρδία, απαλύνει τον πόνο, μπαίνει και ένας ωραίος νέος, μόνος, λίγο μελαγχολικός, κάθεται παραδίπλα, παραγγέλνει ποτό, σαν να τις κοιτάζει, «εσένανε κοιτάζει», λέει η καλύτερη φίλη στην μάλλον χωρισμένη, η οποία αναθαρρεί κάπως, ρουφάει τη μύτη, σκουπίζει τα δάκρυα, χαμογελά, έρχεται στο τραπέζι, τελικά την καλύτερη φίλη κοίταζε ο μόνος ο μελαγχολικός ο ωραίος ο νέος, μετά από λίγο η μάλλον χωρισμένη αναθεωρεί και αποαναθαρρεί και διακριτικά αποχωρεί, τους αφήνει να τα πούνε μόνοι τους, βγαίνει έξω να τηλεφωνήσει στο παραλίγο πρώην αγόρι της, το συγχωρεί μωρέ, το χαζουλίνι, είναι κατά βάθος καλόψυχος, το πολλάκις αποκληθέν γουρούνι, που είναι τούρνα στην περιφερειακή με 140 και τραγουδάει Σώτη (Τριανταφύλλου; όχι, Βολάνη), βλέπει στο κινητό την κλήση, τι θέλει η καριόλα, πάει να απαντήσει, χάνει το έλεγχο του αυτοκινήτου, ντελαπάρει, φριχτό δυστύχημα, κλειστή για ώρες η περιφερειακή στο ύψος της Πυλαίας, κι αυτό θα είναι το νέο σποτ του υπουργείου Μεταφορών κατά της χρήσης αλκοόλ και κινητών τηλεφώνων την ώρα της οδήγησης, λέει του Μήτσου, καλή μαλακία, τώρα τη σκέφτηκες; μην ξεχάσεις να τη γράψεις και στο μπλογκ, απαντά εκείνος, ναι, τώρα τρέχω, κάνει να τρέξει ο δυστυχής χοντρούλης, γλιστρά, σωριάζεται χάμω φαρδύς πλατύς χοντρός, όποιος έχει πιει και βιάζεται σκοντάφτει, του λέει ο Μήτσος, αυτό θα είναι το νέο σποτ του υπουργείου κατά των βιαστικών και των χοντρών.

27 Νοε 2012

Μεστό

Ο εξουσιογράφος δειμολόγος συνορθώνει 
διάστημα καταμένος χτυπήστηθα
ομώσπιον ενώσπονδων
υπερξάνων.

Πάνκης Ροχαλόπουλος, "Με πιάνουν οι ευαισθησίες μου", έκδοση Σκέτη.

26 Νοε 2012

Νιουτόηζ


Δεν είχε ξαναβρεθεί σε τμήμα αλληλοαυτοβοήθειας με χαρακτήρα κοινωνικής εργασίας και ομαδικής θεραπείας εν είδει εναλλακτικής ποινής με μανδύα επιμορφωτικού think tank πολιτικοστρατηγικής ανάλυσης. Ξέρεις, αυτό που υποχρεωτικά είσαι παρών κάθε μέρα σωματικά – το πνεύμα σου δεν ενδιαφέρει κανέναν.
Πρώτα η επίθεση. Ολοι μαζί. Ο καθένας κάτι είχε να πει. Ομοβροντία. Σοκ και δεοντολογία. 
Ανοιξε τον φάκελο που είχε γραμμένο το όνομά του. Ένα ωραίο στυλό και κάμποσα διαφημιστικά έντυπα. Διαμεσολάβηση και αβάν γκαρντ. Θα μάθει πώς να γίνει αφεντικό. Η πραγματικότης ονείρων πετσοκόφτης. Η πραγματικότης σκληρή μα γοητευτική θεότης.
Έβαλε τα γέλια. Ασυγκράτητα, αναίτια. Είχε αναψοκοκκινίσει. Ρώτησε την καλή κοπέλα: «Ποιος από μας θα πέσει πρώτος στα ναρκωτικά;».
Εσύ, η απάντηση.
Αναπόδραστη ιστορική αναγκαιότητα.

