28 Οκτ 2007

Horror vacui

Πόσοι τρόποι υπάρχουν για να πεις μια ιστορία; Αμέτρητοι, υποθέτω. Πρέπει όμως να επιλέξεις. Γιατί και ο τρόπος με τον οποίο θα την αφηγηθείς είναι εξίσου σημαντικός με την ιστορία. Είναι ακόμη μια ιστορία από μόνος του. Είναι φορές που ο τρόπος αφήγησης αδικεί την ιστορία. Τόσες και τόσες ιστορίες έχουν κακοποιηθεί στα χέρια κακογράφων. Αλλά και τόσες και τόσες ικανότατες πένες έχουν αδικήσει εαυτούς απλά και μόνο γιατί δεν είχαν τίποτε να πουν, πέρα από τον τρόπο γραφής, πέρα από τον αυτάρεσκο έρωτά τους δηλαδή με την ίδια τους τη γραφή.

Μέσα στα τόσα ψέματα που έχουν ειπωθεί από αυτό το ιστολόγιο, ας υπάρξει και μια αλήθεια, δυσβάσταχτη ίσως για το προφίλ του υπογράφοντα, που θα ακυρώσει την εικόνα που μοχθεί τόσο να φτιάξει, του ντεμέκ βιβλιοφάγου διανοουμενοκουλτουριάρη: ο αγαπημένος μου συγγραφέας είναι δύο σε ένα: δηλαδή ο Στίβεν Κινγκ και ο Κλάιβ Μπάρκερ. Θεωρώ ότι αν μπορούσαν να γίνουν ποτέ ένα, θα μιλούσαμε για τη λογοτεχνική τελειότητα, αλλά αυτό όπως και ο τρόπος με τον οποίο είναι αλληλένδετοι, συμπληρωματικοί ο ένας του άλλου και συνάμα τόσο μα τόσο διαφορετικοί είναι μία άλλη ιστορία.

Ναι λοιπόν, ο Στίβεν Κινγκ, ο άρχοντας του τρόμου μαζικής κατανάλωσης, ο βασιλιάς του μπεστσέλερ, ο μάστορας του κλισέ. Αυτός που για κάθε γραμμή κόκας που σνίφαρε, έγραφε κι ένα ακόμη μοσχοπουλημένο βιβλίο, που ουσιαστικά -όπως οι Ραμόνς πάντα παίζανε παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού- πάντα γράφει παραλλαγές της ίδιας ιστορίας. Δεν χρειάζεται να μου πει κανείς ότι υπάρχουν αμέτρητοι καλύτεροι συγγραφείς από αυτόν. Το γνωρίζω. Αλλωστε δεν είπα ότι είναι ο καλύτερος. Απλώς είναι ο αγαπημένος μου.

Αυτός ο λογοτέχνης-επιχειρηματίας λοιπόν ισχυρίζεται ότι η συγγραφή είναι… τηλεπάθεια και επιχειρηματολογεί ως εξής: να ένα τραπέζι σκεπασμένο με κόκκινο ύφασμα. Πάνω του υπάρχει ένα κλουβί που έχει μέγεθος μικρού ενυδρείου. Μες στο κλουβί είναι ένα άσπρο κουνέλι με ροζ μύτη και μάτια ροζ γύρω γύρω. Στα μπροστινά του πόδια κρατά ένα μισοφαγωμένο καρότο και το μασουλίζει με ευχαρίστηση. Στη ράχη του γραμμένος καθαρά με μπλε μελάνη είναι ο αριθμός 8.

Βλέπουμε το ίδιο πράγμα; Αναπόφευκτες παραλλαγές θα υπάρχουν φυσικά: κάποιοι δέκτες θα βλέπουν ένα ύφασμα με απαλό κόκκινο χρώμα, κάποιοι ένα άλικο, ενώ άλλοι ίσως βλέπουν διαφορετικές αποχρώσεις.

