19 Απρ 2008

Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ (5)

(Πριβιουσλι ον Η σκιά της βροχής: 1, 2, 3, 4)

Ξύπνησε ιδρωμένος και μ’ έναν φοβερό πόνο, συνέπεια της οπορτουνιστικής διάθεσης του παχιού του εντέρου να εργάζεται δίχως να λαμβάνει υπόψη τις εντολές απ’ τα κεντρικά, αδιαφορώντας για την γραφειοκρατία των δυο οργανικών συνεταίρων του Νικολάκη Διάσελου: Θρέψη – Πέψη Α.Ε. « Σαν να δουλεύει κάτι λαθραία, στα κρυφά, μέσα στη σιωπή. Κάτι που απέχει, είναι ξέχωρο, πρωτόγνωρο, και κατεργάζεται ολονυχτίς.». Ο Διάσελος ένιωσε ότι ξύπνησε την ώρα που οι εχθροί του οργανισμού του επιτελούσαν τα μυστικά τους πειράματα-χρησιμοποιώντας το σώμα και την ύπαρξή του- και αυτό ήταν κάτι που δεν θα έπρεπε, κανονικά, ν’ αντιληφθεί. Δεν θα είχε ωραία κατάληξη, αν και εδώ που τα λέμε, η αίσθηση μιας τόσο υπέροχα διαπραγμένης αμαρτίας, τον καθιστούσε περήφανο, αν όχι και ισόβαρο με δυο ομοφυλόφιλους φίλους του που επιθυμούσαν διακαώς να υπογράψουν σύμφωνο κοινής συμβίωσης.
Η τηλεόραση δεν είχε τίποτα. Για την ακρίβεια, τα δελτία ειδήσεων αναπαρήγαγαν φρικιαστικές εικόνες συμπλοκών μεταξύ ελληνικών και σκοπιανών (κατωμακεδονίτικων και ανωμακεδονίτικων) ακροδεξιών ομάδων. «Σκατά πατημένα!», μούγκρισε μέσα απ’ τα δόντια του και έψαξε να βρει το εσώρουχό του στα τυφλά. Ήταν έξι το απόγευμα. Έβρεχε. Ή έτσι έμοιαζε. Όπως και κάθε μέρα, από τότε που μπλέχτηκε σε μια ιστορία οραμάτων, σ’ ένα παραισθησιογόνο και τραγελαφικό έπος εμμονών, αυτοκτονικών ιδεατισμών, ψυχώσεων, ιπτάμενων ψυχιάτρων που εξαφανίζονταν, δολοφονικών καθαρμάτων που μεταφέρουν τις ευχές των εργοδοτών τους ψιθυρίζοντας «σιδεροκέφαλος», σκυλιών που δεν έχουν διαβάσει ακόμα Προυστ και φίλων που σερβίρουν την ποίηση με τριμμένο πάγο. Άνοιξε αποφασιστικά το συρτάρι του κομοδίνου που συντρόφευε τη δυσθυμία ενός ακατάστατου κρεβατιού εις τους αιώνες των αιώνων, και την ώρα που ένιωσε να γλιστράει, ν’ αφήνεται σ’ ένα αποστειρωμένο, επιλήσμων κενό, περιεργάστηκε ξανά την πλαστικοποιημένη κάρτα. Και θυμήθηκε. Η βροχή είχε σταματήσει, το έντερό του συνθηκολογούσε λίγο πριν την τελική επιδρομή με διόλου εξοντωτικούς όρους, οι εχθροί εξαϋλώνονταν όπως και στις γοτθικές νουβέλες που διάβαζε μικρός, γιατί είχε πάει στον αρχηγό, κι ο αρχηγός, ο αρχηγός,