(Επιστροφή με τα πόδια. Συζήτηση για το πόσα τραγούδια της Ελένης Τσαλιγοπούλου αντέχουν να ακούσουν μαζεμένα. Οσα και του Βασίλη Παπακωνσταντίνου: ένα. Μια τριπλέτα γιαούρτι δύο τοις εκατό και τέσσερα κρουασάν σοκολάτας ευρώ έξι κόμμα δέκα λεπτά). 

ΥΓ Κανονικά ταιριάζει το I like drugs των Simpletons
Αλλά βάλε αυτό, καλύτερα, που το τραγουδούσε παράφωνα από μέσα του όλη μέρα, και για κάνα δίλεπτο ακόμη πιο παράφωνα απέξω του, ίσα για να κάνει τον Μήτσο να γελάσει. 



25 Νοε 2012

Δυο αρλούμπες δρόμος


Γνωστός τηλεπαρουσιαστής, περίπου πενηντάρης, δικηγόρος κατά του καπνίσματος στον κήπο με τα άγρια ζώα, καταμεσής του πεζοδρόμου, εκεί στα Ηλύσια, όχι τα πεδία, που τώρα είναι κάτι άλλο, φένα θαρρώ, μας εξιστορούσε βροντόφωνα τα δεινά της δημοφιλίας στη μέση ηλικία: «Μού την πέφτουνε όλες! Εξαιτίας της τηλεόρασης! Όλες ανεξαιρέτως οι πενηντάρες, εξηντάρες, εβδομηντάρες, ακόμη κι οι ογδοντάρες! Μια σαραντάρα ή τριαντάρα ούτε για δείγμα! Να, αυτή η νόστιμη σαραντάρα, που τώρα περνά, ούτε να με κοιτάξει, είμαι σε απόγνωση!», τα δε γέλια μας κι η προκληθείσα αισχύνη από το αποδοκιμαστικό βλέμμα της νόστιμης σαραντάρας, που εντέλει εδέησε να κοιτάξει τον τηλεπαρουσιαστή και το κοινό του, καλύφθηκαν από το μαρσάρισμα και τα καυσαέρια της μοτοσικλέτας, εξεπιτούτου χαμηλής, ώστε να φτάνουν τα κοντά κανιά του καβαλάρη νεοτσέ του σιναφιού μας, ο οποίος με το βλέμμα στραμμένο στην επανάσταση μάς εχέκλασε διά της εξατμίσεώς του.
Ως φοιτητής θυμούμαι δημοφιλίας έχαιραν οι Πυξ Λαξ, το «Ακου ανθρωπάκο» του Ράιχ και το Υπόγειο του Δοστογιέφσκυ, συχνά από τους ίδιους κύκλους. Αφήνοντας τους Πυξ Λαξ στην άκρη, ποτέ δεν εχώνεψα τον Ράιχ, που παραλίγο να τον πετάξω στη φωτιά μια βραδιά που ετοιμαζόμασταν για την εξεταστική σε κάποια παραλία, όσο δε για το Υπόγειο, χίλιες φορές καλύτερα οι Κατσιμίχα.
Μια μέρα θα επιστρέψω στο υπόγειο, είχα πει αφήνοντάς το εις την άκρη. Μέχρι που έπεσα πάνω στον Ομπλόμοφ. Όχι απευθείας δηλαδή, αλλά εμμέσως, σαν το ποδοσφαιρικό λάκτισμα, το έμμεσο το φάουλ που λέμε. Πάσα που μου ΄κανε ο Αντολφο Μπιου Κασαρες, μέγας μπαλαδόρος της λογοτεχνίας, με λατινοαμερικάνικη φινέτσα και βιρτουοζιτέ, γράφοντας javais calé mon Oblomov!
Ποιος είναι πάλι αυτός ο μαλάκας;
Μαλάκας ίσως όχι, μαλθακός σίγουρα. Πρόκειται για τον ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Γκοντσαρόφ ο οποίος είναι νωθρός, απαθής, ανίκανος ν' αναλάβει κάθε πρωτοβουλία, άβουλος και ανίκανος για δράση. Κι αν τους Στέρεο Νόβα η λέξη αγάπη του θυμίζει γυμνάσιο, εμένα η λέξη δράση μού θυμίζει κυρίως και κατεξοχήν τον Μάνο και το φιλελευθερισμό. Υποσυνείδητα βγήκε στην επιφάνεια και η φράση «άνθρωπος της δράσης». Κάπου κάποτε κάτι σχετικό έχω διαβάσει αλλά τι; Το υπόγειο; αναρωτήθηκα. Επειδή βαριέμαι να προσπαθήσω να το ξαναδιαβάσω κοίταξα τη ράχη του Υπογείου, όπου βρήκα τρελή μπηχτή προς τη Δράση, ανοιχτή αμφισβήτηση του φιλελευθερισμού της, «ο άνθρωπος της δράσης είναι πάντα μέτριος και δράση δεν θα πει τίποτε άλλο παρά περιορισμός της ελευθερίας. Εκείνος που δεν μπορεί ή που δεν θέλει να σκέφτεται, να μελετά, εκείνος μόνο δρα». 
Είναι Κυριακή και πρέπει κάποια στιγμή να κάνω κάτι. Δεν μπορώ και δεν θέλω να σκέφτομαι. Άλλο. 