Ομοίως το ζήτημα του κλουβιού αφήνει πολύ περιθώριο για προσωπικές ερμηνείες. Κατ’ αρχάς περιγράφεται με όρους σύγκρισης κατά προσέγγιση που είναι χρήσιμη μόνο αν εσείς κι εγώ βλέπουμε τον κόσμο και ζυγιάζουμε τα πράγματα με παρόμοια ματιά. Είναι εύκολο να γίνεις απρόσεκτος όταν κάνεις συγκρίσεις κατά προσέγγιση αλλά η εναλλακτική λύση είναι μια υπερβολική προσήλωση στη λεπτομέρεια που αφαιρεί οποιαδήποτε διασκέδαση από το γράψιμο. Τι να πω, «στο τραπέζι υπάρχει ένα κλουβί μήκους ενός μέτρο και εικοσιπέντε εκατοστών, πλάτους εξήντα και ύψους τριανταπέντε εκατοστών»; Αυτό δεν είναι πεζογραφία, είναι τεχνικό εγχειρίδιο.

Ουτε τεχνικό εγχειρίδιο, ούτε λεξικό, θα πρόσθετα εγώ. Αλλά δεν χρειάστηκε, γιατί στη συνέχεια ο King αναφέρεται στα εργαλεία της συγγραφής, αρχίζοντας από το «πιο κοινό από όλα», το λεξιλόγιο. Παραθέτει πληθώρα παραδειγμάτων πλούσιου, λιγότερου πλούσιου ή και φαινομενικά φτωχού λεξιλογίου. Γράφε με ό,τι έχεις, λέει ο Κινγκ: όπως είπε η πόρνη στον ντροπαλό ναύτη «δεν έχει σημασία πόσο είναι γλυκέ μου αλλά πώς το χρησιμοποιείς».

Το ζήτημα είναι η ιστορία, τουλάχιστον για μένα ως αναγνώστη. Και επειδή τελευταία έχει υπερισχύσει η άποψη «όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά», όλο και περισσότεροι συγγραφείς προσπαθούν να ξεχωρίσουν τέμνοντας και ανατέμνοντας τις συγγραφικές δομές, τις φόρμες, τους αφηγηματικούς τρόπους, τη γλώσσα την ίδια. Είναι συναρπαστικό σίγουρα. Εδώ που έχουμε φτάσει όμως, ό,τι πιο επαναστατικό θα μπορούσε να κάνει κάποιος συγγραφέας είναι να γράψει απλώς μια ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος, χωρίς βαθύτερα νοήματα, χωρίς ηθικοπολιτικοκοινωνικοψυχολογικοθρησκευτικές προεκτάσεις, χωρίς να διαλαλεί το κείμενό του ότι έχει δακρύσει, ότι έχει πονέσει, ότι έχει ματώσει πάνω από τις σελίδες. Και πάλι από το «Περί συγγραφής» του Κινγκ: «Όταν γράφεις ένα βιβλίο, περνάς την κάθε μέρα παρατηρώντας και αναγνωρίζοντας τα δένδρα. Όταν τελειώσεις, πρέπει να τραβηχτείς και να δεις το δάσος. Δεν πρέπει κάθε βιβλίο να είναι γεμάτο συμβολισμούς, ειρωνεία ή ποιητική γλώσσα (δεν το λένε τυχαία πεζό λόγο, ξέρετε) αλλά μου φαίνεται ότι κάθε βιβλίο, τουλάχιστον κάθε βιβλίο που αξίζει να το διαβάσει κανείς είναι για κάτι».

