13 Νοε 2006

ΤΟ ΤΕΝΙΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΝΤΟΔΗΜΟΣ ΓΙΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ

Το γνωρίζω. Η φωτογραφία αυτή μπορεί να θεωρηθεί από κακόγουστη έως και σεξιστική. Εχω την εντύπωση πάντως πως αυτό ακριβώς επεδίωκε ο σπορολόγος Κώστας Κοντοδήμος, όταν την συμπεριέλαβε στο απολαυστικό βιβλίο του "Εισαγωγή στα Σπορ": την αυτοϋπονόμευση.

Η άκρως υποκειμενική μου γνώμη είναι πως πρόκειται για τον καλύτερο συγγραφέα της μεταπασοκικής Ελλάδας. Πάντα τον ένιωθα "πολύ δικό μου", ίσως γιατί ήταν πάντα σχετικά άγνωστος και είχα την απόλαυση να δανείζω τα βιβλία του διαρκώς απεδώ και απεκεί, φτάνοντας στην αλαζονεία να τον θεωρώ δική μου ανακάλυψη! Το καλοκαίρι του 1996, αραχτος σε μια παραλία (γαμώτη μου, από τις λίγες φορές στη ζωή μου που με σύρανε σε παραλία) πληροφορήθηκα τον πρόωρό θάνατό του, μέσα από τις σελίδες της Ελευθεροτυπίας.

Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να σας αραδιάσω τίτλους από τα βιβλία του, καθότι τα περισσότερα είνα πλέον πολύ δύσκολο να βρεθούν, ειδικά μετά το κλείσιμο των εκδόσεων ΔΕΛΦΙΝΙ. Πρόσφατα είδα -και χάρηκα- πως οι εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ επανεκδόσανε το καλύτερο μάλλον έργο του, τον "Γιο που δεν θα θέλατε να έχετε". Τουλάχιστον αυτό προμηθευθείτε το. Άλλα έργα του: Το παιδί που φόραγε άσπρα και κατι ψιλά ακόμη, Όταν ο κόσμος λιγόστεψε απότομα, Επιχείρηση Santa Mutramas, Σιγά τον Πολυέλεο, και το Εισαγωγή στα σπορ, από όπου και το σχετικό απόσπασμα.

Εν αρχή, λοιπόν, ήταν η μπάλα. Μετά ήρθε η μανία του ανθρώπου να βαράει ό,τι στρογγυλό βρει μπροστά του: Από πετραδάκι, άμα έχει φάει χυλόπιτα, ως το κεφάλι του αντίπαλου φιλάθλου, μετά από το ντέρμπι της ομαδάρας του.

Και μια μέρα, έτσι στα ξαφνικά, εγένετο Μποργκ. Δηλαδή είχε γίνει μερικά χρόνια πριν, αλλά εμείς ξαφνικά τον πρωτοείδαμε στην τηλεόραση, έγχρωμο, με υποψία γενιού και ειρωνικό χαμόγελο, να τρέχει σαν μουρλός και να εισπράττει χειροκροτήματα ευγενών Εγγλέζων ή χαμόγελα καλλίγραμμων Γαλλίδων. Και ήρθε κι ο Μακ Ενρό να μας μάθει να βρίζουμε εγγλέζικα και να σπάμε ρακέ τες. Και να κι απ' την Τσεχοσλοβακία κάτι Ναβρατίλοβες, με χέρια μπετατζή, και να και κάτι Λεντλ να διαφημίζουν την Αντίντας. Άσε που μετά σκάει κι ο Σάμπρας και ζήτω μας που έχουμε και σούπερ τενίστα 'Ελληνα, άσχετα αν εκείνος σπάνια το θυμάται.