16 Νοε 2012

Μύρισε τιρινίνη για το λαϊκό κίνημα;

Σύμφωνα με την παροιμία, η καμήλα δεν βλέπει την καμπούρα της, άρα όποιος δεν κοιτά τη δική του την καμπούρα έχει πολλές πιθανότητες να είναι καμήλα. Ο παδικολογοτεχνικός ήρωας του Ρομπέρ Εσκαρπίτ, ο Ρουλταμπός, ήτανε καμπούρης (αλλά όχι καμήλα, ούτε αργύρης) και δημοσιογράφος, δηλαδή κάποιος που πηγαίνει και βλέπει το καθετί που συμβαίνει, όχι μόνο την καμπούρα τη δική του αλλά και τις καμπούρες των άλλων, χώνει τη μύτη του παντού, κάνει ερωτήσεις σε όλον τον κόσμο και ενδεχομένως γράφει σε μια εφημερίδα, γιατί αν τα έγραφε αλλού δεν θα τον διάβαζε κανένας, βέβαια από εκείνη την εποχή (1980;) τα πραγματα έχουν αλλάξει, τώρα πια πολύ περισσότεροι σε διαβάζουν αν γράφεις στον τοίχο της τουαλέτας της Τούμπας ή του Χαριλάου παρά σε κάποια εφημερίδα, αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.
Roule ta bosse πάει να πει "κύλα την καμπούρα σου", κι έτσι κύλησε ο συμπαθής ΑΡΔ μέχρι τη Σοβιετική Ενωση. Η ιστορία ουσιαστικά σατιρίζει τη σοβιετική γραφειοκρατία, αλλά με μιαν αιρετική ανάγνωση προσφέρει και μια λύση διά τη χώρα μας που τη μαστίζει η κρίση, και όχι μη βιαστείτε να συμπεράνετε πως ασπάζομαι την νεοπάσχεια άποψη περί σοβιετικού τύπου ελληνικής οικονομίας, άλλο θέλω να πω, εξηγώ ευθύς αμέσως.
Ηταν στο κολχόζ κάτι κότες. Που τις ταΐζαν στάρι. Ηρθε και μια πολυσέλιδη εγκύκλιος, σε 50 αντίτυπα, που έξηγούσε επισταμένως ότι οι κότες δεν πρέπει να τρώνε στάρι. Δεν έλεγε όμως τι. Οι κολχοζέοι άρχισαν να ταΐζουν στα συμπαθή πτηνά τους βρώμη. Νέα πολυσελιδέστερη εγκύκλιος σε 100 τόμους εξηγούσε τους κινδύνους για τις όρνιθες από τη διατροφή με βρώμη, αλλά δεν πρότεινε λύση για την κοτίσια διατροφή. Ακολουθήσε το κριθάρι και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας, μέχρι και χαβιάρι. Κάθε νέα διατροφή απορρίπτονταν από νέα πολυ-πολυσελιδέστατη σε διπλασιέστερη ποσότητα τόμων εγκύκλιο, που απαγόρευε μεν, δεν πρότεινε δε. Και μείνανε αι όρνιθαι νηστικαί. Και πέφτανε αι κόται χάμαι ωσάν τα κοτόπουλα. Και ψοφούσαν ωσάν τα ποντίκια. Ολες οι κόται παρεκτός μίας, η οποία παρέμενε ζωηρή, σττρουμπουλή, παραγωγικότατη ως προς τα αυγά της, παρά την πείνα. Διατί; Μα διότι είχε βρει τη λύση. Οταν ο κόμπος του πεινασμένου στομαχιού της όρνιθος έφτασε στο χτένι, ανέλαβε δραστική δράση τρώγοντας τις εγκυκλίους αυτάς καθαυτάς που λόγω του τεραστίου αριθμού των είχαν αρχειοθετηθεί σε παρακείμενους σταύλους.
Ετσι κι εμείς, συνέλληνες. Τόσα μνημόνια, τόσοι εφαρμοστικοί νόμοι, τόσες διευκρινιστικές εγκύκλιοι, τόσες απόρρητες μελέτες, τόσες αναλύσεις τυπωμένες σε χαρτί της εφημερίδος Καθημερινή, τροφή τάχα μου για σκέψη; Οχι! Τροφή για νηστικά στομάχια. Κι αμα δεν σε αρέσει τούτη η τροφή που σου προσφέρουν οι τροϊκανοί, οι μνημονιακοί, τα αφεντικά κι οι υπηρέτες, έχεις και μία λύση ακραία, φοβούμαι ωστόσο μοιραία: να φας τα αφεντικά, τους μπάτλερ και τους μποντιγκάρ τους.


