14 Απρ 2008

Κάθε φορά αντί "εαυτός" πληκτρολογώ "ευατός". Δείχνει άραγε παντελή έλλειψη εγωισμού ή κάτι άλλο, χειρότερο; Και τι διάλο είναι αυτός ο ευ ατός;


Είναι κάποια βιβλία που θαρρείς και γράφτηκαν από συγγραφείς εμπύρετους για αναγνώστες εμπύρετους. Για τον ηλιογάβαλο συμπλογκερίτη Νικολάκη Διάσελο (άκουσες μπρε το καινούργιο MyBrightest Diamond;) ένα τέτοιο είναι το «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκομ Λόουρι. Για μένα οι δύο Τροπικοί του Μίλερ (δεν θυμάμαι ποιον από τους δύο είχα ρουφήξει μονορούφι, συνοδεία ενός μπουκαλιού ρούμι, λόγω του παντελώς ανεκπλήρωτου έρωτα μου για μια κάποια συντριτοδεσμίτισσά μου, σε μια νύχτα που θα έπρεπε να διαβάζω αρχαία δέσμης) και το «Καρναβάλι του Εμίλιο» του Ιτάλο Σβέβο, συνοδεία κόκκινου κρασιού και ονειροπολήσεων για μια μετρίου βεληνεκούς καριέρα στην ελληνική ρόκ σκηνή.

Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει μεγάλη ιστορία. Και μιλάω κυρίως για το αντίτυπο που έχω στην κατοχή μου. Κάποιος, του οποίου το όνομα έχει σβηστεί με μια μουτζούρα, το είχε αγοράσει όταν είχε πρωτοεκδοθεί, τον Ιούλιο του 1985. Κατόπιν πέρασε στην κατοχή κάποιου «κ», στις 10 Σεπτεμβρίου του 2000, και τη μεγάλη εβδομάδα του 2001 ξέπεσε και στα δικά μου χέρια (πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο). Εκτοτε φυλάσσεται σε κάποια από τις πίσω σειρές της βιβλιοθήκης μου.

Ξιπάστηκα λοιπόν χτες όταν διάβασα για τον Ιτάλο Σβέβο στο 7 της Ελευθεροτυπίας με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του «Σύντομου συναισθηματικού ταξιδιού» (βλέπετε, καθότι ψωνάρα, έχω την απαίτηση τα καλά κρυμμένα μυστικά της λογοτεχνίας να παραμένουν καλά κρυμμένα, κτήμα μιας ελίτ βιβλιόφιλων στην οποία εντάσσω ασφαλώς και τον εαυτό μου, μέχρι που κάποια στιγμή δεν με αντέχει άλλο η Κ. και μου πετάει κατακέφαλα όλα τα βιβλία της του Φίλιπ Ροθ, που δεν καταδέχομαι να διαβάσω, και συνειδητοποιώ ποιος είμαι και τι δεν μπορώ να διαβάσω).

Σκεφτείτε λοιπόν έναν συγγραφέα, στα μισά του 19ου αιώνα, τον Σβέβο, ο οποίος γράφει ένα τέτοιο έργο, σαν το «La Senilita» (Τα γηρατειά), που στα ελληνικά εκδόθηκε ως «Το καρναβάλι του Εμίλιο», μόλις στη δεύτερη εκδοτική προσπάθειά του. Και δέχεται ένα μεγάλο γιούχα… Τα παρατάει όλα απογοητευμένος και πιάνει δουλειά στις επιχειρήσεις του πεθερού του. Μέχρι που γνωρίζει τον Τζόις. Με τις παραινέσεις και τη βοήθεια τουτελευταίου αποκτά μια κάποια αναγνώριση, την οποία απολαμβάνει για μια τριετία -κατά κάποιο τρόπο τυχερότερος απ’ άλλους ομότεχνούς του- μέχρι που πεθαίνει. Καλή φάση ε;

Τι πραγματεύεται το βιβλίο; «Το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, την αδυναμία και τη δύναμη (που εδώ ταυτίζεται με την φυσική και την ηθική υγεία) τη δυστυχία και την ευτυχία […] Ειδικότερα αναφερόμαστε στην ερωτική περιπέτεια του κεντρικού ήρωα Εμίλιο Μπρεντάνι με την ωραία και άπιστη Ατζολίνα Τζάρι, απέναντι στην οποία θέλησε να κρατήσει μια αρκετά συζητήσιμη στάση «παιδαγωγού», στάση τελείως χρεοκοπημένη από τα γεγονότα μιας και στη διάρκεια όλης της ιστορίας η κοπέλα, και όχι αυτός, έχει το πάνω χέρι και καθορίζει την εξέλιξη του παιχνιδιού».

Αυτό γράφει η εισαγωγή του βιβλίου. Εντάξει, εγώ μπορεί να κατάλαβα κάτι άλλο. Εγώ διάβασα μια γαμάτη ιστορία. Και μου είναι αρκετό, χωρίς αυτά τα ηθικοψυχοαναλυτικοκουλτουριάρικα.

Κι ένα μικρό απόσπασμα, που είναι σαν ο συγγραφές να μιλάει για τον εαυτό του.


Η σταδιοδρομία του Εμίλιο Μπρεντάνι συνδύαζε δυο ασχολίες και δυο σκοπούς εντελώς διαφορετικούς. Μια θεσούλα υπαλλήλου χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια ασφαλιστική εταιρεία, που του πρόσφερε μονάχα τα απαραίτητα για την ολιγομελή του οικογένεια, και μια φιλολογική δραστηριότητα, που εκτός από κάποια μικρή υπόληψη -ικανοποίησης της ματαιοδοξίας του περισσότερο παρά φιλοδοξίας- δεν του απέδιδε τίποτε, αλλά τον κούραζε λιγότερο. Εδώ και χρόνια, πέρα από τη δημοσίευση ενός μυθιστορήματος που είχε πάρει θαυμάσιες κριτικές από τον τοπικό Τύπο, δεν έκανε τίποτ’ άλλο, όχι από έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό του αλλά από αδράνεια. […] Έχοντας συνείδηση της μηδαμινότητας της δουλειάς του, δεν καμάρωνε για το παρελθόν. Όπως και στη ζωή, έτσι και στην τέχνη πίστευε ότι βρισκόταν ακόμα σε πρώιμη περίοδο, παρομοιάζοντας τον εαυτό του με μηχανή στο στάδιο της κατασκευής, μια μηχανή που δεν είχε μπει ακόμα σε λειτουργία. Ζούσε πάντα προσμένοντας κάτι που θα έπρεπε να του έρθει στο μυαλό απ΄ έξω, την τύχη, την επιτυχία, λες και η δημιουργική περίοδος δεν είχε δύσει ακόμα για αυτόν.


2 σχόλια:

MenieK είπε...

Με παρασύρατε καλέ μου κύριε... θα ψάξω να το βρω

ΠανωςΚ. είπε...

Ελπίζω να το βρείτε και κυρίως να μην απογοητευτείτε.