4 Αυγ 2016

Λίγα λόγια για το φαινόμενο της ακινησίας, προσωπικής και ιδεολογικής

Φοβάμαι πως αυτό το κείμενο θα είναι απόλαυση για κάθε αντιαριστερό. Ας είναι. Άλλωστε, κάποιοι απ' αυτούς, ξέρουν ποιοι είναι, σε πολλές τους εκτιμήσεις, αποδείχθηκαν ορθοί.
Η προσωπική (μου) ακινησία δεν αφορά κανέναν. Αν κάποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει σε αναρτήσεις του ιστολογίου προπέρσινες, αντιπροπέρσινες. Τα ίδια θα έγραφα και σήμερα. Με τη διαφορά ότι όλα αυτά πια τα θεωρώ ανάξια λόγου. Πρώτον, γιατί μπούχτισα με την πρωτοπρόσωπη αντίληψη του κόσμου στον ενικό αριθμό. Μπούχτισα από προσωπικές ιστορίες. Και, δεύτερον, γιατί συνήθισα. Την ακινησία.
Την κρίση όμως; Αλήθεια, έχουμε ακόμη κρίση; Γιατί δεν μιλάει κανείς γι' αυτήν; Την οικονομική – ανθρωπιστική κρίση; Την ξεχάσαμε; Ξεπεράστηκε; Συνηθίσαμε (χωρίς σημείο στίξης εδώ, ας βάλει ο καθένας αυτό που θέλει, ερωτηματικό, αποσιωπητικά, θαυμαστικό, τελεία)
Τις προάλλες είδα να συζητούν κάπου στο facebook για την πιθανή νομοθέτηση της απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων. Αλλού βλέπω ακόμη να συζητούν για τους δημοσίους υπαλλήλους. Πόσο άκυρες συζητήσεις, όταν ο ιδιωτικός τομέας έχει ήδη καταστραφεί. Δεν χρειάζεται η νομοθέτηση της απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων. Αυτές έχουν ήδη γίνει. Κανείς δεν συζητά όχι για το πώς θα απολυθείς από τον ιδιωτικό τομέα, αλλά για το πώς θα προσληφθείς, ποιες θα είναι οι συνθήκες εργασίας, τα ωράρια, οι αμοιβές. Η δημόσια συζήτηση γίνεται σε ιδεολογικά χαρακώματα με στολές παραλλαγής σταλεγάκια και ξερόλα. Εκατέρωθεν χρησιμοποιούνται τα ίδια όπλα, οι ίδιοι στόχοι, οι ίδιοι σύμμαχοι. Κι ο άμαχος πληθυσμός παραμένει ίδιος.
Κάπου μεταξύ ανεκδότου και πραγματικότητας, τέλη του '80, αρχές '90, θυμάμαι να λένε για τη μελαγχολία που έπιασε πολλούς αριστερούς όταν κατέρρευσαν τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ειδικά η διάλυση της ΕΣΣΔ ήταν σοκ και διάψευση ζωής για πάρα πολλούς. Φυσικά εκείνα τα (κοσμοϊστορικά) γεγονότα είναι πολύ σημαντικότερα από τα εγχώρια του τελευταίου έτους. Ωστόσο μιαν αντίστοιχη μελαγχολία τη βλέπω σε αρκετούς, τηρουμένων των αναλογιών, μετά τη διάψευση των προσδοκιών, της ελπίδας. Μια μελαγχολία που οδηγεί σε παραίτηση και απραξία. Μια μελαγχολία που ωστόσο δεν τη συμμερίζονται όλοι όσοι χόρευαν πέρσι μετεκλογικό συρτάκι – αυτοί, ίσως σε φάση αυτοάμυνας, για να γλιτώσουν από την ιδεολογική μελαγχολία, έχουν επιλέξει την εθελοτυφλία και τον κυβερνητισμό. Αλλοι πήραν άλλο δρόμο κι έχουν γίνει ιδεολογικές καρικατούρες με γκρέξιτ μπλουζάκια. Φετιχιστές της δραχμής.
Ομως η ρεάλ πολιτίκ είναι αδυσώπητη: δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει, αριστερή κυβερνητική πολιτική σήμερα. Τώρα, αυτή τη στιγμή, επίσης, είναι αστείο να μιλαμε για γκρέξιτ, για διάλυση της ΕΕ, για αλλαγή της εκ των έσω, για τις αριστερή Ευρώπη του Νότου που θα αλλάξει τους συσχετισμούς. Οσο κι αν το θέλουμε κάποιοι. Οσο κι αν δεν μετακινούμαστε ρούπι από (κάποια) απ' αυτά.
Ξάφνου καταλήγεις να σκέφτεσαι ότι πρέπει πρώτα να ωριμάσουν οι συνθήκες.
Κι αυτή η αναμονή είναι τρομακτική όταν βλέπεις τη ζωή σου, τις ζωές των άλλων, να περνάνε στον βρόντο. Κι όταν βλέπεις πισωγυρισμάτα, πολιτικά, ιδεολογικά, κοινωνικά.
Είναι τρομακτικό σε προσωπικό επίπεδο να νιώθεις ότι διαψεύδεσαι πολιτικά, ότι έχεις ακυρωθεί ιδεολογικά. Να νιώθεις ως ένα σημείο φταίχτης για την τερατογένεση της συριζανελικής κυβέρνησης, ακόμη κι αν δεν τους ψήφισες. Αλλά στο όνομα αυτής της πρώτης φορά Αριστεράς, αυτής της έστω κατ' όνομα Αριστεράς, κρίνεται, δικαίως ή αδίκως, όλη η Αριστερά.
Ενδεχομένως, κάποιοι, πιο αισιόδοξοι, πιο δυναμικοί, να λένε ότι τώρα είναι η ώρα της δικής μας Αριστεράς, της πραγματικά ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στην τελική το λάθος της ανάθεσης στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν ευθύνη να το διορθώσουν οι ίδιοι που το διέπραξαν. Το θέμα είναι πώς το διορθώνεις; Και πώς θα αποκαταστήσεις τη φήμη της Αριστεράς, που τα έκανε μαντάρα;
Kαι κυρίως πώς θα ξανακινηθούν, πώς θα αρχίσουν να ξαναζούν, άνθρωποι που βρίσκονται σε καθεστώς ακινησίας χρόνια τώρα;

