9 Δεκ 2007

Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ (4)


-Μα γιατί επιμένεις; Δεν σου έδωσα εγώ την κάρτα!
-Κι αν δεν την έδωσες εσύ, τότε ποιος την έδωσε;
-Που να ξέρω ‘γω! Ψάξε στον κύκλο σου, όλο και κάποιος θα βρεθεί που θα τολμήσει να παραδεχτεί ότι τρώει τυροπιτάκια σε new age συνέδρια. Κι αν δεν σου λυθούν οι απορίες, ξετρύπωσε τους αργόσχολους, πρώην συντρόφους σου στις εκδηλώσεις που διοργανώνουν οι Ευαγγελιστές της Αμερικής στο Ειρήνης και Φιλίας…
Το τελευταίο ειπώθηκε για να προκαλέσει κάτι σαν χιουμοριστική αποκλιμάκωση μιας διαφαινόμενης έντασης. Το τελευταίο όμως, δε διακρίθηκε ποτέ στον ρόλο του επιδιορθωτή νευρικών συστημάτων.
-Θα έρθω από κει!
-Δεν είναι και τόσο απλό αυτό…
-Γιατί;
-Επειδή την τελευταία φορά μύριζες κρασίλα και η διευθύντρια με κοίταξε στοργικά. Γι’ αυτό.
-Ήμουν κύριος όμως. Μπορεί να τα είχα τσούξει λίγο, αλλά ήμουν ευγενέστατος και φιλικός. Ακόμα και με τον Ντίνο, αυτό το γλοιώδες κιτς απολειφάδι που σε κορτάρει απ’ το απέναντι γραφείο.
-Κάνε ότι θες, έχω δουλειά τώρα. Πρέπει να σε κλείσω.
Ο Νικολάκης Διάσελος διέθετε δύο ειδών ψυχραιμίες: Η πρώτη, ιδιωτική ερευνήτρια της μπλογκόσφαιρας κι αυτή, αλεξίσφαιρη και αδιαπέραστη, επιστρατεύονταν όταν τα πράγματα σκούραιναν. Ποσοστό επιτυχίας 61%. Η δεύτερη, συγχυσμένη και ανήμπορη να σταθεί στο ύψος των κοινωνικών σχέσεων-ακόμα και των πιο στενών-, κατέρρεε μπροστά στα μάτια του σαν χάρτινος πύργος. Ποσοστό επιτυχίας 14%.

«Μια μάνα είχε για καταφύγιο ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι. Όλη μέρα φρόντιζε τα τρία της παιδιά, ένα κορίτσι 11 ετών, και δύο αγοράκια, 6 και 2 ετών. Την νύχτα, όταν άδειαζαν οι δρόμοι και οι περίπολοι των στρατιωτών διπλασιάζονταν, έβγαινε έξω κρυφά για να βρει φαγητό. Πότε παρακαλώντας, πότε προσφέροντας τα νεανικά της θέλγητρα, κατόρθωνε να εξασφαλίζει πάντοτε ένα πιάτο φακές, λίγο ψωμί κι ένα μπουκάλι γάλα. Ο καιρός περνούσε. Ένα βράδυ επιστρέφοντας, βρήκε την πόρτα του σπιτιού παραβιασμένη. Μπήκε μέσα τρέμοντας, σαν σκύλα που ψάχνει στα συντρίμμια τα κουτάβια της.
Κατερίνα; Αλέξη; Που είστε παιδιά μου; Μιλήστε μου!

Ξέρω πολλές Κατερίνες.
Ξέρω πολλούς Αλέξηδες.»

