Νομίζω πως το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» του Αλέξη Σταμάτη θα μπορούσε να είναι ταινία της δεκαετίας του ’70 με πρωταγωνιστές τον Αγγελο Αντωνόπουλο, την Ελενα Ναθαναήλ και τον Μάνο Κατράκη στο ρόλο του Γιατρού. Oι διάλογοι όμως θα μπορούσαν να είναι βγαλμένοι από κουλτουριάρικη ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’80, όπου οι ήρωες όταν δεν μακρηγορούν φιλοσοφώντας μιλάνε μεταξύ τους περίπου ως εξής:Ημίφως, μια πόρτα ανοίγει, ένας άνδρας φαίνεται στο άνοιγμά της. Μια γυναίκα, σκυφτή, κάθεται σε μια μικρή κουζίνα, πίνει, ελαφρώς μεθυσμένη:
Γ. - Ηρθες;
Αυτός δεν της απαντά, βγάζει τα παπούτσια του αργά-αργά, βγάζει τα ρούχα του, φτύνει στο ταβάνι, μπαίνει στο μπάνιο, κατουράει, κοιτιέται κάμποσο στο καθρέφτη, τον πιάνει τσιγαρόβηχας, λέει «χτικιό», κοντεύει να πνιγεί απ’ το βήχα του, σαν τον Αρη Ρέτσο στην Αστροφεγγιά, φτύνει στο νιπτήρα, βήχει λίγο ακόμη, αυτή εν τω μεταξύ έχει πιει άλλα δύο τσίπουρα κι είναι λιάρδα. Στέκεται, την κοιτά και της απαντά:
Α. - Ηρθα.
Γ. - Πέρασε ο Γιακουμής, νωρίτερα, σε γύρευε για δουλειά, πού γύρναγες;
Αυτός δεν της απαντά, κάθεται στο τραπέζι, αρπάζει το καρβέλι το ψωμί, το κόβει με τα χέρια στη μέση και αρχίζει το τρώει με μεγάλες λαίμαργες μπουκιές. Στον τοίχο το ρολόι δείχνει ότι έχει ήδη περάσει μία ώρα από τότε που επέστρεψε σπίτι ο άντρας.
Α. - Αμα ξανάρθει ο Γιακουμής, να του πεις να μην ξαναπατήσει τα ποδάρια του εδώ, ακούς; Το τσιράκι των Αμερικάνων, ο λαδέμπορας, ο ρεβιζιονιστής.
Και αρχίζουν να μαλώνουν για τη σφαγή στην Κροστάνδη και τα πλεονεκτήματα της γραμμικής υπογράμμισης με φωσφοριζέ μαρκαδόρο έναντι των χειρόγραφων σημειώσεων με μικρά δυσανάγνωστα γράμματα στο περιθώριο της σελίδας, όπου στο περιθώριο αυτό συναντώνται ο Ουγκό, ο Κοκτό, ο Κουστό, και η άγνωστη ποιήτρια και αμπελουργός της εξέγερσης Ντομ Περινιόν.
Στο τέλος ο Γιακουμής/Γεωργίτσης και ο ανδρας πρωταγωνιστής Αγγελος Αντωνόπουλος κλέβονται και πάνε Αμστερνταμ μέσω Τήλου, ενώ η Ελενα Ναθαναήλ/γυναίκα ανοίγει αλυσίδα από κωλόμπαρα στην Τρούμπα, την Τούμπα, το Ιράν, την Καμπότζη και το Βιετνάμ. Η ταινία τελειώνει με τον Μάνο Κατράκη/Γιατρό πίσω απ’ τα σίδερα της φυλακής να γελά σατανικά.
(καμία σχέση βασικά τα παραπάνω με το βιβλίο, αλλά κάνε λίγο υπομονή και θα καταλάβεις πού το πάω).
