4 Ιουλ 2009

Γειτόνοι!!


Το ότι παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τους γείτονές μου, το έχω αναφέρει και στο παρελθόν. Επανερχόμενη μετά από τόσο καιρό, συνειδητοποίησα ότι τους καινούριους μου γείτονες καθόλου ενδελεχώς δεν σας τους έχω περιγράψει κι είναι πολύ, μα πολύ, κρίμα.
Προτού περιγράψω τους πιο ενδιαφέροντες, κατ’ εμέ, ενοίκους της πολυκατοικίας μου, να σας θυμίσω ότι δεν πρόκειται για κτήριο της σειράς. «Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα κλαις» έπρεπε να τιτλοφορήσω το παρόν, αλλά είπα να επιλέξω κάτι πιο πιασάρικο. Είναι ένα από αυτά τα κτήρια που χτίστηκαν με την τελευταία λέξη της αρχιτεκτονικής μόδας στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα και κατοικήθηκαν ευθύς εξαρχής από ανώτερης τάξης αστούς, οι οποίοι ήταν (και παραμένουν μέχρι σήμερα) στη συντριπτική τους πλειονότητα και ιδιοκτήτες των ευρύχωρων, ευήλιων -και όλα τα αντίστοιχα επίθετα- διαμερισμάτων.
Αφού κάναμε την απαραίτητη εισαγωγή, ας περάσουμε στο προκείμενο.

Μέρος Α’

Η κυρία Τάσα (εννοείται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο)

Κλασάτη και κοτσωνάτη (παρά την εγχείρηση πλήρους αντικατάστασης ισχίου πριν από μερικά χρόνια) ογδονταπεντάρα χήρα, μένει στους πρώτους ορόφους. Το μπαλκόνι της είναι το μοναδικό που είναι πέρα ως πέρα γεμάτο λουλούδια. Ιδιαίτερη αγάπη τρέφει για τα γεράνια, αλλά της αρέσουν και οι πρασινάδες, γενικώς.
Βρέθηκα να της χτυπάω το κουδούνι αλαφιασμένη ένα απόγευμα πριν από κάμποσους μήνες, μετά από την απόπειρα διάρρηξης του διαμερίσματός μου μέρα μεσημέρι, ενόσω εγώ βρισκόμουν στο μπάνιο (σημείωση: ο παρ’ ολίγον διαρρήκτης έγινε μπουχός όταν, αφού συνειδητοποίησα τι συνέβαινε, άρχισα να κατεβάζω ό,τι καντήλι ήξερα τρέχοντας προς την πόρτα. Το πιο χαρακτηριστικό εκ των καντηλίων ήταν το «θα σου κόψω τ’ αρχίδια και θα σου τα περάσω σκουλαρίκια, παλιοπούστη»). Μπουχός, ξεμπουχός, είχε προλάβει να κάνει την κλειδαριά σαν τον κώλο του και έπρεπε να βρω κλειδαρά να την αντικαταστήσει. Κι επειδή οι ένοικοι της πολυκατοικίας μας είναι μανιώδεις με τη διατήρηση της καθαριότητας και της ευπρέπειας του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν, ξηλώνουν ό,τι αυτοκόλλητο και διαφημιστικό καρτελάκι κολλάει κάθε φουκαριάρης κλειδαράς στο ασανσέρ (υποψιάζομαι ότι όλοι τους κυκλοφορούν με την προσωπική τους σπάτουλα στην τσέπη, για να ξεκολλάνε πιο εύκολα τα προαναφερθέντα διαφημιστικά) με αποτέλεσμα να πρέπει να βρω άλλη λύση.