'Όλα αυτά θα με άφηναν αδιάφορο -γενικά εγώ τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τον αθλητισμό βασικά από την τηλεόραση, και τον συνδέω πάντα με ουισκάκι και χοντρό πούρο- πλην όμως, υπήρχαν στο τένις δύο στοιχεία που με άγγιζαν. Το ένα ήταν εκείνη η ξανθιά γκόμενα με το μίνι, που ταλαιπωρούσε, όπου την έβλεπα, μια ρακέτα. Το δεύτερο, και πιο σημαντικό, ήταν τα ποσά που άκουσα ότι παίρνουν οι τενίστες. Δεν είμαι μηδενιστής, αλλά αυτός ο αριθμός, όταν ακολουθεί σε μεγάλη ποσότητα, έστω, έναν άσο, και εκφράζει δολάρια, ασκεί μια καταπληκτική γοητεία πάνω μου.

Και είπα (κάπως αργά, βέβαια): «Θα γίνω τενίστας.» Κι έγινα -εξού και σας διηγούμαι τις εμπειρίες μου: Η αρχική εντύπωση που σου δίνεται μόλις μπεις σε τένις κλαμπ για ν' αρχίσεις μαθήματα, είναι ότι όσοι παίζουν είναι άσχετοι. Κανείς άντρας δεν θυμίζει Λεντλ, και, το μόνο σημείο το οποίο συνδέει τις γυναίκες -με τη Σαμπατίνι, είναι το μίνι -αυτή η εκπληκτική ανακάλυψη, που δίνει ουσία στο άθλημα. Οι μπάλες φεύγουν σαν πετριές από τις ρακέτες, ατσούμπαλοι χοντροί γλιστράνε και πέφτουν, μπαλάκια ξεφεύγουν από τα προστατευτικά σύρματα κι απελπισμένα παιδάκια σπάνε τις ρακέτες τους στο τερέν.

Η δεύτερη εντύπωση είναι αυτή την οποία σου δίνει το γκαρσόνι που έρχεται να σου πάρει παραγγελία, και η μεγάλη έκπληξη -σοκ θα το έ:\εγα- είναι η τιμή που σου χρεώνουν το ποτό στην, συνήθως υπερυψωμένη (για να παίρνεις μάτι), καφετέρια.

Έπειτα πας να ζητήσεις πληροφορίες για τα μαθήματα. Από την άποψη του κόστους εκμάθησης, το τένις είναι κάτι σαν την αποταμίευση. Ακουμπάς για μερικά χρόνια τα ωραία σου χιλιαρικάκια και, αν γίνεις παγκόσμιος πρωταθλητής, απλώς τα παίρνεις πίσω τοκισμένα.

Φτάνουμε τώρα στον εξοπλισμό. Κανείς παίκτης δεν αρχίζει αν του λείπουν τα βασικά. Διότι τένις χωρίς ρακέτα γίνεται, ακόμα . και χωρίς μπαλάκια, αλλά κανείς δεν ξεκινάει μαθήματα χωρίς δύο τουλάχιστον μπλουζάκια μάρκας, σορτσάκι σινιέ, φόρμα, κάλτσες και παπούτσια που με το αντίτιμό τους θα αγόραζε δυο κουστούμια απ' τον Στρογγυλό. Χρειάζονται επίσης περικάρπια, ταινία Αντίντας για τα μαλλιά, πετσέτα Λακόστ και, βέβαια, ειδικός σάκος.

Ο μέσος αστός, που του αρέσει το σπορ, συνήθως αγοράζει όλα αυτά τα πράγματα και δεν ξαναπατάει σε γήπεδο. Θ' ακο-λουθούσα -σας διαβεβαιώ- κι εγώ αυτή τη συνταγή, αν φεύγο-ντας δεν έβλεπα να ανεβαίνει απ' το κάτω γήπεδο η ξανθιά πουλέγαμε, κάθιδρη, αλλά με την άγρια γήινη γοητεία της κούρασης, το φορεματάκι να κολλάει πάνω της σαν μαγιό, τα μάτ... μα τι λέω, για το τένις ξεκίνησα.