Αφού το ξεκαθαρίσαμε αυτό, ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμη. Δεν είμαι υπέρμαχος της άποψης «υπάρχει καλή και κακή τέχνη». Πιστεύω ότι υπάρχει η τέχνη που μ’ αρέσει και αυτή δεν μ’ αρέσει. Και για να το χοντρύνω λίγο ακόμη πιστεύω πως είναι πολύ πιθανό, εγώ προσωπικά να γουστάρω την κακή τέχνη. Αλλά τι να κάνουμε; Αυτή η τέχνη με αρέσει. Χάρισμά σας η καλή, και μπράβο σας που μπορέσατε και τη διακρίνατε απ’ το σωρό. Πρόσφατα, ας πούμε, για να καταλαβετε, ο φίλος μου ο Νικολάκης Διάσελος για να διασκεδάσει την Ειδικό του Νίντζα (εξαιρετικοί οικοδοσπότες και οι δύο) με έβαλε να απαριθμήσω τις αγαπημένες μου ταινίες. Όπως φαντάζεστε, έγινε του Πρίγκηπα της Ζαμούντα ο γάμος…
Αλλη ιστορία κι αυτή... Γιατί, αλήθεια, τα αριστουργήματα του σινεμά (αλλά και στη μουσική) δεν είναι ποτέ χαρούμενα; Αστεία; Κωμωδίες βρε αδερφέ; Δηλαδή δεν είναι αριστούργημα το Silent Movie του Μελ Μπρουκς; Ή δεν είναι μια αμιγώς πολιτική ταινία το Πολυθρόνα για δύο, με τον... ναι, με τον Εντι Μέρφι; Για να μη θυμηθώ το θρυλικό "Ο καλόγερος που αγαπούσε ο Θεός";
Επιστροφή στο θέμα μας όμως, το οποίο είναι και ας αρχίσουν να ρολάρουν τα τύμπανα παρακαλώ, διότι ακολουθεί απόσταγμα σοφίας απ’ τα καλύτερα αποστακτήρια πορδολογίας: υπάρχει λογοτεχνία για όλους – σώπα ρε μεγάλε! Ναι, μικρέ, υπάρχει λογοτεχνία για όλους, όπως υπάρχει και μουσική και για όλους και σινεμάς για όλους. Αυτά που δεν φτάνουν για όλους είναι, αγαπητέ μου Γιωργάκη, τα λεφτά και οι δουλειές, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Πώς λοιπόν έφτασα στο συμπέρασμα ότι υπάρχει λογοτεχνία για όλους; Απλούστατα με την παράλληλη ανάγνωση του "Σκότωσε ό,τι αγαπας" του Αλ.Σταμάτη και του "Μύθου του Ηρακλή Σπίλου" του Νϊκου Κουνενή. Κι εξηγούμαι: ο πρώτος δεν είναι λογοτεχνία για μένα, ενώ ο δεύτερος είναι: ευθύς, απλός, ειλικρινής και πιστός στις προθέσεις του, γράφει ένα σατιρικό μυθιστόρημα, αιχμηρό, καυστικό, υπαινικτικό, αστείο, γελαστικό, κατά στιγμές ξεκαρδιστικό, με γλώσσα αιχμηρή, ανάλαφρη, εύπλαστη, γεμάτη λογοπαίγνια και υπονοούμενα. Δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφία, ψυχολογία και όλα τα κινηματογραφικά κείμενα του Β.Ραφαηλίδη για να το κατανοήσεις. Ο Αλ. Σταμάτης, απ’ την άλλη, γράφει ένα εμπύρετο μυθιστόρημα, που τρώγεται με τις σάρκες του, και ασφυκτιά υπό το βάρος όλων των σπουδαίων πραγμάτων που θέλει να πει. Κάθε πρότασή του θέλει να είναι βαρυσήμαντη και σημαντική, μέσα σε κάθε σελίδα υπάρχουν ευθείες αναφορές (είναι αυτή η διακειμενικότητα που λέγαμε εδώ) σε τουλάχιστον ένα ή δύο αριστουργήματα, λογοτεχνικά και κινηματογραφικά, χώρια τις πλάγιες αναφορές, τα κλεισίματα του ματιού, που εγώ ο αδαής οπαδός του Πρίγκιπα της Ζαμούντα και της παλπ λογοτεχνίας αδυνατώ να αντιληφτώ.
Κλείνοντας, να το ξαναπώ: κατά πάσα πιθανότητα, το βιβλίο Σκότωσε ό,τι αγαπάς του Αλ.Σταμάτη είναι αριστούργημα ή έστω πάρα πολύ καλό. Το πρόβλημα είναι ότι εγώ είμαι κακός αναγνώστης.
Αν βέβαια εγώ είμαι κακός αναγνώστης, μήπως τα καλά μου λόγια για τον Μύθο του Ηρακλή Σπίλου συνιστούν δυσφήμηση;
* Ο τίτλος είναι κλεμμένος απ' τον Νίκο Κουνενή. Οι "Φτωχοί Εραστές της Μεγάλης Τέχνης" ήταν μια συμμορία που έκλεβε έργα τέχνης αμύθητης αξίας με σκοπό να τα προστατεύσει.
ΥΓ. Πληροφορίες για το άσμα εδώ. Εχει τη δική του ιστορία.