1 Νοε 2009

Ζωή ποδήλατο

Ένας απ' τους ανέμους, που κάποτε ανεπιτυχώς κυνηγούσε σε μια απ' τις πρώτες αποστολές που του είχε αναθέσει η Υπερεσία, λυσσομανούσε. Τα πλοία δεν είχαν αράξει ακόμη κι αυτοί που φέρανε την καταχνιά μάταια προσπαθούσαν να διακρίνουν κάτι πέρα από την πράσινη πικρή θάλασσα. Λες να τη βάψανε πράσινη οι πασόκοι; Λες να την μολύνανε με την πράσινη ανάπτυξη; Θα βρέξει, οι κεραυνοί ξεσπούν. Μακριά, πέρα απ' την ακτή, πάνω απ' τα κάστρα της ελπίδος, συννεφιάζει, κι ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν, για να περάσει η ώρα, μετράει τ' αστρα μιας αγέλαστης άνοιξης.

Βγήκε στην ακτή. Έκατσε σ' ένα παγκάκι στην παραλία περιμένοντας να ξημερώσει. Λίγο παραπέρα κάποιος σούβλιζε το μικρό δάχτυλο του ποδιού μου. Σηκώθηκε και έκανε τράκα ένα τσιγάρο απ' τον Ντετέκτιβ Μπαϊράν, βάζοντας του κρυφά ένα χαρτάκι στην τσέπη. Αυτός τάχαμου αδιάφορα έψαξε στην τσέπη του, ξετύλιξε το χαρτάκι: μια διεύθυνση, τίποτε άλλο. Σκατά σύνδεσμος, σκατά πληροφοριοδότης.

Σε λίγο, να και το αντικείμενο, μεγάλο υποκείμενο, σύμφωνα με τις πληροφορίες, της παρακολούθησης. Μεσήλικας με πρόσωπο τσακισμένο, σκαμμένο. Κάποτε ωραίος άντρας, σήμερα ένας δραπέτης. Στα νιάτα του ήθελε να γίνει τενόρος. Πήγαινε συχνά στην αρένα όπου έδιναν εξετάσεις οι υπόψηφιοι τενόροι, κερδίζοντας τις πρώτες εντυπώσεις χάρη στην ομορφιά του. Στεκόταν ενώπιον των κριτών, ξυπόλητος στα αγκάθια, γυμνός ενώπιον του πλήθους, αλίμονο όμως, με το που άνοιγε το στόμα του, η γλώσσα του έβγαινε έξω, με έναν κούκο απάνω της, να χτυπάει την ώρα. Μετά τον κούκο, βγαίνανε άλλα πουλάκια, κάποια μάλιστα κάνανε και αυγά, τα οποία έπαιρνε το οργισμένο πλήθος και τα εκσφενδόνιζε στον αγγελικό υποψήφιο που δεν μπορούσε να τραγουδήσει, μόνον να κρώζει. Ο άπελπις τενόρος ήταν σε αδιέξοδο. Είχε άλλη μια ευκαιρία, του είχαν πει οι αρχόντοι. Αν δεν κατάφερνε να τραγουδήσει και πάλι, τότε θα τον παίρνανε και θα τον κάνανε ρολόι στην πλατεία. Ο υποψήφιος έβαλε τα δυνατά του, επουδενί δεν έπρεπε να βγει ο κούκος. Και τα κατάφερε. Ο κούκος δεν βγήκε. Ανοιξε το στόμα του κι από μέσα βγήκανε βατράχια. Τετέλεσται, του είπανε οι κριτές. Οι αρχόντοι, αφού πλέον τους ήταν άχρηστος ακόμη και ως ρολόι, τον κλείσανε στη Φυλακή του Κάτω Κόσμου, ένα απ' αυτά τα ιδρύματα με τα πειραματόζωα.