Διάσελε πρέπει να προσέχεις, δεν θέλω να έχεις μπλεξίματα, κι έχω τώρα δυσαρεστημένο ύφος γιατί ουσιαστικά δεν θέλω να μπλέκεσαι στα πόδια μας, αλλά δεν το λες ρε πούστη μου, αυτό θες να πεις αρχηγέ-σύγχρονη επαλήθευση των υπολογισμών ενός τρελού που έγραψε κάποτε την Αποκάλυψη, θαλάσσιο, αρχηγικό κήτος στην βιοποικιλότητα των μπάτσων-μπάτσων, αυτό θέλεις να πεις αλλά δεν θα το πεις, ούτε εγώ θα σου το πω, μην περιμένεις, σου βγάζω τη γλώσσα εγώ, Διάσελε σε περιφρονώ, είσαι, είμαι, ένα γελοίο απολειφάδι των παιδικών σου ηρώων γι’ αυτό και δεν θα μπεις ποτέ στο σώμα, κι ούτε θέλω, αλλά θα ξαναμπώ, θα ξανάμπαινα, όταν μου άνοιξαν το σπίτι και με ζήτησες και ήρθα κι έμοιαζες με μαλακοκαύλη παπά που ακούει την εξομολόγηση ενός πιστού και η καρδιά του αγαλλιάζει στην σκέψη ότι απόψε το βράδυ, όταν φύγει απ’ την εκκλησία, θα κοιμηθεί αγκαλιά με τον Εωσφόρο και, θα φύγω, ναι, να φύγεις, σε βαρέθηκα, παρομοίως, και, αν φύγω, να ζήσω άραγε μονάχα με τα νύχια, στα σκατά, σκάβοντας ως την πρώτη σκαμμένη ουλή, την κερδισμένη απ’ το φως, (του ήρθε να γελάσει), μου ήρθε να γελάσω αλλά, γεια σου Κώστα, πως πάει, καλά, σε πεθύμησα Διάσελε, να τα πούμε κάποιο βράδυ, θα τα πούμε, θα σε πάρω τηλέφωνο, είπε, τρως καλά, βλέπεις εφιάλτες, γαμάς συνέχεια, ζεις μονάχα με τα νύχια, έχεις λίγο χώρο μέσα σου και για τους άλλους, θα χωρέσεις σε μια ομπρέλα, θα είσαι το υπόστεγο μου, θ’ ακούμε και στο μέλλον την ηχώ μας, δεν πρόλαβε να πει, τι είναι αυτό, μια κάρτα, ενός τρελογιατρού, κάτι τέτοιο, συχνάζεις τώρα και σε new age συνέδρια, μπα, κατά καιρούς έρχονται διάφοροι και τις μοιράζουν, (να πάρω μια), θέλεις μία, δώσε μου, ποιος ξέρει, ξέρεις, ξέρω, κάποτε, όλοι θα ξέρουμε ότι θα την χρειαστούμε, σ’ αφήνω, ποτέ, σ’ αφήνω, ναι, δεν είσαι ο Ειδικός Νίντζα εσύ, δεν πρέπει να συγχέω τις ανάγκες μου, το λεξιλόγιό μου, τις σιωπές μου, μια μέρα με ήλιο, τη θάλασσα που δεν έχει πια δρόμους, τα χρόνια μας που απομακρύνονται με συνοδεία, (ένας άνεμος μπροστά κι ένας πίσω), και χτυπάει το τηλέφωνο, ναι, φοβάμαι, τα χρόνια μας…

Χτυπάει το τηλέφωνο.

«Εμπρός;»
«Έλα ρε, τι έγινε;»
«Σωκράτη;»
«Ναι, μωρό μου…»
«Είσαι καλά;»
«Μια χαρά, εσύ;»
«Καλά.»
«Θέλεις να περάσεις από δω;»
«Τρέχει κάτι;»
«Αν ξύπναγες στις πέντε το απόγευμα, είχες πονοκέφαλο, ήξερες ότι θα πρέπει να σερβίρεις ποτά μέχρι τις 4 το πρωί, χάνεις το λεωφορείο κι όταν φτάνεις στο μαγαζί το βλέπεις διαλυμένο, τι θα σκεφτόσουν;»
«Τι θα σκεφτόμουν;»
«Δεν παίρνω τον Διάσελο, να δω τι κάνει, να πούμε καμιά μαλακία, κι επί της ευκαιρίας να τον ρωτήσω μην τυχόν γνωρίζει κάτι για όλα αυτά;»
«Θες να πεις…»
«Κοίτα Νικολάκη. Δεν είμαι διατεθειμένος ν’ ανοίξω κουβέντα για το σουρεαλιστικό κίνημα της Χιλής. Έχω πονοκέφαλο, πεινάω κι έχω αρχίσει να χάνω την υπομονή μου. Θέλω παρέα ρε, κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει;»
«Οι μπάτσοι;»
«Έφυγαν πριν δέκα λεπτά.»
«Το αφεντικό σου;»
«Έφυγε κι αυτός. Για το νοσοκομείο.»

Μου ήρθε να γελάσω (του ήρθε να γελάσει). Αλλά δεν του ήταν και πολύ εύκολο. Τα πράγματα είχαν δυσκολέψει, και το χειρότερο, αισθανόταν υπαίτιος για την κατάσταση που πήγαινε να δημιουργηθεί. Πριν λίγες μέρες τις έφαγα, προχθές μου άνοιξαν το σπίτι, σήμερα διαλύσανε το μαγαζί του Σωκράτη. Ποιος μπορεί να πει ή να σκεφτεί τι θα γίνει μετά; Πόσες πράξεις πρέπει να παιχτούν ακόμα σ’ ένα θλιβερό έργο, ένα έργο που μυρίζει χλωροφόρμιο και προοικονομεί τον θάνατο; Αύριο είχε κλείσει ραντεβού μ’ έναν φίλο απ’ τα παλιά, εξπέρ σε μυστήριες απαγωγές, εξαφανίσεις, απειλές, πράκτορες και πρακτορίσκους, τσαντάκηδες και μαφιόζους. Νίκο τον έλεγαν, αλλά όλοι στην πιάτσα τον φωνάζανε «Επιστήμονα», παρατσούκλι που του έμεινε απ’ τον καιρό που δούλευε ( χαφιέδιζε καλύτερα) στην Ασφάλεια και προσιδίαζε στην μεθοδικότητά του και την μαθηματική λογική με την οποία ανέλυε τις πληροφορίες που κατείχε. Αύριο ίσως κάτι να μάθαινε. Αλλά αύριο θα ήταν μια καινούργια μέρα.