15 Νοε 2012

Η σημασία των σημειώσεων του μεταφραστή
και όσα ανερυθρίαστα ρωτάμε το γκουγκλ

Λίγο μετά που αγόρασα το "Πεθαμένοι στα γέλια" του Πάμπλο Τουσέτ, συγγραφέα του πολυαγαπημένου "το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ενα κρουασάν" και του εξαιρετικού "ο άρχοντας των χοιρινών", τρώγαμε στο καζάνι και λέει ο φίλος "ψάχνω ένα ξύλινο σπίτι", "στο γκουγκλ να κοιτάξεις", του απάντησα. 
Αργότερα, διάβασα στο βιβλίο τη φράση "ενσάμπλ δε Σαρντά, που ήταν ο παππούς εκείνου του τηλεπαρουσιαστή που είχε γκόμενα τη Βενένο, δεν ξέρω αν το παίζανε αυτό στην Ιαπωνία". Εμένα που λες τα ακαταλαβίστικα με αρέσουνε αρκεί να τα καταλαβαίνω και το συγκεκριμένο δεν θα το καταλάβαινα αν δεν το διάβαζα της Ρίνας, που εχτός από μορφωμένη έχει διατελέσει και κάτοικος της Καν Φάνγκα, οπότε ξέρει από Βαρκελώνη (μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι), και μου λέει ότι πρόκειται για κάτι αϊσάμπλ, περιοχή της εν λόγω πόλης, που χαρακτηρίζεται από την μπακλαβαδωτή δόμηση, ο δε μπακλαβάς κομμένος όχι μόνο κάθετα και οριζόντια αλλά και διαγωνίως. Ο δε Σαρντά, καμία σχέση με σεβντά, τούρκους και μπακλαβατζίογλου, ήταν καταλανός ούρμπαν πλάνερ, χίψτερ του 19ου, ο οποίος... ντάξει, διάβασε στη γουικιπίντια τα υπόλοιπα
Συνεπώς ο Σαρντάς είχε κι εναν εγγονό τηλεπαρουσιαστή, ο οποίος τα είχε με μιαν Βενένο, που ήταν μια μεσορανούσα στην ισπανική τιβί τη δεκαετία του 90 τρανσέξουαλ, η οποία άναβε φωτιές μεταφορικά και κυριολεκτικά - και για το κυριολεκτικό κομμάτι των εμπρησμών της κατέληξε σε φυλακή κι εδώ ξεκινά το σοβαρό του ζητήματος, διότι τη στείλανε σε αντρικές φυλακές λόγω του βιολογικού της φύλου, παρά το ότι είχε κάνει πολύ νωρίς εγχείρηση αλλαγής φύλου, και ευτυχώς που ήρθε ο καλός κύριος Θαπατέρας και άλλαξε τη σχετική νομοθεσία σχετικά με τις φυλακές. 
Δες, αγαπητέ μου αναγνώστη, πλούτο πληροφοριών που ήθελε ο καλός συγγραφεύς Τουσέτ να μου μεταδώσει, όμως η απουσία σημείωσης του μεταφραστή παραλίγο να μου στερήσει, ας είν' καλά το γκουγκλ, που και ξύλινα σπίτια θα μας βρει και θα μας εξασφαλίσει. Αυτό που δεν μας βρήκε, παράπονο το ΄χω, είναι μια παραπομπή για τον εγγονό - τηλεπαρουσιαστή, που τα είχε με τη Βενένο. Αίνιγμα δε παραμένει ακόμη ο ρόλος της Ιαπωνίας σε αυτή την ιστορία. 
Κανονικά τη χώρα θα 'πρεπε να την πουν η Απονία.