Είπαμε για αίμα, δάκρυα, πόνο και θυμήθηκα: αλήθεια από πότε ο πόνος έγινε συνώνυμος της καλλιτεχνικής αξίας; Από πότε ο πόνος έγινε υποκατάστατο μιας γερής, σφιχτοδεμένης ιστορίας; Ήταν που ήταν μια ζωή υπερτιμημένος, καθώς ποτέ κανείς δεν θεωρούσε αριστούργημα μια σπαρταριστή κωμωδία όπως το «Δεν βλέπω τίποτε, δεν ακούω τίποτε» ή τις παλιές ταινίες του Μπλέηκ Εντουαρντς, ενώ για παράδειγμα οι καμπανούλες του Τρίερ στο φινάλε του «Δαμάζοντας τα κύματα» και οι σκακιστές αυτουνού που πέθανε και δεν θυμάμαι το όνομά του γιατί δεν έχω δει ταινία του είναι τέχνη. Ομοίως και στη λογοτεχνία: Ο πόνος υποκαθιστά την ιστορία και αποκτά αυταξία, δεν χρειάζεται να συμβεί τίποτε, πέρα από τον πόνο, γιατί ο πόνος είναι ανείπωτος, βαθύς και μας κάνει να σκεφτόμαστε, να φιλοσοφούμε, μας κάνει σοφότερους και εντέλει γίνεται λογοτεχνικό είδος. Τέτοια δικαίωση του μαζοχισμού; Προσθέτουμε ολίγη ψυχανάλυση, λίγα τραύματα παιδικής ηλικίας, κι αμέσως ξεχωρίζουμε από το σωρό. Εχω πονέσει και μεταφέρει τον πόνο μου στο χαρτί, άρα είμαι μια ιδιαίτερη περίπτωση, άρα είμαι καλός συγγραφέας. Οι κοινοί άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρούνται συγγραφείς, παρά μόνον οι φέροντες τις εφτά πληγές του φαραώ.

Ας μιλήσει και πάλι ο συγγραφέας-επιχειρηματίας, μέσα από το στόμα του Μπιλ Ντένμπροου στο «Αυτό»: Γιατί μια ιστορία πρέπει να είναι κοινωνικο-δεν ξέρω τι; Η πολιτική, η κουλτούρα, δεν είναι φυσικά συστατικά της ιστορίας αν η διήγησή της είναι καλή; Εννοώ, δεν μπορείτε να αφήσετε μια ιστορία να είναι ιστορία;

Ο καθηγητής λέει ήρεμα όπως θα μιλούσε σε ένα παιδί που εχει επιδοθεί σε έναν ανεξήγητο σαματά: Πιστεύεις ότι ο Γουίλιαμ Φόκνερ έλεγε απλώς ιστορίες; Πιστεύεις πως ο Σαίξπηρ ενδιαφερόταν να βγάλει κάνα φράγκο;

Νομίζω πως αυτό είναι πολύ κοντά στην αλήθεια, λέει ο Μπιλ.

ΥΓ. Με αρέσει τα πρωινά να ξυπνάω την καλή μου με μουσική. Συνήθως προτιμώ κάτι χαρούμενο, πχ το Mala Vida των Mano Negra, το Country house των Blur, το Mozambique του Bob Dylan. Σήμερα όλως περιέργως προτίμησα το Ok computer των Radiohead, ξεκινώντας από το τρίτο κομμάτι, το Subterranean Homesick Alien. Μέχρι να μπει το επόμενο κομμάτι, είχε αρχίσει να ξυπνάει για τα καλά… Όμως η διάθεσή της στο σημείο του Exit, music for a film που ο Τομ Γιορκ τραγουδάει keep, keep breathing, έπεσε ξαφνικά. Όταν τη ρώτησα, μου είπε ότι είναι εξαιτίας του τραγουδιού. «Σιγά καλή μου» της είπα, «απλώς ένα τραγούδι είναι».

«Μα πόσο κενός άνθρωπος είσαι;» μου είπε.

Διαβάζω ό,τι έγραψα πιο πάνω. Βρε μπας κι έχει δίκιο;

8 σχόλια:

nikolakisdiaselos είπε...

μ' αρέσουν τα σημειολογικά σου σχόλια και μ'αρέσει ο φορμαλιστικός σου κυνισμός. δεν ξέρω τι λες, αλλά το εξιτ μιουσικ δεν είναι απλώς τραγούδι. γελοίε (χε,χε)

ΠανωςΚ. είπε...

Συμφωνώ Διάσελε: Είναι απλώς ένα τραγούδι που με αρέσει πολύ.
Ωστόσο παραμένει τραγούδι, και όχι πχ ένα τραπέζι, πολλώ δε μάλλον μια απώλεια. Ενδεχομένως να είναι μια μουσική προσέγγισή της (της απώλειας ντε, όχι του τραπεζιού) με πάρα πολύ όμορφο τρόπο. Αρα πρέπει να μας κάνει να χαιρόμαστε.
(όχι γελοίος, σε παρακαλώ. Απλώς χαζοχαρούμενος)

nikolakisdiaselos είπε...

