14 Ιουλ 2016

για τη χαμένη ορθοπεδικότητα

μια φορά ήταν ένας τύπος που καθότανε και λέγοντας «καθότανε» το εννοώ κυριολεκτικά, απλώς καθότανε, χωρίς να κάνει τίποτε άλλο, ούτως ειπείν δεν έκανε σχέδια, επιχειρηματικά, ζωής ή και θανάτου, δεν κυνηγούσε πόκεμον ούτε και ανέμους, δεν τουίταρε, δεν γκούγκλιζε, δεν πόσταρε, δεν μπλόγκαρε, δεν έγραφε στάτους στο φουμπού, δεν εξέφραζε άποψη, δεν τσάταρε, δεν μοίραζε κείμενα, δεν έκανε λάικ, φαβ και ριτουίτ, δεν καρφίτσωνε τίποτε σε εικονικούς τοίχους, δεν φωτογράφιζε τις πατούσες του, ούτε και και κάνενός άλλου (μια φορά φωτογραφισε τις πατούσες μιας όμορφης, τον είπανε θαφωνάξωτηναστυνομίαανώμαλεεανώμαλε) μήτε την αποβλακωμένη του φάτσα την ώρα που καθόταν, αλλά ούτε και των άλλων που ήταν σκυμμένοι στις οθόνες τους, ο τύπος απλώς καθότανε, σε μια στάση όχι ορθοπεδικώς ορθή, ούτε και καθιστοπεδικώς καθιστή βεβαίως, θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι ήταν κάπως καμπουριαστός μολονότι αραχτός, με τα ποδάρια ανοιχτά, λες κι η ζωή του 'χε κάνει τούμπανο τα αρχίδια, και τα χέρια απλωμένα στο παγκάκι, λες και είχε συγκαεί στις αμασχάλες, και με την κοιλάρα του προτεταμένη να ρίχει βαριά και παχιά τη σκιά της στα ζωύφια που μαζεύονταν γύρω του, καθώς αυτός, απλώς καθιστός, έμοιαζε να αποσυντίθεται σιγά σιγά, και το τελευταίο πράγμα που πρόλαβα να δω, λίγο πριν δημοσιεύσω αυτό το κείμενο, ήταν που ήρθε η αστυνομία και τον συνέλαβε ως δημόσιο κίνδυνο, με την κατηγορία της ανάρμοστης συμπεριφοράς, ότι απλώς καθόταν τη στιγμή που όλοι γύρω του τρέχαν και κάτι παρήγαγαν ή κατανάλωναν, θερμίδες, προϊόντα, πλούτο ή περιεχόμενο, έστω και πατουσάκια στο ίνσταγκραμ ή χόαξ στα μπλογκζ.
Και μετά έπαψε να υπάρχει καθιστός στο παγκάκι. Ούτως ή άλλως, για τον υπόλοιπο κόσμο, όσο ήταν καθιστός στο παγκάκι, δεν υπήρξε ποτέ.  

25 Ιουν 2016

ΤΑΟΤΚ *

Η ΜΚΟ «Ο καλύτερος φίλος του καλλιτέχνη» είχε χτίσει ένα σπίτι από γυαλί σε μιαν ερημική παραλία, που τη κτυπούσε ολημερίς το νέο κύμα, με σκοπό να φιλοξενεί καλλιτέχνες, συγγραφείς, μουσικούς, εικαστικούς, μάγειρες, μπλόγκερ, τεχνοκράτες και εντρεπρενούρ, που θέλανε να απομονωθούν στο ιδανικό περιβάλλον για να δημιουργήσουν το αριστούργημά τους, μόνο που είχανε προλάβει να κάνουν κατάληψη στο σπίτι εκατοντάδες ατάλαντοι σκύλοι, μπάσταρδοι, αδέσποτοι, κακότροποι και κακομούτσουνοι, με βρώμικα χνώτα και όζουσες πληγές, και το υπηρετικό προσωπικό, πρώην επαγγελματίες δολοφόνοι, που εξέτιαν ποινή εναλλακτικής κάθειρξης στο γυάλινο σπιτι, σέρβιραν ρυζότο μέσα σε κάλυκες από σφαίρες αποτυχημένων αποπειρών δολοφονιών σοσιαλδημοκρατών πολιτικών και φιλάνθρωπων εφοπλιστών και πρώην αντισυστημικών της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα που εξέδιδαν ευπώλητες τις αναμνήσεις τους. 