Η κυρία Τάσα, ως πρώην διαχειρίστρια, ήταν ο άνθρωπος στον οποίο απευθύνθηκα για τις σχετικές πληροφορίες. Ευγενέστατη, με προσκάλεσε να περάσω μέσα μέχρι να τηλεφωνήσει στον «κλειδαρά της» να έρθει. Εννοείται ότι μου πρόσφερε καφέ και φρεσκότατα, αέρινα σχεδόν, βουτήματα βουτύρου. Από την πρώτη στιγμή μού έπεσε η μασέλα από το ολυμπιακών διαστάσεων σαλόνι της:
τρεις τεράστιες τρίφυλλες μπαλκονόπορτες καλυμμένες με βαριές βελούδινες κουρτίνες χρώματος χρυσοπράσινου, τις οποίες συγκρατούσαν δεξιά και αριστερά κάτι χρυσά στριφτά παλαμάρια που κατέληγαν σε χοντρές φούντες κροσσωτές. Τρία (ναι, τρία) σαλονάκια –το υποκοριστικό είναι κατ’ ευφημισμόν, διότι όλοι οι καναπέδες τριθέσιοι και βάλε ήταν- διαφορετικού στιλ και χρώματος το καθένα, σοφά τοποθετημένα ώστε να εξυπηρετούν τους ιδιοκτήτες όλες τις ώρες της ημέρας. Αυτό με τα λιονταρίσια (ή κατσικίσια, θα σας γελάσω) χρυσά ποδαράκια εδέσποζε στη μέση, ως το γκραν κομμάτι της επίπλωσης, υποθέτω. Εγώ κάθισα σε ένα άλλο, αριστερά, χρώματος κρασιού βουργουνδίας, με στόφα από βελούδο που το πέλος του σχημάτιζε τετραγωνάκια, οπότε ας πούμε ότι ήταν καρό. Το ορθογώνιο τραπεζάκι μπροστά μου ήταν μάλλον από κερασιά (του λιονταρίσιου ήταν μακρόστενο οβάλ, ανοιχτόχρωμο και κάτι σαν πατιναρισμένο ντεκαπέ με σκαλιστά άνθη και περικοκλάδες). Απέναντί μου ήταν το τρίτο σαλόνι, χρώματος πράσινου του φρέσκου αμυγδάλου, λίγο πιο ματ από τα άλλα δύο.

Πέραν αυτών, στο χώρο υπήρχε μια τραπεζαρία από σκούρο μασίφ ξύλο με οκτώ δερμάτινες καρέκλες, την οποία στόλιζε, μεταξύ άλλων, ένα ψηλό κρυστάλλινο βάζο γεμάτο φρέσκα κόκκινα τριαντάφυλλα, δύο μπερζέρες με υποπόδια, τουλάχιστον έξι πολυθρόνες με ψηλή πλάτη και μπράτσα, ένα κλειδωμένο σεκρετέρ, διάφορα βοηθητικά τραπεζάκια με τασάκια-φονικά όπλα, καπακωτά και ξεκαπάκωτα κινέζικα και μη βάζα, ασημένια καντηλέρια, μπρούτζινα κηροπήγια και σετ από κουτάκια, ένας μπουφές γεμάτος πορσελάνες και ένα σύνθετο γεμάτο κρύσταλλα, κάμποσα αμπαζούρ (μπορντώ με χρυσά κρόσσια ήταν τα περισσότερα), πορτατίφ από χρωματιστό φυσητό γυαλί, πίνακες ζωγραφικής με βαρύτιμες σκαλιστές γύψινες κορνίζες, ζωγραφιστά πιάτα αραδιασμένα το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο και αμέτρητες μικρομέγαλες οικογενειακές και άλλες φωτογραφίες στους τοίχους, φυτά εσωτερικού χώρου (μια μεσαίας κατηγορίας φτέρη, ένα γιγάντιο μπένζαμιν και μια φυσιολογικού μεγέθους δράκαινα ξεχώρισα, τα υπόλοιπα δεν πρόλαβα να καταλάβω τι ήταν), συν ένας γερτός, πλάτους τουλάχιστον δύο μέτρων, καθρέφτης με χοντρή (χρυσή και πατιναρισμένη κι αυτή) κορνίζα, που ήταν κρεμασμένος πάνω από τον λιονταρίσιο καναπέ κι έκανε αυτό το αεροδρόμιο να μοιάζει ακόμα μεγαλύτερο. Απ’ το ταβάνι κρέμονταν και τρεις ανακτορικοί κρυστάλλινοι πολυέλαιοι μεγέθους καθεδρικού ναού, εις εξ αυτών ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μου. Το περίεργο πάντως είναι ότι, παρά τα τόσα έπιπλα και τα ακόμα περισσότερα τζάτζαλα που υπήρχαν εκεί μέσα, είχες την αίσθηση της άπλας, της άνεσης, περίσσευε και χώρος να κυκλοφορήσεις χωρίς να φοβάσαι ότι θα άμα αναπνεύσεις θα κάνεις ένα εκατομμύριο ζημιά, ρε παιδί μου.

