19 Απρ 2007

Γλωσσομαθής και γλωσσοπλάστης


Πριν από ενάμιση μήνα μετακόμισα. Σε πολύ χλιδάτη πολυκατοικία. Ευμεγέθη. Γκριζόμαυρος γρανίτης και μπετόν απ' έξω, ψευδοροφές από ξύλο, κρυφοί φωτισμοί, ροζ μάρμαρο στους τοίχους και τεράστιες κωνικές και μακρόστενες ζαρντινιέρες με υγιέστατα φυτά εσωτερικού χώρου στην μεγέθους αεροδρομίου είσοδο.


Καμιά φορά τρακάρω τους νέους μου γείτονες στο ασανσέρ. Τσιντσιλά γούνα, κομοδινί λάχανο μαλλί, ταγιεράκι και άρωμα Πουαζόν οι άνω των –άντα κυρίες, μαύρο ή σκούρο μπλε κουστούμι με βυσσινί γραβάτα και καλογυαλισμένο σκαρπίνι οι άνω των –ήντα κύριοι. Το βλέμμα τους μου λέει όσα δε λέει το στόμα τους. Αισθάνομαι σα νεοσύλλεκτος και σαν άρτι στρατολογημένο μέλος μυστικιστικής οργάνωσης ταυτόχρονα. Πρώτα με βγάζουν μια ολόσωμη ακτινογραφία. Φέρτε σας παρακαλώ στο μυαλό σας τον ήχο που έκανε ο Ρόμποκοπ όταν σάρωνε τον αντίπαλο. Ξεκινάνε από το κεφάλι και, ζζζζζζζζζζτ, φτάνουν σε κλάσματα δευτερολέπτου στα παπούτσια. Κάποιοι με κοιτάνε έπειτα με ένα σαρδόνιο χαμόγελο λες και γνωρίζουν τα καψόνια που με περιμένουνε. Κάποιοι άλλοι ανοίγουν το στόμα τους κι εκεί που περιμένω να γαβγίσουν "πέσε και πάρε δέκα" μου πετάνε μια φαρμακερή πράσινη και παχύρρευστη "καλησπέρα". Άλλοι με ρωτάνε συνωμοτικά και αν είμαι η καινούρια. "Εμείς μένουμε στον τάδε όροφο" μου ψιθυρίζουν πριν το σκάσουν σαν κυνηγημένοι.


Κάποτε τη διασκεδάζω την κατάσταση και κάποτε αναπολώ την παλιά πολυκατοικία.


Αν οι τωρινοί μου γείτονες φαντάζουν ατραξιόν, οι προηγούμενοι έπαιρναν βραβείο. Πρώτη και καλύτερη η κυρία Πόπη, γνωστή και ως "ρομπότ", στο ισόγειο. Παραμόνευε πότε θα περάσω για να ξεπηδήσει μπροστά μου με το κρεατί της βαμβακερό νυχτικό και τη μάλλινη παντόφλα για να απλώσει το χέρι με τα κατακόκκινα νύχια και να μου ζητήσει πέντε ευρώ γιατί ξεβουλώσανε το βόθρο. Την απορία πώς βούλωνε κάθε τρεις μέρες ο βόθρος δε μου την έλυσε ποτέ. Όπως επίσης δε μου έλυσε ποτέ την απορία πώς και είχαμε ακόμα βόθρο ενώ όλοι μας πληρώναμε έξοδα αποχέτευσης στο λογαριασμό της ΕΥΑΘ.


Έπειτα η κυρία Ειρήνη στο δεύτερο. Πόντια εκ Ρωσίας. Οι δικοί της τη φώναζαν Ίσκα ή Ίξα. Ιδέα δεν έχω τι σημαίνει. Μου έφερνε χαμογελαστή πλατύφυλλο βασιλικό να φυτέψω στις γλάστρες μου κι όταν με συναντούσε στο κλιμακοστάσιο ούρλιαζε: "Τι κάνεις πουλλλάκι μου;" (το λάμδα πολύ παχύ, όσο πιο παχύ γίνεται). Μέρα παρά μέρα έφτιαχνε κουνουπίδι βραστό και το διαμέρισμά μου μετατρεπόταν σε θάλαμο αερίων. Those were the days...


Η δικηγορίνα στον πρώτο με τα τρία αγόρια (το μικρότερο εξ αυτών ο Παναγιώτης, ο φίλος της Νίνας από απέναντι, για όσους θυμούνται) περισσότερο σε μέγαιρα μου έκανε παρά σε μάνα. Τα μούτρα των παιδιών της ήταν πότε μπλε, πότε πράσινα και πότε κίτρινα, ανάλογα με το πόσος καιρός είχε περάσει από τα φονικά χαστούκια που τους είχε δώσει. Ακόμα κι ο άντρας της τη σκιαζότανε και όταν περπατούσε δίπλα της κρατούσε απόσταση ασφαλείας.


Το Μέγα Βραβείο όμως το παίρνει ασυζητητί ο Δημητράκης. Στο διπλανό διαμέρισμα. Φοιτητής. Με μαλλί χαίτη πίσω και πεταχτή φράντζα μπροστά. Το κούρεμα του σκαντζόχοιρου. Λιπόσαρκος, μετρίου αναστήματος και ευφυΐας. Εδώ να κάνω μια παρένθεση και να πω ότι αμφιταλαντεύτηκα πολύ για το αν θα δώσω το βραβείο στο Δημητράκη ή στον προηγούμενο νεαρό ένοικο του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Δε θυμάμαι πώς τον έλεγαν, Χρήστο νομίζω, αλλά κάθε βράδυ διάβαζε τη Σύνοψη στη διαπασών. Μπορεί και να ήταν η Αγία Γραφή. Θα σας γελάσω. Μεταξύ των εδαφίων του θεόπνευστου τέλος πάντων βιβλίου έβγαζε κάτι απόκοσμους βρυχηθμούς που μου έδιναν την εντύπωση ότι αφιονίζονταν από τα όσα διάβαζε. Αυτό και μόνο αρκούσε για να του δώσει το βραβείο αν ο Δημητράκης δεν του το άρπαζε απ' τα χέρια την τελευταία στιγμή. Οσονούπω θα καταλάβετε.