Επανέρχομαι:

Κατεβαίνεις, λοιπόν, στο γήπεδο, φοράς περικάρπια και ταινία, βγάζεις τη φόρμα και χαιρετάς το δάσκαλο. Οι δάσκαλοι του τένις είναι συνήθως συμπαθητικές φάτσες -δεν θυμάστε εκείνο τον τυπά απ' τη Δυναστεία, που δεν είχε αφήσει ούτε θηλυκιά μύγα; Οφείλουν να έχουν καταπληκτικό σώμα, τρώγοντας όμως και τον περίδρομο και χτυπώντας τρεις μπίρες στην καθισιά τους. Τους βλέπεις και λες: «Να, κι εγώ, σε δυο μήνες, τέτοιο σώμα θα 'χω, και θα τρώω και ό,τι θέλω.»
«Έχεις ξαναπαίξει;» ρωτάει ο δάσκαλος.
«Τι πράγμα;»
«Τένις.»
«Όχι, αλλά κάνω καταπληκτικές μπλόφες στην πόκα.»
Γελάει, κι ας είναι ένα αστείο που το 'χει ακούσει μερικές χιλιάδες φορές, σ' όλες τις παραλλαγές του, με τάβλι, σκάκι, πρέφα κλπ. κλπ.
«Ας παίξουμε λίγο», προτείνει.

Άγνωστο γιατί, όλοι οι δάσκαλοι διαλέγουν να διδάξουν τους αρχάριους στο γήπεδο ακριβώς κάτω απ' την καφετέρία, όπου η ξανθιά κι η παρέα της σκάνε στα γέλια καθώς σε κάνουν χάζι να τρέχεlς σαν Βέγγος, να τρως μπαλάκια στη μάπα, να εκδικείσαι άλλα πετώντας τα όσο πιο μακριά γίνεται, κι ιδροκοπάς, σου κόβεται η ανάσα και σταματάς κάθε ενάμισι λεπτό για να πιεις νερό. Δεν πρέπει να σας τρομάξει αυτό το ξεκίνημα. Επίσης, μην παρασυρθείτε και κατηγορήσετε το δάσκαλο ότι σας έδωσε το μεγάλο γήπεδο κι αυτός παίζει στο μικρό. Αποδεδειγμένα ο φιλές είναι πάντα στη μέση.


Κι αρχίζει η θεωρία. Τα πρώτα οχτώ χρόνια, οι βασικές συμ
βουλές του δασκάλου είναι:
«Να βλέπεις πάντα το μπαλάκι.»
«Το είδες τώρα;» ρωτάει.
«Ε;» λες, και κρατάς το στομάχι σου, που μόλις έχει υποδεχθεί το μπαλάκι. «Όχι, δεν το είδα.»

Ακολουθεί η διδασκαλία των χτυπημάτων και των ονομασιών
τους: Ντάιβ είναι το χτύπημα που η κίνησή σου θυμίζει ακριβώς το τράβηγμα του χεριού σου όταν θες να μουντζώσεις απέναντι τον τύπο της ξανθιάς, ο οποίος σε δείχνει και γελάει. Ρεβέρ, πάλι, είναι ένα χτύπημα που μαθαίνουν στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες οι δάσκαλοι, και σημαίνει ανάποδο χαστούκι. Σμας, τέλος, είναι η ακριβής μετάφραση της ελληνικής λέξης κατακεφαλιά.

Όλα αυτά τα χτυπήματα συνδυάζονται και με την εξωφρενική απαίτηση του δασκάλου να κυνηγάς πάντα το μπαλάκι κινούμενος πλαγίως και με μικρά βήματα. Αυτό γίνεται ώστε στα σίγουρα να μπερδέψεις τα μπούτια σου και να βρεθείς ξαπλωμένος στο γήπεδο, προσπαθώντας να πετύχεις εκείνο το πολύ γρήγορο χτύπημα που λέγεται ντροπ-σοτ.


Και η ζωή συνεχίζεται, ώσπου να έρθει από τις διακοπές η ξαδέλφη σου με τον έτσι της. Ο έτσι της ενθουσιάζεται που παίζεις τένις -θέλει να παίξετε μια παρτίδα.