12 Νοε 2012

Σωβρακολογία του κινήματος


Το εσώρουχο είναι η εσωστρέφεια της ενδυμασίας. Αν μη τι άλλο, ετούτο εδώ το ιστολόγιο κυκλοφορεί με τα σώβρακα καιρό τώρα, αφηρημένο σε μια θάλασσα εσωστρέφειας, ιδίως μετά την απροσδόκητη επιτυχία του «Με τα σώβρακα», που μέχρι και από την Καθημερινή αναφέρθηκε και μέχρι και σε σχολείο διδάχτηκε (είναι φίλος ο καθηγητής, οποία αναξιοκρατία!).
Η εμμονή του αφανούς επιφανούς ιστολόγου, εμού του ιδίου δηλαδή, με τα σώβρακα (βλέπε εδώ κι εδώ) και με τα παραφερνάλιά τους καλά κρατεί από το 1998, όταν άγνωστος και ανιστολόγος τότε είχε συγγράψει το διαβόητο σε κάποιους άθλιους φοιτητικούς κύκλους πόνημα «Πότε θα τους γαμήσουμε;», ένα κάλεσμα για ανύψωση των προλεταριακών φαλλών, αντί για σφυριά, δρεπάνια, μπουκάλια και στουπιά, στο δρόμο για την λαϊκή κυριαρχία. Έκτοτε ο σχεδόν διάσημος ιστολόγος, κι αφού κατηγορήθηκε (αδίκως) για σεξιστικές αποκλίσεις, έβαλε λίγο νερό στο κρασί του, κάμποσα κιλά στο κορμί του και ένα εσώρουχο επιτέλους στη (θεαματική) θεματική του.
Υπάρχουν επιτυχημένες και αποτυχημένες επιλογές εσωρούχων. Άλλη είναι η ψυχολογία ενός σλιπ, άλλη ενός σφιχτού κολάν πάνω σε ένα σφριγηλό, σκληρό σώμα, κι άλλη του θλιβερού τσαλακωμένου μπόξερ, μισοκρυμμένου κάτω από την μπυροκοιλιά. Η ψυχολογία του εσωρούχου αντικατοπτρίζεται και στις λαϊκές συναθροίσεις, στις διαδηλώσεις, στο κίνημα, το οποίο εσχάτως, μετά τις τόσες ήττες, κυκλοφορεί άνευ σωβράκων, γυμνό, ντροπιασμένο, μαραμένο. Η ήττα εν πολλοίς, για να μη σου πω εξολοκλήρου, οφείλεται στη λανθασμένη επιλογή σωβράκου: στο μπόξερ, αυτό το φαρδουλό, ατσουμπαλιάρικο, ακαλαίσθητο, χαλαρό ένδυμα, που σε κάθε κίνηση του διαδηλωτή στριμώχνεται ανάμεσα στα κωλομέρια, κάνει δίπλες στους γοφούς και περίεργα εξογκώματα στο παντελόνι (μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι) και ακόμη χειρότερα, συχνά, ατυχώς, αφήνει τους όρχεις του κινήματος ακάλυπτους στον παγερό αέρα, στις κλωτσιές της εξουσίας, στα χτυπήματα της μοίρας.
Υπάρχει ωστόσο ελπίς διά το κίνημα. Καλά νέα έρχονται από το εξωτερικό! Πέφτουν οι πωλήσεις των χαλαρών σωβράκων. Τέλος στα φαρδουλά τα μπόξερ. Τώρα που σφίγγουνε οι κώλοι, ήρθε ο καιρός για τσίγκινα βρακάκια. Πάνοπλοι θα βγούμε στους δρόμους της εξέγερσης. 

ΥΓ: Ι., φχαριστώ για το λινκ από τη Λεμόντ.

