11 Απρ 2016

Φλέγοντα ζητήματα, υπαρξιακές ανησυχίες, επίκαιρες αναλύσεις: Οι οικιακές συσκευές στην ποπ κουλτούρα

Ξαναβλέποντας τον τελευταίο καιρό τους αριστουργηματικούς Σοπράνος συνειδητοποίησα ξαφνικά -εντάξει, όχι εγώ, κάποιος εξυπνότερος από μένα- ποιος είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της σειράς: όχι ο Τόνι Σοπράνο (προφανής επιλογή) αλλά το ψυγείο του, συγκεκριμένα το ψυγείο της οικογενείας Σοπράνος. Ολα τα σημαντικά συμβαίνουν γύρω απ' αυτό, καβγάδες και σημαντικές αποφάσεις, λιποθυμίες, και κυρίως ο Τόνι σαν μαινόμενος ταύρος να ξεφυσά, να ασθμαίνει και να ξεθυμαίνει μπουκώνοντας διάφορα αλλαντικά, με το ψυγείο πότε ανοιχτό, πότε κλειστό, πότε μισάνοιχτο, ποτέ όμως αδειανό, πάντοτε γεμάτο και γελαστό, σαν το στερεονοβικό «απ' το σκοτάδι μού γελάει το ανοιχτό ψυγείο, το γάλα, τα αυγά, το ψωμί και το μέλι».

Το ψυγείο των Σοπράνος είναι σαν το water cooler ή το φωτοτυπικό μηχάνημα στους χώρους εργασίας: τόπος συγκέντρωσης και ανταλλαγής νέων, βρίσκεται στην πλειοψηφία των πλάνων, στιβαρό και σιωπηλό. Μανιέρα ίσως για κάποιους η ερμηνεία του, το ψυγείο είναι ένας καρατερίστας που ποτέ δεν έλαβε την αναγνώριση που αξίζει, ίσως επειδή δεν ξέρει καρατέ αλλά μόνο να συντηρεί τα τρόφιμα.

Εκατσα, σκέφτηκα και γράφω ότι πέραν του σοπρανικού ψυγείου, άλλη κυρίαρχη οικιακή συσκευή στην ποπ κουλτούρα είναι το πλυντήριο, όχι μόνο κινηματογραφικά από τον Φρίαρς (ωραίο μου πλυντήριο) αλλά και υμνηθέν μουσικά από τους Μπιγκ Σλιπ και τους Σόνικ Γιουθ. Αυτοί όμως που έδωσαν άλλη διάσταση στο ρόλο του πλυντηρίου στην ποπ κουλτούρα είναι το συγκρότημα Μάτμος, ο τελευταίος δίσκος του οποίου δεν είναι τίποτε άλλο από μια επεξεργασμένη μουσικά συγκέντρωση ήχων πλυντηρίου (βλέπε βίντεο).
Αμέ.

Τώρα που το σκέφτομαι, τα επόμενα βήματα όσων έχουν αντίστοιχες μουσικές ευαισθησίες πρέπει να είναι δίσκος μουσικής βασισμένος στον ήχο του τροχού του οδοντιάτρου, του κομπρεσέρ και το πλέον ακραίο και εφιαλτικότερο όλων: μουσική βασισμένη στους ήχους του μαγνητικού τομογράφου.

Απ' την άλλη, για πιο ατμοσφαιρικές στιγμές προτείνονται δίσκοι μουσικής βασισμένοι στον ήχο της φαβορίτας όταν την ξύνεις πολύ κοντά στ' αυτί ή -ακόμη πιο χαλαρωτικά- μουσική βασισμένη στο θρόισμα που κάνουν, όταν τις χαϊδεύουμε, οι τρίχες που βγάζουμε στ' αυτιά. Και τέλος, παντελώς νταουνιάρικη, η μουσική βασισμένη στον ήχο των μαλλιών μας που πέφτουν.
Ή στον ήχο που κάνει ο χρόνος όταν περνά.
Στον ήχο της προϊούσης σήψης.

7 Απρ 2016

τζα!

Στα χρόνια της κωλοκατάστασης η αγορά αυτορρυθμιζόταν, έχεζε ψηλά κι αγνάντευε και το μακρύ αόρατο χέρι της έσμπρωχνε πισώπλατα μες στο σκατόλακκο ανθρώπους με έναν σταυρό να τον κάνουν ό,τι θέλουν, και μαζώχτηκαν θεατές γύρω από το σκατόλακκο, αραχτοί σε ντιβάνια, καρέκλες, καναπέδες και σεζλόνγκ, άλλοι κρατώντας αποστάσεις ασφαλείας να μη σκάσει πάνω τους κάνα κύμα σκατού, κι άλλοι, πιο τολμηροί, σε απόσταση αναπνοής φορώντας την καινούργια τους αλεξίσκατη στολή και αντικοπρανικές μάσκες, και έπεφταν από ψηλά οι άτυχοι με τον σταυρό, και, όσο αυτοί πέφτανε στα σκατά, τριγύρω απ' τον σκατόλακκο πέφτανε στοιχήματα ποιος θα επικρατήσει, ήταν αγώνας αντοχής κι επιβίωσης, ποιος εντέλει θα επιπλεύσει, κι άλλοι απ' τους ναυαγοσκατούς είχανε προνοήσει και τον σταυρό εγκαίρως τον είχανε κάνει σχεδία και αρμενίζανε, άλλοι τον χρησιμοποιήσανε ως σανίδα σωτηρίας και επιπλέανε, άλλοι τον κάνανε κουπί ή κατάρτι και άλλοι άγκυρα στο σκατοβυθό, και παρότι αντικανονική η επαφή του σταυρού με τα σκατά, η ανάγκη επιβίωσης δικαιολογούσε την κίνηση των παραλίγο πνιγμένων στο σκατό, υπήρχαν ωστόσο και κάτι λίγοι που πήγαιναν κόντρα στο ρεύμα και στη γενική την τάση και προχωρούσαν με το σταυρό στο χέρι, με το σταυρό έξω απ' το σκατό, με τον σταυρό στην πλάτη, και απ' το βάρος του σταυρού σιγά-σιγά βυθίζονταν και κόντευαν να πνιγούν μες στο σκατό και όταν κάποιοι απ' αυτούς τολμήσαν να μιμηθούν τους άλλους και να κάνουν τον σταυρό σχεδία, σανίδα σωτηρίας, κουπί, κατάρτι ή άγκυρα, λερώνοντας τον σταυρό με τα σκατά, γιουχαΐστηκαν από το πλήθος που τους κουνούσε αποδοκιμαστικά το δάχτυλο και τους πετροβολούσε και τους έσμπρωχνε με το πιγκάλ της δικής τους ηθικής να πάνε προς τα κάτω μιαν ώρα αρχύτερα, έχοντας άλλωστε έννομο συμφέρον καθώς είχαν ήδη ποντάρει στη σωτηρία άλλων σκατάδων.

