10 Μαΐ 2010

Φτωχός εραστής της Μεγάλης Τέχνης*

Νομίζω πως το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» του Αλέξη Σταμάτη θα μπορούσε να είναι ταινία της δεκαετίας του ’70 με πρωταγωνιστές τον Αγγελο Αντωνόπουλο, την Ελενα Ναθαναήλ και τον Μάνο Κατράκη στο ρόλο του Γιατρού. Oι διάλογοι όμως θα μπορούσαν να είναι βγαλμένοι από κουλτουριάρικη ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’80, όπου οι ήρωες όταν δεν μακρηγορούν φιλοσοφώντας μιλάνε μεταξύ τους περίπου ως εξής:

Ημίφως, μια πόρτα ανοίγει, ένας άνδρας φαίνεται στο άνοιγμά της. Μια γυναίκα, σκυφτή, κάθεται σε μια μικρή κουζίνα, πίνει, ελαφρώς μεθυσμένη:
Γ. - Ηρθες;
Αυτός δεν της απαντά, βγάζει τα παπούτσια του αργά-αργά, βγάζει τα ρούχα του, φτύνει στο ταβάνι, μπαίνει στο μπάνιο, κατουράει, κοιτιέται κάμποσο στο καθρέφτη, τον πιάνει τσιγαρόβηχας, λέει «χτικιό», κοντεύει να πνιγεί απ’ το βήχα του, σαν τον Αρη Ρέτσο στην Αστροφεγγιά, φτύνει στο νιπτήρα, βήχει λίγο ακόμη, αυτή εν τω μεταξύ έχει πιει άλλα δύο τσίπουρα κι είναι λιάρδα. Στέκεται, την κοιτά και της απαντά:
Α. - Ηρθα.
Γ. - Πέρασε ο Γιακουμής, νωρίτερα, σε γύρευε για δουλειά, πού γύρναγες;
Αυτός δεν της απαντά, κάθεται στο τραπέζι, αρπάζει το καρβέλι το ψωμί, το κόβει με τα χέρια στη μέση και αρχίζει το τρώει με μεγάλες λαίμαργες μπουκιές.
Στον τοίχο το ρολόι δείχνει ότι έχει ήδη περάσει μία ώρα από τότε που επέστρεψε σπίτι ο άντρας.
Α. - Αμα ξανάρθει ο Γιακουμής, να του πεις να μην ξαναπατήσει τα ποδάρια του εδώ, ακούς; Το τσιράκι των Αμερικάνων, ο λαδέμπορας, ο ρεβιζιονιστής.
Και αρχίζουν να μαλώνουν για τη σφαγή στην Κροστάνδη και τα πλεονεκτήματα της γραμμικής υπογράμμισης με φωσφοριζέ μαρκαδόρο έναντι των χειρόγραφων σημειώσεων με μικρά δυσανάγνωστα γράμματα στο περιθώριο της σελίδας, όπου στο περιθώριο αυτό συναντώνται ο Ουγκό, ο Κοκτό, ο Κουστό, και η άγνωστη ποιήτρια και αμπελουργός της εξέγερσης Ντομ Περινιόν.
Στο τέλος ο Γιακουμής/Γεωργίτσης και ο ανδρας πρωταγωνιστής Αγγελος Αντωνόπουλος κλέβονται και πάνε Αμστερνταμ μέσω Τήλου, ενώ η Ελενα Ναθαναήλ/γυναίκα ανοίγει αλυσίδα από κωλόμπαρα στην Τρούμπα, την Τούμπα, το Ιράν, την Καμπότζη και το Βιετνάμ. Η ταινία τελειώνει με τον Μάνο Κατράκη/Γιατρό πίσω απ’ τα σίδερα της φυλακής να γελά σατανικά.

(καμία σχέση βασικά τα παραπάνω με το βιβλίο, αλλά κάνε λίγο υπομονή και θα καταλάβεις πού το πάω).