10 Νοε 2012

Δεν έχω (αυτο)βιογραφικό


Αν έχει δίκιο ο Μαξ Φρις όταν λέει στο (κορυφαίο) μυθιστόρημά του «Στίλερ» (καμία σχέση με τον Μπεν) «Μπορείς να διηγηθείς τα πάντα εκτός από την πραγματική ζωή σου», τότε τούτη εδώ είναι μια παντελώς αποτυχημένη και ψευδής ανάρτηση, σε αντίθεση με κάποιες παλιότερες, που μοιάζουν ψεύτικες, σουρεαλιστικές, παράλογες, γεννήματα της φαντασίας, κι ήταν εντούτοις απολύτως αυτοβιογραφικές. Ο,τι ακολουθεί παρακάτω είναι πέρα για πέρα ψέματα ή η μία και μοναδική αλήθεια. Γιάννη Βούρο, ρίξε την ατάκα σου.  
Η κακή μέρα απ’ το προηγούμενο βράδυ φαίνεται. Με τσάκισε η αναφορά στον ερπετοειδή εγκέφαλο ως προσέγγιση στο φαινόμενο του νεοναζισμού, αν και εξηγεί επαρκώς τη φράση «τ’ αυγό του φιδιού» και γιατί αποκαλούμε τους χρυσαυγίτες ερπετά. Έφυγα απογοητευμένος, ήπια διψασμένος, ξύπνησα κουρασμένος. Με κουράζει το ουίσκι εσχάτως. Επρεπε να πάω κάπου. Δεν ήθελα να πάω εκεί. Ηθελα να διαβάσω το βιβλίο μου. Πάλεψα ν’ αποφασίσω, να πάω, να μην πάω, κουράστηκα κι άλλο. Εσύ, μου είχαν πει, δεν είσαι για αυτά, μόνο για τσίπουρα είσαι. Έκατσα να γράψω ποστ. Συνήθως δεν μου χρειάζονται περισσότερα από δέκα λεπτά. Δεν μού έβγαινε με τίποτε. Δοκίμασα τα πάντα, μέχρι και που λούστηκα. Τζίφος. Bloggers block. Το μόνο που πέτυχα ήταν ένα άχρηστο λογοπαίγνιο "το φθινοπωρινό θέρετρο είναι φέρετρο και το χειμερινό θέρετρο είναι χέρετρο". Ναι, τόσο καλά. Ματιασμένος, ξεκίνησα τελικά να πάω. Αλλαξα γνώμη, άλλαξα προορισμό. Αν είναι να πάω κάπου, ας είναι στο παζάρι βιβλίου. Μια θάλασσα από κόσμο. Κολύμπι στον ιδρώτα και στους ανθρώπους. Εφυγα χωρίς να βουτήξω. Ήμουν τόσο κουρασμένος που φοβόμουν ότι θα πνιγώ. Να πάω έστω στο σουπερμάρκετ. Στην αλυσίδα της γειτονιάς παίζει ένας γαμάτος ντιτζέη κάτι άμπιεντ ταμάμ με τα σαμπουάν. Στα τυριά, ο ίδιος υπάλληλος που το μπλουζάκι μου των 2L8 τού ΄χει φανεί χρυσαυγίτικο, σήμερα έπιασε κουβέντα με τον παπά «εγώ την κόρη μου κάθε πρωί τη βάζω να προσκυνά την παναγίτσα».