13 Δεκ 2015

Ο Έλβις στα χρόνια της λιτότητας

Κάθονταν στο τραπέζι της κουζίνας και πίνανε καφέ, αυτή του έλεγε ότι πάλι τα μαλλιά του είναι σαν του Πρέκα και να πάει να κουρευτεί κι αυτός της έλεγε για τον πολύ βαρετό εφιάλτη που 'χε δει τη νύχτα και μετά του διηγήθηκε αυτή το δικό της όνειρο, ότι στεκόταν στην ουρά του ΑΤΜ, περιμένοντας να έρθει η σειρά της, κι όσο περίμενε τη συντρόφευε το ανυπόμονο χτύπημα ενός παπουτσιού με τακούνι από πίσω της, τακ τακ τακ, γύρισε να δει τον ανυπόμονο, βρε για δες, είν' ο Ελβις αυτοπροσώπως, αλλά της ύστερης περιόδου, χοντρός και ιδρωμένος με την μπέρτα που φορούσε στο Λας Βέγκας, μαλλί τίγκα στην μπριγιαντίνη και να γυαλίζει ή μάλλον καλύτερα να λάμπει σαν να είχε κάποιου είδους ενσωματωμένο κρυφό φωτισμό στο κοκκοράκι και τις φαβορίτες, και ήρθε λίγο μετά η σειρά της αλλά από τη συγκίνηση που είχε μόλις πριν λίγο δει τον Έλβις καθώς και από το συνεχές αγενές και ανυπόμονο τακτακτακ του παπουτσιού του είχε αγχωθεί και ξέχασε τον κωδικό πιν του λογαριασμού της κι όσο καθυστερούσε τόσο πιο ανυπομονο γινότανε το τακτακτακ του τακουνιού του βασιλιά και πράγματι δεν ήταν σωστό να 'χει κοτζάμ Έλβις να την περιμένει και έκανε στην άκρη χωρίς να βγάλει χρήματα και ήρθε η σειρά του τύπου με τα σουφρωμένα χείλια και το λαδωμένο κοκκοράκι και την μπέρτα με τα λαχούρια μέσα από την οποία έβγαλε ένα καρεκλάκι απ' αυτό που οι αγρότες στην Αλαμπάμα το 'χουν για να αρμέγουνε τις αγελάδες και έκατσε εκεί με πλάτη στο ΑΤΜ και φάτσα στο κοινό και πήρε να τραγουδα το Λαβ Μι Τέντερ και ο κόσμος που περιμένε στην ουρα χωρίστηκε σε ζευγάρια και χόρεψε παθιασμένα και μετά ο Ελβις, που προφανώς δεν είχε τραπεζικό λογαριασμό, έβγαλε δίσκο όχι μουσικής αλλά εκκλησίας και ρίχναν οι πιστοί μέσα τα λεφτά τους και σαν έφτασε μπροστά της ντράπηκε η καημένη δεν είχε δεκάρα τσακιστή αφού εξαιτίας του τακτακτακ του βασιλιά είχε ξεχάσει το πιν της και δεν έβγαλε λεφτά και αυτός σούφρωσε ακόμη περισσότερο το χείλος του και φφφφφφσσστ, έκανε μια περιστροφή ανεμίζοντας την μπέρτα του κι εξαφανίστηκε από προσώπου γης για κάποιο σύμπαν όχι χωρίς κεφαλαιακό έλεγχο αλλά χωρίς κεφάλαια καθόλου και μετά το πλήθος τη λυντσάρισε γιατί πρόσβαλε τον βασιλιά και αποφάσισε να εξαφανιστεί ξανά, και μετά αυτή ξύπνησε, κι αυτός της είπε πολύ γαμάτο, θα στο κλέψω για το μπλογκ, ελπίζω να μη σε πειράζει, κι αυτή δεν είπε τίποτε, κι αυτός συνέχισε να την καλοπιάνει, τα πρώτα μου διηγήματα θα τα ονομάσω Τα Ανέκδοτα Όνειρα της Κ., και είναι λίγο ανήθικο που χρησιμοποιώ τα όνειρά σου για να κάνω καριέρα, δεν νομίζεις; κι αυτή πάλι δεν απάντησε, κι είπε αυτός, είμαι σαν κλέφτης ονείρων, περίπου σαν τον ΣΥΡΙΖΑ, άραγε τα όνειρα εκδικούνται, άραγε τα όνειρα έχουν πνευματικά δικαιώματα;