Ο Νικολάκης Διάσελος σκόνταψε πάνω σ’ ένα γραφείο. Μόλις πριν 2 λεπτά είχε διασταυρωθεί με την διευθύντρια του Ειδικού Νίντζα και αναγκάστηκε να φανεί όσο πιο ευγενικός δεν συνήθιζε να είναι. Αφού ειπώθηκαν τα τυπικά, τον ρώτησε πώς πάει με το στομάχι του. Καλά, απάντησε, αν και δεν θυμόταν να της έχει αναφέρει ποτέ κάποιο πρόβλημα της υγείας του. Ας είναι, σκέφτηκε. Σήκωσε όρθιο το κάδρο που υποστήριζε με χαμόγελο οδοντόκρεμας και περηφάνια την αναμνηστική, οικογενειακή φωτογραφία κάποιου γιάπη, συλλογίστηκε ότι το απεχθές αυτό είδος ζει ακόμα ανάμεσά μας, και ατένισε, μ’ ένα είδους άβολου άγχους, το μποτιλιάρισμα των αλλεπάλληλων γραφείων. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να τα ειρωνευτεί ως απότοκα της λεβιαθανικής γραφειοκρατίας ενός “Playtime” του Ζακ Τατί, κι αυτό τον στενοχώρησε, μιας και η συγκριτική του φαρέτρα είχε αρχίσει ν’ αδειάζει από καιρό.
Κατευθύνθηκε προς το μέρος που θυμόταν ότι είχε στήσει το ερευνητικό του βασίλειο ο Ειδικός Νίντζα.
-Καλημέρα…
-Καλώς τη βρεγμένη γάτα…
-Συγγνώμη για την συμπεριφορά μου πριν. Ξέρεις…δεν ήθελα…
-Συχωρεμένος!
-Φτου, φτου, φτου, μακριά από σένα!
Η ζημιά επανορθώθηκε. Και ο μικρός Διάσελος μπορούσε και πάλι να δει τηλεόραση.
-Λοιπόν;
-Λοιπόν τι;
-Αγάπη μου, δεν έχω πολύ διαθέσιμο χρόνο. Θέλεις να μου πεις γιατί έχεις φρικάρει;
-Γιατί έχω φρικάρει; Από πού να ξεκινήσω; Απ’ τους βραδινούς μου εφιάλτες; Απ’ τη διάγνωση του γιατρού ότι συγχέω την πραγματικότητα με την φαντασία; Απ’ το ξύλο που έφαγα από δυο αλήτες; Τι προτιμάς για πρώτο πιάτο;
-Περνάς μια πολύ δύσκολη φάση…
-Ναι, κι όσο πάει δυσκολεύει περισσότερο. Βρίσκω μια κάρτα του Ιωάννη Καρούζου, συνειδητοποιώ ότι έτσι πρέπει να λένε τον γιατρό που επισκέφτηκα, ψάχνω να δω γιατί με απείλησαν, ρωτάω τον Σωκράτη, Καρούζος δεν υπάρχει, η κάρτα είναι γαμήλιο και ισόβιο δώρο κάποιου φαντάσματος που προφανώς σε ζηλεύει, το μυαλό μου είναι σμπαραλιασμένο!
-Δεν μπορείς να θυμηθείς που βρήκες την κάρτα;
-Είχα την αίσθηση ότι μου την έδωσες εσύ…
-Και τώρα έχεις την αίσθηση ότι χρειάζεσαι ζουρλομανδύα;
-Κάπως έτσι…
-Πρέπει να ηρεμήσεις. Και ν’ ανασυγκροτηθείς.
-Με απόσυρση ή κάποιο ρουτινιάρικο back-up;
-Ενοχλώ μήπως;
Ένα ντερέκι ύψους δύο μέτρων, με οστεώδες πρόσωπο και φαρδύ, γκρίζο κουστούμι που τον προπονούσε, απ’ την πρώτη κιόλας μέρα, για την πρώτη του πτήση, έβαλε το κορμί του ανάμεσα σε μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που, παρά τις εργασιακές προβλέψεις των τελευταίων δυο δεκαετιών, ξέκλεβαν λίγο χρόνο για την σχέση τους.
-Όχι Ντίνο, όλα o.k., απάντησε μέσω του σαστισμένου χαμόγελού της ο Ειδικός Νίντζα.
-Γεια σου Νικολάκη!
-Γεια σου Ντίνο! Πως πάει;
-Όλα καλά, όλα καλά. Εσύ;
-Κι ακόμα καλύτερα…
-Μπορώ να σου μιλήσω λίγο;
-Ναι, έρχομαι σε δυο λεπτά…
Ο φέρελπις Ίκαρος πέταξε για το γραφείο του κλέβοντας μια ακόμα όμορφη στιγμή, σαν κι αυτές που πετιούνται καθημερινά στα σκουπίδια, μαζί με χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές, χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, χρησιμοποιημένες καρδιές, σκατά, σαμπουάν και πεθαμένες λέξεις.
-Πήγαινε σπίτι, κάνε ένα ζεστό ντους, ξάπλωσε και θα τα πούμε μετά…
-Οι επιθυμίες σας διαταγές!
-Φιλί!
-Δικό μου! Α, κι άλλη φορά, θα επιθυμούσα να μην παρέχεις αδιακρίτως πληροφορίες απ’ το ιατρικό μου βιογραφικό!
-Κάπως έπρεπε να δικαιολογήσω τις ζαλισμένες σου παραστάσεις…
-Τα κατάφερες μια χαρά: Τώρα πλέον υποφέρω από παρενέργειες που προκαλούνται από χαλασμένα χάπια…