σε πειράζω μπούμπη μου

βα.αλ. είπε...

Συγγνώμη που διακόπτω τις τρυφερές σας στιγμές αλλά ΠάνωΚάτε μου με εφτιαξες βραδιάτικα. Έχω βαρεθεί τους κουλτουριάρηδες του πόνου, της οδύνης και της άδικης ζωής. Σε αυτό το σημείο θα σου πρότεινα να διαβάσεις την Αθεράπευτη Νεκροφιλία του Αλκη Γαβριηλίδη. Εντοπίζει νομίζω πολύ σωστά τις αιτίες της μαυρίλας των ελλήνων κουλτουριάριδων.

Έχω βαρεθεί μέχρι θανάτου την θλίψη και τη μελαγχολία και αυτό τον μαζοχισμό όπως τον παρουσιάζεις (που αν δεν απατώμαι έχει άμεση σχέση με τον χριστιανισμό). Η ζωή δεν είναι όμορφη, ούτε στρωμένη με ροδοπέταλα. Αλλά όπως έχει πει και ο θαυμαστός Ιζιντόρ Ντυκάς.

"Όσο οι φίλοι μου είναι ζωντανοί δεν θέλω να μιλώ για θάνατο"

Για μένα η ζωή και ότι τη συναρτά η πολιτική, η εργασία, η τέχνη, το σεξ, ενα τραπέζι με φίλους ήταν είναι και θα είναι μία λυσσασμένη γιορτή ενάντια στο θάνατο.

Πάνω μου θα συμφωνήσω μαζί σου. Δεν έχω δει παρά ελάχιστες ταινίες του Τριερ, η του Ταρκόφσκι. Προτιμώ να δω για 23η φορά το Life of Brian -για μένα μία τέλεια κριτική σε όλο αυτό που περιγράφεις- όπως και τα άλλα δύο οι Ιππότες και το Νόημα της Ζωής.

ΥΓ. Πάντως ο Κινγκ δε μου αρέσει. Προτιμω τονν Κλάιβ Μπαρκερ που είναι και πιο διεστραμμένος.

Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα είπε...

Δεν είσαι κενός, πεζός είσαι.
Εκτός εάν πήρες ποδήλατο...

ΠανωςΚ. είπε...

Βάαλ, το βιβλίο του Γαβριηλίδη, το έχω υπόψη, αμα μεγαλώσω λίγο ακόμη και πήξει το μυαλό λεω να το διαβάσω. Νομίζω γενικότερα πως η λέξη-κλειδί είναι το γλέντι, η ηδονή, πώς το λένε;
Οσο για τον Μπάρκερ, ναι είναι διεστραμμένος. Ο Κινγκ μ΄ αρέσει όμως γιατί είναι ίσως ο πιο αμερικανός από τους σημρινούς συγγραφείς. Ολη η σύγχρονη ιστορία και η καθημερινή κουλτούρα των ΗΠΑ παρελαύνει μέσα από το έργο του.

Κύριε Σκύλε, η ευθύτητα του σχολίου σας μου προκαλεί μεγίστη οδύνη και πόνο (πώς λέμε "γυρίζω κι επιστρέφω";).
Λέτε να βγει καμιά νουβέλα από αυτόν τον πόνο;

Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα είπε...

Μπααααα, είμεθα πολύ τεμπέληδαι για να μετουσιώσομε τον πόνο μας σε τέχνη. Αυτά τα έκαναν με τα κρεμμυδάκια και με τας καμερλίας κάτι παλιοί γάλλοι. Και ο Μπόνο, που μπαίζει με τον πόνο των άλλων.

ΠανωςΚ. είπε...

Τεμπέληδες, εμείς;
Κάθε άλλο! Αφού όλοι την ώρα από τη δουλειά μπλογκάρουμε!