«Ξέρεις τένις;» ρωτάς.
«Παλιά έπαιζα λιγάκι.»
Όταν ακούς από κάποιον -που σε προκαλεί να τον αντιμετωπίσεις ότι «παλιά έπαιζε λιγάκι», σημαίνει ότι ο τύπος έχει φάει τουλάχιστον πέντε ζευγάρια παπούτσια στα εφτά χρόνια που σκίζεται.
«Δεν είμαι ακόμα έτοιμος», ισχυρίζεσαι.
«Έλα, μωρέ, λες και θα σου πάρω το πρωτάθλημα!» λέει ο έτσι.
«Σου χρειάζεται ένας κανονικός αγώνας», αποφαίνεται και ο
δάσκαλος.

Και να 'σαστε στο γήπεδο. Και να στον πάγκο η ξαδέλφη σου, και να κι ο δάσκαλος να δίνει οδηγίες, και να στο διπλανό κορτ η ξανθιά -αμάν, τι φοβερό σορτσάκι φοράει σήμερα! Πετάς όλα σου τα σερβίς στο φιλέ, ο αντίπαλος σε ξεθεώνει στο τρέξιμο, ο δάσκαλος σε διορθώνει αυστηρά, η ξαδέλφη ξελαρυγγιάζεται υπέρ του έτσι της κι η ξανθιά σταματάει το παιχνίδι της για να δει τι τρέχει. Χάνεις και τα δύο σετ με 6-0. Η ξαδέλφη φεύγει αγκαλιά με τον έτσι.


Μετά το ντους, την αράζεις στο μπαρ για μια μπίρα. Δεν έχεις ξελαχανιάσει κι ιδρώνεις ακόμα. Την ώρα που ανάβεις τσιγάρο, το μάτι σου πιάνει ένα εξωφρενικό σορτσάκι που πλησιάζει.

«Πόσον καιρό παίζεις;» ρωτάει η ξανθιά.
«Τρεις βδομάδες», απαντάς.
«Έχεις κάνει φοβερές προόδους. Να κάτσω;»
Και κάθεται. Και θυμάται ότι η τηλεόραση έχει Ρολάν Γκαρός.
Και θυμάσαι ότι είσαι εργένης και μόνος σου στο σπίτι.
«Πάμε να δούμε τον αγώνα παρέα;»
«Θαυμάσια ιδέα», το σορτσάκι σηκώνεται κι ένα χέρι με περικάρπιο σου προτείνει να το συνοδεύσεις.
Λοιπόν, σε τελευταία ανάλυση, το τένις είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση -δεν βρίσκετε;

3 σχόλια:

nikolakisdiaselos είπε...

match point panokato. woody allen, εκεί που οι φιλοδοξίες βρυχώνται. φιλέ και ισοπαλία.

Άρτεμις είπε...

Οι γονεις μου ειχαν το Επιχειρηση Santa Mutramas στο σπιτι και μου ειχε κανει πολυ εντυπωση σαν τιτλος. Ηταν η εποχη (τωρα μεγαλωσα, εγινα 20)που προσπαθουσα να αποθηκευσω στη μνημη μου τιτλους απο βιβλια τους για να τα διαβασω οταν μεγαλωσω.(γιατι τα βιβλια δεν μενουν ποτε στο σπιτι-ειναι προιοντα ελευθερης διακινησης μεταξυ φιλων.)Σημερα για καποιοι λογο το θυμηθηκα και εψαξα να βρω πληροφοριες. Και βρηκα εδώ. Πόσες λιγες πληροφοριες για αυτον το συγγραφεα στην κατα τ'αλλα ιντερνετικη θαλασσα πληροφοριων!!!Σ'ευχαριστώ για τη βοηθεια. Θα ψαξω να βρω τα βιβλια του και αλλες πληροφοριες.

ΠανωςΚ. είπε...

Εγώ ευχαριστώ για το σχόλιο!