Εντάξει, είμαι αστεία προσωπικότητα, γελοίος φιγουρατζής, ασόβαρος συζητητής, υποκειμενικός και για το λόγο αυτό άδικος κριτής της πνευματικής εργασίας ενός ανθρώπου αναγνωρισμένου, που είναι φανερό ότι το ΄χει πονέσει το κείμενό του. Αλλωστε, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, ο χειρότερος συγγραφέας παραμένει καλύτερος γραφιάς ακόμη κι απ’ τον καλύτερο βιβλιοκριτικό. Μονο που δεν κάνω βιβλιοκριτική εδώ πέρα. Απλώς γράφω ό,τι μου κατέβει, ό,τι σκέφτομαι για τα βιβλία που διαβάζω. Απλώς να, νιώθω λίγο αμήχανα να γράφω για έλληνες συγγραφείς και δη μπλόγκερ, ανθρώπους δηλαδή που υπάρχει μία πιθανότητα να διαβάσουν αυτά που γράφω για αυτούς.
Αφού το ξεκαθαρίσαμε αυτό, ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμη. Δεν είμαι υπέρμαχος της άποψης «υπάρχει καλή και κακή τέχνη». Πιστεύω ότι υπάρχει η τέχνη που μ’ αρέσει και αυτή δεν μ’ αρέσει. Και για να το χοντρύνω λίγο ακόμη πιστεύω πως είναι πολύ πιθανό, εγώ προσωπικά να γουστάρω την κακή τέχνη. Αλλά τι να κάνουμε; Αυτή η τέχνη με αρέσει. Χάρισμά σας η καλή, και μπράβο σας που μπορέσατε και τη διακρίνατε απ’ το σωρό. Πρόσφατα, ας πούμε, για να καταλαβετε, ο φίλος μου ο Νικολάκης Διάσελος για να διασκεδάσει την Ειδικό του Νίντζα (εξαιρετικοί οικοδοσπότες και οι δύο) με έβαλε να απαριθμήσω τις αγαπημένες μου ταινίες. Όπως φαντάζεστε, έγινε του Πρίγκηπα της Ζαμούντα ο γάμος…
Αλλη ιστορία κι αυτή... Γιατί, αλήθεια, τα αριστουργήματα του σινεμά (αλλά και στη μουσική) δεν είναι ποτέ χαρούμενα; Αστεία; Κωμωδίες βρε αδερφέ; Δηλαδή δεν είναι αριστούργημα το Silent Movie του Μελ Μπρουκς; Ή δεν είναι μια αμιγώς πολιτική ταινία το Πολυθρόνα για δύο, με τον... ναι, με τον Εντι Μέρφι; Για να μη θυμηθώ το θρυλικό "Ο καλόγερος που αγαπούσε ο Θεός";
Επιστροφή στο θέμα μας όμως, το οποίο είναι και ας αρχίσουν να ρολάρουν τα τύμπανα παρακαλώ, διότι ακολουθεί απόσταγμα σοφίας απ’ τα καλύτερα αποστακτήρια πορδολογίας: υπάρχει λογοτεχνία για όλους – σώπα ρε μεγάλε! Ναι, μικρέ, υπάρχει λογοτεχνία για όλους, όπως υπάρχει και μουσική και για όλους και σινεμάς για όλους. Αυτά που δεν φτάνουν για όλους είναι, αγαπητέ μου Γιωργάκη, τα λεφτά και οι δουλειές, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Πώς λοιπόν έφτασα στο συμπέρασμα ότι υπάρχει λογοτεχνία για όλους; Απλούστατα με την παράλληλη ανάγνωση του "Σκότωσε ό,τι αγαπας" του Αλ.Σταμάτη και του "Μύθου του Ηρακλή Σπίλου" του Νϊκου Κουνενή. Κι εξηγούμαι: ο πρώτος δεν είναι λογοτεχνία για μένα, ενώ ο δεύτερος είναι: ευθύς, απλός, ειλικρινής και πιστός στις προθέσεις του, γράφει ένα σατιρικό μυθιστόρημα, αιχμηρό, καυστικό, υπαινικτικό, αστείο, γελαστικό, κατά στιγμές ξεκαρδιστικό, με γλώσσα αιχμηρή, ανάλαφρη, εύπλαστη, γεμάτη λογοπαίγνια και υπονοούμενα. Δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφία, ψυχολογία και όλα τα κινηματογραφικά κείμενα του Β.Ραφαηλίδη για να το κατανοήσεις. Ο Αλ. Σταμάτης, απ’ την άλλη, γράφει ένα εμπύρετο μυθιστόρημα, που τρώγεται με τις σάρκες του, και ασφυκτιά υπό το βάρος όλων των σπουδαίων πραγμάτων που θέλει να πει. Κάθε πρότασή του θέλει να είναι βαρυσήμαντη και σημαντική, μέσα σε κάθε σελίδα υπάρχουν ευθείες αναφορές (είναι αυτή η διακειμενικότητα που λέγαμε εδώ) σε τουλάχιστον ένα ή δύο αριστουργήματα, λογοτεχνικά και κινηματογραφικά, χώρια τις πλάγιες αναφορές, τα κλεισίματα του ματιού, που εγώ ο αδαής οπαδός του Πρίγκιπα της Ζαμούντα και της παλπ λογοτεχνίας αδυνατώ να αντιληφτώ.
Κλείνοντας, να το ξαναπώ: κατά πάσα πιθανότητα, το βιβλίο Σκότωσε ό,τι αγαπάς του Αλ.Σταμάτη είναι αριστούργημα ή έστω πάρα πολύ καλό. Το πρόβλημα είναι ότι εγώ είμαι κακός αναγνώστης.
Αν βέβαια εγώ είμαι κακός αναγνώστης, μήπως τα καλά μου λόγια για τον Μύθο του Ηρακλή Σπίλου συνιστούν δυσφήμηση;