Εκεί στο γλυκοχάραμα, πήρε να βρέχει. Ομως ο πάλαι ποτέ φέρελπις τενόρος, νυν δραπέτης απ' το ίδρυμα, τραβούσε το δρόμο του χωρίς να δίνει σημασία. Από πίσω του, βρίζοντας θεούς και δαίμονες, και το γαμημένο το επάγγελμα, ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν. Και περπατήσανε ώρες πολλές μέσα απ' τα ψηλα, θυμωμένα στάχυα. Αργότερα η βροχή πήρε να κόβει. Ο δραπέτης στάθηκε μια στιγμή ακίνητος, κοιτάζοντας ψηλά, σαν να βρισκόταν σε έκσταση, περιμένοντας το ουράνιο τόξο. Μετά τράβηξε πάλι το δρόμο του, μέσα απ' τις κερασιές που είχαν ανθίσει και φέτος, και καθώς φυσούσε ένα γλυκό αεράκι τα άνθη έπεφταν απάνω στους δυο διάβατες σαν ευωδιαστό χιονάκι. Ο Μπαϊράν συνέχισε να καταριέται το επάγγλεμά του και τη μοίρα του που γεννήθηκε σε αυτή τη χώρα, και όχι στην Ιαπωνία, όπου, όπως είχε πρόσφατα κάπου διαβάσει, οι εργαζόμενοι, καθε χρόνο, όταν ανθίζουν οι κερασιές, παίρνουν τριήμερη άδεια για να τις απολαύσουν. Αρχίδια σοσιαλισμό έχουμε, σκέφτηκε πικρά, μετανιωμένος για την πρόσφατη ψήφο του.

Φτάσανε στην πόλη. Πλέον ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν ήταν σίγουρος για τον προορισμό του δραπέτη: οδός Αβύσσου, αριθμός 0. Καθώς προχωρούσανε ο ένας πίσω απ' τον άλλο, ο αστικός ιστός έχανε το χρώμα του σταδιακά, έγινε σέπια κι εντέλει ασπρόμαυρος. Ο δραπέτης έστριψε σε ένα στενό δρομάκι, την οδό Αβύσσου. Πίσω του έστριψε και κοντοστάθηκε ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν. Στη μια άκρη του δρόμου ένας σωρός από σορούς σαραβαλιασμένων ποδηλάτων, στην άλλη μια γυναίκα, στο άνοιγμα μιας πόρτας, φορεί μια ζακέτα, που της φτάνει μέχρι τους ασταγάλους. “Κόπιασε”, λέει του τενόρου “να σε φιλέψω το κρασί των δειλών”.

Ξέρω πως, αν έλθω μέσα μαζί σου, της απαντά αυτός, θα κλάψω αύριο. Οπότε αντίο... καληνύχτα ζωή.

Κι αρπάζει ένα ποδήλατο απ' το σωρό κι αρχίζει να κάνει πετάλ σαν τρελός.

Μέλιο! φωνάζει αυτή. Δεν είμαι η Ζωή, η Αγράμπελη είμαι! Μάταια όμως. Είχε ήδη γίνει μια κουκίδα στον ορίζοντα.

Ο Ντετέκτιβ Μπαϊράν τα είχε πάρει στην κράνα: έβγαλε το καπέλο του, το δάγκωσε, το μασούλησε με μανία, το πέταξε κάτω, το τσαλαπάτησε. Πάλι του ξέφυγε το κάθαρμα. Πάλι θα τον κατσάδιαζαν στην Υπερεσία: Ηταν δυνατόν κοτζάμ ντεντέκτιβ και να μην ξέρει ποδήλατο;





3 σχόλια:

Go-Go είπε...

Βγάλε κι εσύ μια μέρα τον ανιψιό σου βόλτα.
Κι όταν δεν κοιτάει, άρπαξε το ποδηλατάκι με τις 3-4-5-όσες τελωσπάντων ρόδες θα'χει (όσες περισσότερες, τόσο το καλύτερο και για σένα, και για το ποδηλατάκι..) και ζήσε επιτέλους μια εμπειρία ζωής.

Α, για παν ενδεχόμενο, απέφυγε την κατεύθυνση του Θερμαϊκού. Δεν ξέρεις ποτέ από την έξαψη και το πάθος που μπορεί να φτάσεις..

dytistonniptiron είπε...

Τι έγινε, τακτοποιούσες τη βιβλιοθήκη σου και ξαφνικά έπεσες στα άπαντα του Λουντέμη;

ΠανωςΚ. είπε...

Go-Go, αλήθεια σου ΄χω πει ποτέ ότι ήμουν στα νιατα μου καταπληχτικός σκέητερ;

Δύτη, εεεε... περίπου. Απλώς μου είπε η Κ. το σκηνικό με την τριήμερη άδεια στην Ιαπωνία για τις κερασιές, και τα υπόλοιπα ήρθαν από μόνα τους.