Καλός άνθρωπος, λίγο δεξιός, με ρώτησε πρόσφατα «εσύ Παναγιώτη είσαι ΑΝΤΑΡΣΥΑ;». Σιωπή. «Εγώ», συνέχισε «σκέφτομαι αν γίνουν τώρα εκλογές να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ». Σιωπή. «Εσύ τι λες για αυτό;» επέμεινε. «Σίγουρα», ξεκίνησα σαν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής που κάνει δηλώσεις στον Γιώργο Μίνο, «είναι μια εξέλιξη θετική. Είμαστε μεγάλη ομάδα και σε κάθε παιχνίδι μοναδικός μας στόχος είναι η νίκη. Και τα 11 παιδιά θα δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Και μια που το ‘φερε η κουβέντα, απεργία διαρκείας», ίδρωσα τη φανέλα αλλά το είπα. «Απεργία διαρκείας; Είναι νωρίς ακόμα, κάτσε πρώτα να δούμε τι προβλέπουν τα μέτρα», μου λέγανε παλιά, προχτές επιτέλους αλλάξανε τροπάρι: «Απεργία διαρκείας; Τώρα είναι αργά, ψηφίστηκαν τα μέτρα, τι να την κάνεις την απεργία διαρκείας;».
Εχω δύο ηλιοβασιλέματα σε φωτογραφία. Περίπου δέκα μήνες η χρονική απόσταση μεταξύ τους. Το πρώτο ηλιοβασίλεμα, τραβηγμένο από το μπαλκόνι του γραφείου της επιχείρησης όπου τότε δούλευα, είχε λεζάντα «για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων ακόμα». Λίγες μέρες αργότερα απολύθηκα. Προχτές ή χτες (έχω χάσει το μέτρημα, όλες οι μέρες ίδιες είναι) βγήκα στη λεωφόρο Νίκης. Ακόμη ένα ηλιοβασίλεμα. Υποσυνείδητα έβαλα την ίδια λεζάντα «για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων ακόμα». Στην τελική ο ήλιος δύει και αλλού. Όχι μόνο σε αυτήν την πόλη. Αυτήν την πόλη ειρήσθω εν παρόδω την αγαπώ κι ας το παραδέχομαι σπανίως. Αγαπώ το κέντρο της, αγαπώ και τα δυτικά. Όχι για την ιστορία της ή την ατμόσφαιρά της, ούτε για το ερωτικόν ή το χαλαρόν του χαρακτήρος της. Δεν με νοιάζουν τα κουτσομπολιά της, οι μπουτάρηδες και οι παπαγεωργόπουλοί της. Οι κλίκες της που φαντασιώνονται ότι γράφουν ιστορία. Τα μεγαλόπνοα σχέδια, οι μικροπολιτικές συγκρούσεις, οι αστοί στο τρίγωνο Διαγώνιος, Μητροπόλεως και Αγίας Σοφίας. Δεν είμαι μπαγιάτης, ούτε γνωρίζω όλα της τα στέκια. Δεν θα σου πω εντέλει γιατί την αγαπώ.
Μετά την απόλυση, είναι καιρός και για μια παραίτηση. Γιατί σε λίγο θα με πιάσει σύνδρομο Τουρέτ. Και μάταια θα φωνάζω μετά «Δεν είμαι ο Τουρέτ!»