Σχημάτισε το νούμερο του Ειδικού Νίντζα και περίμενε να το σηκώσει.
«Έλα.»
«Έλα.»
«Πού είσαι;»
«Σε δέκα θα είμαι σπίτι.»
«Θα βγω.»
«Πού θα πας;»
«Στο μαγαζί του Σωκράτη. Κάποιοι το διαλύσανε.»
«Ποιοι;»
«Δεν ξέρω. Αυτό θέλω να μάθω.»
«Να προσέχεις.»

Στο μετρό δεν έκανε ζέστη. Στο μετρό, επίσης, θα μπορούσες να κρυφτείς προσωρινά απ’ τα προβλήματά σου. Αν διέθετε και μια καντίνα, να μπορείς να πιεις ένα ουίσκι, ο Νικολάκης Διάσελος θα ήταν ο πιο πιστός θαμώνας του. Έξω, ένας ουρανός ερωτευμένος με το σούρουπο. Φορούσε το χρώμα του και το θωρούσε με όλο του το πάθος. Διέσχισε αργά την Θεμιστοκλέους και χάζεψε για λίγο τις εφημερίδες. Στάθηκε στο φανάρι. Μια γρια δίπλα του, τα ‘χωνε στους Αλβανούς. Ένα ζευγάρι χαμογελούσε και απολάμβανε το αστείρευτο κατηγορητήριο. Η κίνηση στους δρόμους είχε αραιώσει. Η ζωή κυλούσε μέσα σ’ ένα ζεστό κι όμορφο δειλινό.
Και τότε, ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός. Κι έπειτα ο δεύτερος. Κι έπειτα όλοι οι άλλοι. Όσοι μίσησαν θανάσιμα την μουσική, δίχως νόημα, μονότονοι και θλιβεροί.
Ο Διάσελος πάσχιζε να κρατήσει μέσα του την τελευταία νότα καθώς χωνόταν κάτω απ’ ένα αυτοκίνητο. Δεν είχε χτυπηθεί. Τα αντανακλαστικά του-ευτυχώς- λειτουργούσαν ακόμα. Άκουγε φωνές, σειρήνες και κακόηχα κορναρίσματα. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Τίποτα δεν τον ένοιαζε. Είχε σωθεί, έστω για σήμερα.
Και θα τους έσκιζε τον κώλο. Σίγουρα.

Ένα περιστέρι επιθεωρούσε τα απομεινάρια της μάχης. Η σύντροφός του κείτονταν νεκρή, πλάι σε σκουπίδια, σβησμένες γόπες, έναν κάθιδρο ιδιωτικό ντετέκτιβ και δύο-τρεις αιωρούμενες φτερούγες. Δεν έκλαψε. Καθόλου. Το ένστικτο επιβίωσης, βαθιά ριζωμένο μέσα του, απάλυνε τον πόνο του. Τσίμπησε με το ράμφος του έναν μικρό σπόρο και, αηδιασμένο με τους ανθρώπους, πέταξε μακριά. Δίχως να κοιτάξει πίσω.
«Την επόμενη φορά θα κουβαλάω μαζί μου και σιδερικό», σκέφτηκε ο Νικολάκης Διάσελος, ιδιωτικός ντετέκτιβ της μπλογκόσφαιρας και παρ’ ολίγον μακαρίτης.
Δυστυχώς, το περιστέρι δεν μπορούσε (ή δεν είχε το μυαλό) να κάνει την ίδια σκέψη...

4 σχόλια:

ΠανωςΚ. είπε...

Μπράβο. Απλά, χωρίς υπαινιγμούς και λοιπές μπούρδες, μπράβο.
Αναμένοντας το 6...

παράλληλος είπε...

Διάσελε,
δεν έγραψες...
ζωγράφισες!

nikolakisdiaselos είπε...

Έλα βρε παιδιά, κοκκινίζω...

ΠανωςΚ. είπε...

Πέσμας κάτι που δεν ξέρουμε, Διάσελε!
Ακούς εκεί "κοκκινίζω"... Λες και δεν ξέρουμε τι καπνό φουμάρεις πολιτικά και ποδοσφαιρικά.