3 Νοε 2008

Το όνειρο του λύκου που φόρεσε ΑΡΝΑΚΙ


Η ιστορία που ακολουθεί είναι η ιστορία ενός λύκου που δεν είχε στον ήλιο μοίρα, που ξεκίνησε από το μηδέν για να κατακτήσει όλο τον κόσμο, ακολουθώντας το όνειρό του.

Από μικρός πεινούσε διαρκώς σαν λύκος που ήταν. Πεινούσε και ταυτόχρονα ποθούσε να φορέσει ένα μοντέλο ΑΡΝΑΚΙ, μόνο που τα ενδύματα της ΑΡΝΑΚΙ δεν ήταν για τα δόντια των πεινασμένων λύκων αυτού του κόσμου… Ετσι πήρε τη μεγάλη απόφαση: Θα γινόταν δραπέτης της τάξης του, θα ντυνόταν σκύλος και θα κατέβαινε στις πόλεις των ανθρώπων. Απ’ την πρώτη στιγμή περιφρόνησε τα κανονικά σκυλιά, τις χαριτωμενιές τους και τη δουλοπρέπειά τους. Αυτός δεν καταδεχότανε να κάνει βαρελάκια στα χώματα και να τον έχουν σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε. Πρόσεχε πολύ την εμφάνισή του και κάθε μέρα γυάλιζε με ειδικά έλαια το τρίχωμά του. Δεν κυνηγούσε γαβγίζοντας τις ρόδες των αυτοκινήτων, ούτε γάβγιζε τα κοπάδια των βοσκών, από σεβασμό αυτό το τελευταίο προς την ΑΡΝΑΚΙ Fashions. Τα άλλα σκυλιά τον πειράζανε και του τραγουδάγανε «Ο σκύλος μου είναι γκέη». Αυτός όμως είχε βρει το δρόμο του: Δεν ήταν τεμπελόσκυλο, δούλευε σαν το σκυλί κι ονειρευότανε.

Ξεκίνησε από χαμηλά, απ’ τις παραλίες, φουσκώνοντας τα στρώματα των πλουσίων και τους φουσκωτούς που αποτελούσαν τη συνοδεία τους. Η τύχη δεν άργησε να του χαμογελάσει: Η Θεία Τούλα, 45αρα, εκθαμβωτική με το ροζ μικροσκοπικό ΑΡΝΑΚΙ μπικίνι της, που έχει υμνήσει ο ποιητής Δημήτρης Ιατρόπουλος, μία απ’ τους αγγέλους του Τσάρλι, που επίσης έχει υμνήσει ο ποιητής Δημήτρης Ιατρόπουλος, τον πρόσεξε επί τω έργω: «Βλέπω το φούσκωμα το δουλεύεις καλά, πτωχέ. Τι θα έλεγες να φουσκώνεις λάστιχα στο βενζινάδικό μου;». «Είσθε πολύ καλή κυρία Θεία Τούλα», της είπε αυτός αρπάζοντας την ευκαιρία.

Φούσκωνε και ξεφούσκωνε στο βενζινάδικο, φυσούσε και ξεφυσούσε ολημερίς. Η δουλειά ήταν δύσκολη, αλλά τα έβγαζε πέρα. Η Θεία Τούλα περνούσε κάθε βράδυ, φορώντας κάθε φορά κι ένα διαφορετικό μοντέλο ΑΡΝΑΚΙ, για να κάνει έλεγχο των εισπράξεων και να του πετάξει ένα κόκαλο, κι αυτός, εξπέρ και στο γλείψιμο, ντεμέκ σκύλος γαρ, έτρεχε και την έγλειφε. Αυτή νόμιζε πως το γλείψιμο ήταν για την ίδια, πού να φανταστεί ότι ο σκύλος, που τον είχε για ομοφυλόφιλο κι αυτή, ήταν στην πραγματικότητα ένας λύκος αρνακίφιλος; «Καλύτερα τη Θεία Τούλα και τα ΑΡΝΑΚΙ της», σκεφτόταν αυτός, «παρά να γλείφω ανώνυμες ποδιές που έχουν κατουρήσει άλλοι σκύλοι». Τα βράδια, στο ταπεινό σκυλόσπιτό του, διάβαζε διαφημιστικά φυλλάδια της ΑΡΝΑΚΙ fashions, του τρέχανε τα σάλια και έκανε όνειρα τρελά: ΑΡΝΑΚΙ συνολάκι, άσπρο και παχύ, του λύκου του καμάρι, ΑΡΝΑΚΙ τυλιγμένο σε μια κόλλα χαρτί-επικυρωμένη φωτοτυπία του πτυχίου άνεργου φιλολόγου που προετοιμάζεται για τον ΑΣΕΠ εκπαιδευτικών (Κιαγίτ Κεμπάπ), ΑΡΝΑΚΙ Αϊβαλί, ροζ νοσταλγικό για τις χαμένες πατρίδες ενός 50αρη βιοπαλαιστή ψηφοφόρου του ΛΑΟΣ, ΑΡΝΑΚΙ κλέφτικό, με μαύρο τοπάκι διακοσμημένο με ροζ αλφάδι από στρας, με λιλά φουστανέλα και ασορτί μπαλακλάβα ιλιγκαλιστικής επιρροής, ΑΡΝΑΚΙ εξοχικό, στο χρώμα της βίλας προσφάτως παραιτηθέντος υπουργού, ΑΡΝΑΚΙ διαίτης, μπλε παστέλ, απέριττο και λιτό, διακοσμημένο με σχέδια προϋπολογισμού, ασορτί με αλογοσκουφίτσα, ΑΡΝΑΚΙ γιαουρτί ριχτό σε υπουργό στην πλατεία Εξαρχείων, ΑΡΝΑΚΙ κοκκινιστό, κατάλληλο για εμφανίσεις στα φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή… Μετρούσε τα ΑΡΝΑΚΙ και κοιμότανε γλυκά…