8 Νοε 2012

Πις οφ λάηφ


Είχα μόλις βρει το πιο ακατανίκητο επιχείρημα. Κάρβουνο μου ‘καιγε το στόμα, αδύνατο να συγκρατηθώ, έπρεπε οπωσδήποτε να μιλήσω, να το ξεστομίσω, να τους αποστομώσω, να τους συντρίψω, να τους κάψω με τη φωτιά της αλήθειας. Ζήτησα το χέρι, σήκωσα το λόγο. Δεν μου τον έδινε κανείς. Πήρα μόνος μου να ουρλιάζω. «Να σας πω γιατί είστε μαλάκες ρε, να σας το εξηγήσω τόσο καλά, τόσο καθαρά, που θα συμφωνήσετε μαζί μου». Και το ξέχασα. Το ατράνταχτο επιχείρημα. Έμεινα σιωπηλός. Έφταιγε κι εκείνος ο λωτός που με τάισε ο μπάρμπας σ’ εκείνο το χωριό δίπλα στις λιμνούλες με κείνες τις πάπιες και τον κάστορα που τον έλεγαν Λεόν. Τι την ήθελα την τόση φύση;
«Οξαποδώ, παλιόπαιδο», μού βγάλαν κόκκινη την κάρτα. Αφησα τον κήπο, μπήκα στο μπαρ, που το λειτουργούσαν μια στο τόσο αυτός, ντιτζέη μαζί και μπάρμαν, κοτοπουλάς στο επάγγελμα, ψητά κοτόπουλα στη γειτονιά μου, φορούσε διαρκώς κάτι φαντεζί παπούτσια αντίντας, σε μεγάλη ποικιλία κι αριθμό, μέχρι που μια μέρα, νύχτα ήταν δηλαδή, μύρισε καμένο κοτόπουλο όλη η γειτονιά κι ακολούθως είδαμε τις φλόγες, το ψητοκοτοπουλάδικο παρανάλωμα του πυρός, λες να ήταν εμπρησμός, να τόκανε για τα γκαφρά της ασφαλείας; κι αυτός έκτοτε, εκτός από το μία στο τόσο που έκανε τον ντιτζέη μαζί και μπάρμαν, στεκόταν αξύριστος με κάτι λασπωμένα αμπίμπας έξω από ένα προποτζίδικο και κοίταζε το κίνο, παρεκτός τις μέρες, το ‘παμε αυτό, που μια στο τόσο ντιτζέη μαζί και μπάρμαν είχε μαζί του αυτήν, γκαρσόνα, χορεύτρια, ιέρεια, μαινάδα, θεϊκιά, παραμυθένια, ξεσήκωνε το μαγαζί, για συνοδεία είχε ερπετά, λογιώ λογιώ πολύχρωμα τα φίδια λικνίζονταν αντάμα.
Ετσι δεν ήταν ο χώρος που με πετάξαν όξω. 
(piece of life ή piss off life)