Ο Δημητράκης, λοιπόν, είχε μια αδυναμία: Τις γυναίκες. Στην αρχή τις έφερνε μία μία μετά δύο δύο. Για λόγους οικονομίας χρόνου φαίνεται. Τους έπαιζε Άσιμο στην κιθάρα και μετά τους έβαζε Αλκίνοο Ιωαννίδη στο κασετόφωνο. Το οποίο παρεμπιπτόντως ήταν κολλημένο στη μεσοτοιχία και μας έπαιρνε τ' αφτιά. Χάρτινοι οι τοίχοι στην οικοδομή. Μετά άρχιζε το πανηγύρι. Το κρεσέντο των αναστεναγμών, των βογκητών, των αναφιλητών, των "Τι μου κάνεις;" και των πλατς πλατς από τα χαστουκάκια ξέρετε πού. Ντόλμπι σαράουντ ο ήχος. Κάθε βράδυ και άλλη γυναίκα οπότε κάθε βράδυ και διαφορετική η ηχητική πανδαισία.


Ένα βράδυ από εκείνα, καθόμουνα ωραία ωραία και έβλεπα Λοστ – Οι αγνοούμενοι στη ΝΕΤ. Κάποια στιγμή αναγκάστηκα να δυναμώσω την ένταση γιατί ο Δημητράκης είχε διαπληκτισμούς με την κατάκτηση εκείνης της βραδιάς. Δεν ήταν και περίεργο. Πρώτα κάνανε έναν καβγά τρικούβερτο και μετά το ρίχνανε στο άγριο σεξ για να τα ξαναβρούνε. Το αφτί μου πήρε αγγλικά. Ξένη η γκόμενα. Προφανώς είχαν σωθεί οι Ελληνίδες. Τα αίματα είχαν ανάψει για τα καλά γιατί μαζί με τις φωνές ακούγονταν και κάτι ντάπα ντούπα και κάτι ζγκρονγκ από έπιπλα που κλωτσούσανε και πράγματα που πετούσανε. Επίσης, το βιονικό αφτί μου (ίσως και λόγω της διαστροφής του επαγγέλματος) έπιασε ότι η τύπισσα μιλούσε μεν αγγλικά αλλά μια φορά της Οξφόρδης δεν ήταν. Η γυναίκα ωρυόταν. Όλο κάτι "ντους, ντους" φώναζε, δεν καταλάβαινα και πολλά. Από ένα σημείο και μετά, παράτησα το Λοστ και αφοσιώθηκα στην ακρόαση του μαλλιοτραβήγματος από δίπλα. Τι να σου κάνουν δέκα αγνοούμενοι σε ερημονήσι όταν έχεις μια τόσο ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων να διαδραματίζεται δίπλα σου; Ο καυγάς συνεχιζόταν αμείωτος. Για κάποιο λόγο που δεν είχα καταλάβει ακόμα, ο Δημητράκης ήταν εκτός εαυτού. Και τότε, κάποια ανώτερη δύναμη, καθάρισε τη μοιραία στιγμή τα παράσιτα από τον ήχο και ακούω την εξής φράση από το στόμα του γείτονα, την οποία μεταφέρω αυτούσια και επακριβώς: "Δε ντικ (παύση) ιζ δε μοστ κλίαν θινγκ ιν δε μπόντυ! Εντ γιού (παύση) τελ μι (παύση) γκο γουός;".


Προχτές μου τηλεφώνησε η πρώην σπιτονοικοκυρά μου, η οποία ετύγχανε και σπιτονοικοκυρά του Δημητράκη, για να μου πει ότι ήρθε το ρεύμα να πάω να το πληρώσω. Μεταξύ άλλων, μου είπε ότι ο γλωσσομαθής και γλωσσοπλάστης γείτονας έφυγε νύχτα, της άφησε αμανάτι τέσσερα νοίκια απλήρωτα και ότι όταν μπήκανε μέσα να καθαρίσουνε το διαμέρισμα βρήκαν "τα πατώματα καλυμμένα με σομιέδες" (!!!). Δεν έχω λόγια. Το χρυσό μετάλλιο της λεγεώνας της τιμής στο παιδί από δίπλα!

4 σχόλια:

ΠανωςΚ. είπε...

Δεν τα καταλαβαίνω αυτά "τα καλυμμένα με σομιέδες πατώματα"...

nikolakisdiaselos είπε...

ούτε εγώ κατάλαβα αλλλά σημασία έχει η σοφία και η ετοιμότητα του Δημητράκη

Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα είπε...

Μετρίας ευφυίας ο Δημητράκης αλλά το καβλί του ραπτομηχανή!

pipermaru είπε...

Μα είναι τόσο απλό! Ο Δημητράκης είχε από δυο τρία στρώματα πεταμένα σοτ πάτωμα σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού για να μπορεί να κάνει τη δουλειά του χωρίς να σκέφτεται "πρέπει να πάω στο κρεβάτι". Όλα τα είχε υπολογίσει ο μάγκας! Ετοιμοπόλεμος ανά πάσα στιγμή!