Βρήκε την πόρτα του σπιτιού του παραβιασμένη. Μέτρησε τους αντιπροσώπους του ανθρώπινου είδους που του έφραζαν τον δρόμο: Δύο αστυνομικοί κι ένας γείτονας, ο Μάκης. Ο σκύλος του κούναγε την ουρά, χαρούμενος για τις απροσδόκητες επισκέψεις.
-Τι παίχτηκε εδώ;
-Κάποιοι επιχείρησαν να μπουν στο σπίτι σου, είπε ο Μάκης. Ευτυχώς που άκουσα εγκαίρως τα γαβγίσματα και βγήκα να δω. Οι μάγκες προφανώς φοβήθηκαν και την κάνανε αμέσως.
-Πόσοι ήταν;
-Δυο νομίζω. Αλλά δεν τους είδα πολύ καλά. Κατέβηκαν τρέχοντας τις σκάλες κι εξαφανίστηκαν.

Ο Διάσελος χαμογέλασε θλιμμένα. Ένας νέος πόλεμος είχε κηρυχθεί. Κι αυτός, που μέχρι πρότινος δεν κάτεχε από αληθινά όπλα, έπρεπε τώρα να φανεί γενναίος. Ήταν η στιγμή να επιτεθεί. Κι αν έπρεπε, να εξοντώσει.
Ένας μπάτσος του είπε χαμηλόφωνα ότι ο «αρχηγός» ήθελε να τον δει. Απάντησε καταφατικά, αλλά αυτό δεν είχε και τόση σημασία εκείνη την στιγμή. Χάιδεψε στοργικά τον σκύλο του, ψιθύρισε δυο-τρεις λέξεις στην αταβιστική γλώσσα του ζωικού βασιλείου, λέξεις που ανάγκασαν τον σκύλο να εκφράσει την συγκατάβασή του, και κίνησε να φύγει.

«Ένας γέρος Ιταλός, στρατιώτης εκείνη την εποχή, θα θυμόταν μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του εκείνη τη γυναίκα. Τη γυναίκα που βρήκαν μέσα στον δρόμο, βρεγμένη και παράφρων. Τη γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μικρό αγόρι, δύο ετών και το νανούριζε μ’ ένα απελπισμένο και μονότονο μοιρολόι:

Ποιο πάνω απ’ τον χαρταετό, είναι τα παιδιά μου στον ουρανό….

Κι αυτό το μικρό αγόρι που έκλαιγε φοβισμένο, το αγόρι αυτό, ήταν ο Ιωάννης Καρούζος…».




3 σχόλια:

ΠανωςΚ. είπε...

Να του πεις του ειδικού του νίτζα Νικολάκη, ότι εγώ δεν χρειάζομαι ιδιαίτερη τόλμη για να παραδεχτώ ότι όχι μόνο σε new age συνέδρια, αλλά και από τα χεράκια της Δρούζας και του Λάλα τρώω τυροπιτάκι. Διότι η τυρόπιτα είναι μία από τις πιο απτές αποδείξεις ότι η ανθρώπινη φυλή είναι προορισμένη για να μεγαλουργήσει.

Κατά τα λοιπά, ολγουεηζ ε πλέζουρ Νικολάκης...

ΥΓ. Μην ξεχάσεις να με στείλεις αυτό που σου είπα, όχι τσι Αμπι Γκέιλ, το άλλο, κατάλαβες. Κι αν δεν κατάλαβες, πάρε με τηλέφωνο.

nikolakisdiaselos είπε...

θα το μεταβοβάσω...και θα σου στειλω mail σε λιγάκι...

Μετεωρίτης είπε...

γεια σας!!

τώρα πρόσεξα τη λίστα σας ρε παιδιά, το διάβασα στον ινδικτο και μπήκα να ρίξω μια ματιά.
ΜΗΝ, ΜΗΝ, ΜΗΝ με επηρεάζετε λέμε, ίδρωσα να φτιάξω τη λίστα μου, ΜΗΝ μου βάζετε ιδέες που δεν ήρθαν από μόνες τους...

Σόρρυ, βγήκα από το θέμα..
εμ... ωραίο το post, όπως πάντα...

είμαι και λίγο ζαλισμένη είναι η αλήθεια... μπερδεύτηκα κάπως... εμ... γεια σας τώρα,
πάω να τα χώσω πιο πάνω για τους radiohead!