17 Ιουν 2016

Δεν φαίνεται αλλά πρόκειται περί κριτικής - εαυτού ή βιβλίου δεν γνωρίζω

Πρώτα έβγαλα μια σέλφι, μετά τη φωτογραφία ενός μαυροπίνακα, που έγραφε «απαγορεύεται ν' απαγορεύεις», αλλά στα γαλλικά, που τώρα δεν θυμάμαι πώς ακριβώς το λένε στα γαλλικά ή τεσπά νομίζω πως θυμάμαι αλλά φοβάμαι μην κάνω λάθος και δεν είμαι δα κι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου να τραγουδάω άσε με να κάνω λάθος, άσε που εγώ γουστάρω να σωθώ, ένιγουέη, πάνω απ' όλα ομιλούμε και χειριζόμεθα σωστά την ελληνικήν και την αγγλικήν, διά την γαλλικήν ποίος εχέσθη, άραγε πώς είναι το ένιγουεη στα γαλλικά, κάτι με φασόν μάλλον, φασόν βιοτεχνίες είχαμε στην παλιά τη γειτονιά τη λαϊκιά, αλλά τώρα κλείσανε, πρώτα εκσυγχρονιστήκανε και μετά χρεοκοπήσανε, όπως η χώρα, δηλαδή τούτη η χώρα είναι μια βιοτεχνία φασόν, ουφ, σκάσε, και μετά τη φωτογραφία του μαυροπίνακα βρήκα και κάτι σήματα απαγορευτικά της τροχαίας, τα έβαλα όλα αυτά στο μίξερ, τεμαχίζοντας τη φάτσα μου και βάζοντας για φόντο τον μαυροπίνακα με το «απαγορεύεται να απαγορεύεις» να επαναλαμβάνεται πάνω, κάτω και πλαγίως και έβαλα στη σειρά και τα απαγορευτικά της τροχαίας, ζύγα-στοίχα που λέγαμε και στο στρατό, και μέσα σε αυτά κομμάτια της τεμαχισμένης μου φάτσας, ένα ρουθούνι, ένα μάτι, μισό αυτί μαζί με τις τρίχες, δυο σπυράκια, μία κρεατοελιά, ένα φρύδι, μισό σκασμένο χείλος, ένα εξάνθημα, κι όλο αυτό, άτεχνο, άσχημο κι οδυνηρό για το μάτι, το παρουσίασα για αυτοπροσωπογραφία, και είχα κάνει και μιαν άλλη ρεζέρβα με τη φάτσα μου όχι τεμαχισμένη, αλλά μέσα στην Κραυγή του Μουνχ και γύρω γύρω ατάκτως ερριμμένους είχα βάλει τίτλους από πρωτοσέλιδα της περιοδου της κρίσης, αλλά δεν ήθελα να προσβάλω τον κύριο Μουνχ, αρκετές φορές εχει ήδη γίνει μεμε(δάκι), στο τέλος θα τον κάνουνε και σεμεδάκι πάνω στο έπιπλο της τιβί, και τέλος πάντων νομίζω πως στην τέχνη χρήσιμη είναι η τεχνική αρτιότητα αλλά ακόμη καλύτερο είναι να χρησιμοποιείς αυτό που ξέρεις να κάνεις καλύτερα απ' όλα, για παράδειγμα αν είσαι καλός με τις λέξεις και θες να γίνεις φωτογράφος, να φωτογραφίζεις με λέξεις, άλλωστε χίλιες λέξεις μια φωτογραφία, κάπως έτσι ίσως να το σκέφτηκε ο Εντουαρ Λεβέ, κατά βάση φωτογράφος, ο οποίος πήγε κι έφτιαξε την καταπληκτική Αυτοπροσωπογραφία του χρησιμοποιώντας μόνο λέξεις, γράφοντας δηλαδή ένα βιβλίο, με μικρές αυτοαναφορικές προτάσεις, φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους, κάπως σαν ένα τουίτερ-τάιμλάιν, όπου παρουσιάσε όλες τις σημαντικές και ασήμαντες πτυχές της καθημερινότητάς του και της ζωής του, φύρδην μίγδην, κι αν δεν σου αρκούν όλα αυτά τα παντελώς άσχετα με το βιβλίο που έγραψα, για να το διαβάσεις, ορίστε δυο λόγια σχετικά, απ' την Εφ.Συν, του μεταφραστή του, Αχιλλέα Κυριακίδη: η «Αυτοπροσωπογραφία» («Autoportrait», 2005) του συγγραφέα, ζωγράφου και φωτογράφου Εντουάρ Λεβέ (1965-2007) παρουσιάζει τη σπαραχτική αντίφαση να αποτελεί μεν, με τις «χιλιάδες φράσεις» της, έναν ύμνο στη ζωή και στις λεπτομέρειες που συνθέτουν τη ζωή ενός ανθρώπου, αλλά να καταλήγει με την πιο απελπισμένη φράση με την οποία θα μπορούσε να κλείνει μια αυτοβιογραφία: «Ισως η ωραιότερη μέρα της ζωής μου έχει περάσει». Εξήντα πέντε χρόνια μετά τον αφορισμό του Καμύ («Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας»), δύο χρόνια μετά την έκδοση της «Αυτοπροσωπογραφίας» και δύο μέρες μετά την αποστολή στον εκδότη του των χειρογράφων του τελευταίου βιβλίου του στο οποίο πραγματεύεται την αυτοχειρία του καλύτερού του φίλου, ο Εντουάρ Λεβέ αυτοκτόνησε.