(ήδη, προτού καν δημοσιευθεί, το κείμενο έτυχε σκληρής κριτικής από την Κ.)


1 Αυγ 2016

Καποιοβιβλιοκριτική

Για ό,τι συνέβη, φταίω εγώ. Ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό.
Δεν είναι ασύνηθες φαινόμενο στη λογοτεχνία. Οι βιβλιοκριτικές για βιβλία που δεν γράφτηκαν ποτέ. Ο Μπόρχες είναι η προεξάρχουσα μορφή στον τομέα αυτό.
(Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Σίγουρα το 'χεις αντιληφθεί. Οι προτάσεις είναι μικρές. Και αναρωτιέσαι γιατί.
Οι μπλογκοκριτικές λένε ότι δεν βάζω τελείες. Ποτέ. Σήμερα θα βάλω. Πολλές. Εβαλα ήδη δηλαδή).
Ετούτο εδώ λοιπόν είναι μια βιβλιοκριτική, όχι όμως ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε ποτέ. Αλλά ενός βιβλίου που γράφτηκε. Σε καμία περίπτωση φανταστικού. Ούτε της φαντασίας, ούτε και ποιοτικά μιλώντας, δυστυχώς.
Μόνο που δεν θα αποκαλύψω ποτέ ποιο είναι. Ούτε θα διαγωνιστείτε στα σχόλια για να το βρείτε κερδίζοντας πολλά μεγάλα δώρα. Ποια δώρα και ποια σχόλια δηλαδή; Αφού δεν διαβάζει μπλογκζ πια κανείς.
Το βιβλίο αυτό, καθ' όλα υπαρκτό, πιο υπαρκτό κι απ' το σοσιαλισμό, και γράφτηκε και εκδόθηκε και διαβάστηκε. Κι αναρωτιέμαι: γιατί;
Φταίω εγώ. Σάββατο μεσημέρι, καύσωνας. Ο αφρός του φραπέ ξεραίνεται γρήγορα στα ποτήρια. Ο ανεμιστήρας σκορπίζει τις στάχτες απ' το τασάκι. Ο φίλος με ρωτά τι να διαβάσει μετά. Του λέω, αυτό, εκείνο, το παράλλο.
Σήμερα τον ερωτώ: το διάβασες το παράλλο;
Πρόλαβε και τ' αγόρασε το θηρίο.
Καλό;
Διστάζει, γνέφει αρνητικά. Στο χαρίζω, μου λέει. Εσένα θα σ' αρέσει.
(Συγκαλυμμένη προσβολή. Σου χαρίζω κάτι που δεν θεωρώ καλό, αλλά εσένα θα σε αρέσει. Αρα το γούστο σου είναι σκατά.
Δεν του πετάω το γάντι. Καλοκαίρι άλλωστε. Το πολύ-πολύ να του πετάξω κάνα μαγιό).
Θα γράψεις τίποτε γι' αυτό; τον ρωτώ.
Αμα γράψω, θα το θάψω.
Θάψ' το, ρε φίλε.
Και μετά να 'ρθει κάνας κουλτουριάρης να μου λέει ότι δεν κατάλαβα το νόημα; Ασε που όλοι λένε πως είναι ό,τι καλύτερο κυκλοφόρησε φέτος από Ελλάδα. Και στην τελική, καλός εκδοτικός οίκος, δεν γίνεται να μην τον στηρίξω.
Επέμεινε να μου το χαρίσει. Το πήρα μαζί με κάτι εργαλεία: σφυριά, μέτρο, κάβουρα, τρυπάνι, βιδολόγο. Δεν χρειάστηκαν τελικά για την ανάγνωση. 
Μικρό στο μέγεθος, αν δεν με αρέσει, θα το κάνω σουβέρ, σκέφτηκα ο μεταπεπεκαρβαλικός. Κι άρχισα να το διαβάζω.
Μόλις τριάντα σελίδες μετά, σταματώ την ανάγνωση, επειδή η ζωή είναι σύντομη. Ορίστε κι η σύντομη, σαν τη ζωή, κι απ' τη ζωή βγαλμένη, κριτική: Θρίαμβος το βίβλιο. Θρίαμβος! Θρίαμβος της τεχνικής επί της ουσίας. Του ύφους επί της ψυχής.
Ένα μεγάλο «ε, και;» πλανάται πάνω από τη λογοτεχνία.
«Ε, και τι έγινε που ξέρεις να γράφεις καλά; Αμα δεν έχεις τίποτε να πεις, καμιά ιστορία, καλή ή κακή, μην παριστάνεις το συγγραφέα».