Ενόσω λοιπόν τηλεφωνούσε στον κλειδαρά η κυρία Τάσα, εγώ προσπαθούσα να κρατήσω τα μάτια μου απλώς ανοιχτά αντί για γουρλωμένα και τη μασέλα μου στη θέση της. Την προσοχή μου τράβηξαν μια σειρά φωτογραφίες ενός άντρα, του οποίου η φυσιογνωμία μου ήταν σχετικά οικεία, δεν μπορούσα όμως να θυμηθώ από πού τον ήξερα. Κι εκεί που ήμουνα έτοιμη να θεωρήσω ότι ο κύριος αυτός μάλλον μου θύμιζε απλώς κάποιον γνωστό μου, συνειδητοποίησα ποιος ήταν. Δυστυχώς, δεν μπορώ να αποκαλύψω την ταυτότητά του διότι έτσι θα αποκάλυπτα πάραυτα και την ταυτότητα της κυρίας Τάσας. Είναι πάντως από εκείνους που ο Σκάι πολύ εύκολα θα συμπεριλάμβανε στους εκατό μεγαλύτερους Έλληνες όλων των εποχών. Μπορεί και να τον έχει συμπεριλάβει κιόλας, δεν το έψαξα.

«Ο σύζυγός σας είναι αυτός;», ρώτησα επιφυλακτικά την κυρία Τάσα όταν επέστρεψε στο σαλόνι. Ουσιαστικά, έριχνα άδεια να πιάσω γεμάτα. Μπορεί να τον θαύμαζε απλώς η γυναίκα και να τον είχε κοτσάρει στον τοίχο της. Εμείς πώς βάζαμε τις αφίσες των ποπ ινδαλμάτων μας στους τοίχους του δωματίου μας όταν ήμασταν έφηβοι; Αν και σ’ αυτή τη θεωρία δεν κολλούσε το ότι σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία καθόντουσαν, νέοι πολύ και οι δύο, δίπλα-δίπλα σ’ ένα πέτρινο πεζούλι και η κυρία Τάσα τον κρατούσε αγκαζέ.

«Όχι, ο αδερφός μου», μου απάντησε εκείνη φυσιολογικότατα.
Είδε μάλλον την έκπληξη στο πρόσωπό μου γιατί χαμογέλασε και μου είπε να μην ανησυχώ, διότι όλοι όσοι δεν το ξέρουν την ίδια αντίδραση έχουν όταν τους το λέει.
Ε, μετά ήρθε ο κλειδαράς, την ευχαρίστησα και αποχώρησα.

Το μπι κοντίνιουντ

4 σχόλια:

ΠανωςΚ. είπε...

Ναι, αλλά στυλό με ελατήριο, γαλακτωμένο διάφανο χρωματιστό κύλινδρο και χρωματιστά καρό σχέδια στο κάτω μέρος είχε; Δεν είχε!

pipermaru είπε...

Μπαρδόν;

Go-Go είπε...

Καλέ, τι σκανάρισμα ήταν αυτό; Ούτε ο Σέρλοκ Χολμς τέτοια παρατηρητικότητα. Ντετέκτιβ έπρεπε να γίνεις (και φυσικά να μου πεις ποιός ήταν ο αδερφός γιατί με τρώει η περιέργεια όπως πολύ καλά καταλαβαίνεις)

pipermaru είπε...

Ήθελες δεν ήθελες, χαλκομανία σου γινόταν στο μυαλό αυτή η εικόνα. Αλλά, είπαμε, είμαι πολύ παρατηρητική όταν μ' ενδιαφέρει κάτι. Την ταυτότητα του αδερφού θα μου επιτρέψεις να μην την αποκαλύψω δημοσίως για τους ευνόητους λόγους που ανέφερα.