Ωσπου μια μέρα η Θεία Τούλα του ζήτησε να έρθει μαζί της στην τράπεζα. Τον ήθελε, λέει, καθότι εξπέρ στο φούσκωμα, για να φουσκώσει τον τραπεζικό της λογαριασμό. Ο λύκος πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε το φούσκωμα, φυσούσε και φυσούσε, κι ο λογαριασμός πήρε να φουσκώνει, έγινε μια φούσκα μεγαλύτερη και απ’ την big babol μαθητή του τελευταίου θρανίου, και πήραν να φουσκώνουν και οι διπλανοί λογαριασμοί τραπέζης και οι παραδιπλανοί, -απ’ το πολύ το φούσκωμα μας έπρηξες τα αρχίδια, πες μας τι έγινε μετά: φούσκωμα στο φούσκωμα, φουσκώσανε και τα μυαλά της Θείας Τούλας και πήρανε αέρα, φούσκωσε και η ΑΡΝΑΚΙ φουστίτσα της και έγινε μπαλόνι, αερόστατο που σηκώθηκε ψηλά στον αέρα, ολοένα πιο ψηλά, έκανε limit up, φτάνοντας στην αυλή του Παραδείσου, και η Δέσποινα Βανδή, στο ρόλο του Άγιου Πέτρου, της είπε καλωσήρθες Θεία Τούλα, we ‘ve been waiting for you, τα έδωσες όλα και έμεινες στον άσο… Και κανείς δεν είδε τη θεία Τούλα έκτοτε…

Κι ο λύκος συνέχισε να φυσά μέχρι που οι φούσκες σκάσανε (εσύ μαλάκα ΠανωΚ να δούμε πότε θα σκάσεις) και το κύμα αέρα που ξεχύθηκε σάρωσε στο διάβα του τα πάντα.

Στην τηλεόραση την επόμενη μέρα η Τατιάνα Στεφανίδου είχε έναν πολύ σπέσιαλ καλεσμένο: Έναν λύκο που επιτέλους φόρεσε ΑΡΝΑΚΙ: μοβ λουστρινί μπότες, ροζ καλσονάκι, κολιέδες χρυσούς και χίπικα χαϊμαλιά, χρυσές παγιέτες, και στρας στην ουρά. «Πείτε μας κύριε λύκε, του είπε η παρουσιάστρια, πώς φτάσατε τόσο ψηλά;». «Καταρχήν συγχαρητήρια για την εκπομπή σας και ευχαριστώ που με καλέσατε. Εγώ που με βλέπετε είμαι λυκοδημιούργητος. Η ιστορία μου είναι η ιστορία ενός λύκου που δεν είχε στον ήλιο μοίρα, που με πολύ κόπο και ιδρώτα ανταμείφθηκε για τους κόπους μια ολόκληρης ζωής… Γιατί στη ζωή αυτή οι άξιοι και οι εργατικοί μια μέρα ανταμείβονται» είπε ο λύκος και δάκρυσε…



4 σχόλια:

MenieK είπε...

με τόσο μοβ και ροζ, μήπως τελικά ήταν λυκοδημιούργητη?

demetrat είπε...

όσα δε φτάν' η αλεπού , τα κάνει κρεμαρναρια
δ

kostasK είπε...

Εδώ κολλάει υπέροχα η παρακάτω λαική ρήση:

"Ο λύκος σαν γεράσει, μασκαράς των σκυλιών γίνεται."

ΠανωςΚ. είπε...

Σόρι παίδες που δεν πολυαπαντώ στα σχόλια, αλλά κακοκεφιά είναι αυτή, θα μου περάσει...
Θενξ πάντως.