14 Ιουλ 2016

για τη χαμένη ορθοπεδικότητα

μια φορά ήταν ένας τύπος που καθότανε και λέγοντας «καθότανε» το εννοώ κυριολεκτικά, απλώς καθότανε, χωρίς να κάνει τίποτε άλλο, ούτως ειπείν δεν έκανε σχέδια, επιχειρηματικά, ζωής ή και θανάτου, δεν κυνηγούσε πόκεμον ούτε και ανέμους, δεν τουίταρε, δεν γκούγκλιζε, δεν πόσταρε, δεν μπλόγκαρε, δεν έγραφε στάτους στο φουμπού, δεν εξέφραζε άποψη, δεν τσάταρε, δεν μοίραζε κείμενα, δεν έκανε λάικ, φαβ και ριτουίτ, δεν καρφίτσωνε τίποτε σε εικονικούς τοίχους, δεν φωτογράφιζε τις πατούσες του, ούτε και και κάνενός άλλου (μια φορά φωτογραφισε τις πατούσες μιας όμορφης, τον είπανε θαφωνάξωτηναστυνομίαανώμαλεεανώμαλε) μήτε την αποβλακωμένη του φάτσα την ώρα που καθόταν, αλλά ούτε και των άλλων που ήταν σκυμμένοι στις οθόνες τους, ο τύπος απλώς καθότανε, σε μια στάση όχι ορθοπεδικώς ορθή, ούτε και καθιστοπεδικώς καθιστή βεβαίως, θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι ήταν κάπως καμπουριαστός μολονότι αραχτός, με τα ποδάρια ανοιχτά, λες κι η ζωή του 'χε κάνει τούμπανο τα αρχίδια, και τα χέρια απλωμένα στο παγκάκι, λες και είχε συγκαεί στις αμασχάλες, και με την κοιλάρα του προτεταμένη να ρίχει βαριά και παχιά τη σκιά της στα ζωύφια που μαζεύονταν γύρω του, καθώς αυτός, απλώς καθιστός, έμοιαζε να αποσυντίθεται σιγά σιγά, και το τελευταίο πράγμα που πρόλαβα να δω, λίγο πριν δημοσιεύσω αυτό το κείμενο, ήταν που ήρθε η αστυνομία και τον συνέλαβε ως δημόσιο κίνδυνο, με την κατηγορία της ανάρμοστης συμπεριφοράς, ότι απλώς καθόταν τη στιγμή που όλοι γύρω του τρέχαν και κάτι παρήγαγαν ή κατανάλωναν, θερμίδες, προϊόντα, πλούτο ή περιεχόμενο, έστω και πατουσάκια στο ίνσταγκραμ ή χόαξ στα μπλογκζ.
Και μετά έπαψε να υπάρχει καθιστός στο παγκάκι. Ούτως ή άλλως, για τον υπόλοιπο κόσμο, όσο ήταν καθιστός στο παγκάκι, δεν υπήρξε ποτέ.