* Ο τίτλος είναι κλεμμένος απ' τον Νίκο Κουνενή. Οι "Φτωχοί Εραστές της Μεγάλης Τέχνης" ήταν μια συμμορία που έκλεβε έργα τέχνης αμύθητης αξίας με σκοπό να τα προστατεύσει.

ΥΓ. Πληροφορίες για το άσμα εδώ. Εχει τη δική του ιστορία.

9 Μαΐ 2010

Όνειρο Ξ

Είχαμε κανονίσει με τον Μήτσο, τον κάγκουρα συνάδελφο από τη δουλειά, με τις μυτερές μπότες και τα φτηνά, ευωδιάζοντα καβαλίνες, πούρα, αυτόν ντε που ψηλοζώνεται, να πάμε για κυνήγι. Ειχαμε τα όπλα γεμάτα και κρυμμένα καλά στο πορτμπαγκάζ, είχαμε φορτώσει πίσω και τα σκυλιά, που δεν σταματούσαν, όλη την ώρα, γαπ και γαπ, μας είχαν πάρει τα αυτιά. Από τα προάστια και τα γύρω χωριά, άραβες και νέγροι, βεδουίνοι με σπαθιά, είχαν βγει να μας ξεπροβοδίσουν, ήταν και η μπάντα του Δήμου εκεί, να παίζει το «Καλή επιτυχία, καλή επιτυχία» σε στίχους μουσική Θάνου Καλλίρη, ερμηνεία απ’ την Χορωδία Οριλάδων του Βουνού και του Λόγγου. Ακόμη δεν είχε ξημερώσει και τα μαλλιά μου κολλούσαν στο σβέρκο απ’ τον ιδρώτα. Ο ιδρώτας ήτανε κρύος κι εγώ ήμουνα χάλια.

Μέσα στ’ αμάξι ο Μήτσος αγόρευε ασταμάτητα με τη βροντώδη φωνή του. Ο λόγος του Μήτσου, απόσταγμα σοφίας και γνώσης απ΄ το καλύτερο σχολείο της ζωής, τον δρόμο. Λάτρης των σπορ αυτοκινήτων, των ωραίων γυναικών και όλως περιέργως του περιοδικού WIRED, μ’ είχε παρασύρει σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι χωρίς γυρισμό.

Και πού θα πάμε να κυνηγήσουμε ρε Μήτσο; τον ρώτησα κάποια στιγμή που είχε σταματήσει την αγόρευσή του για τη νέα επιχειρηματική τάση στην Αμερική: τις εργατικές πάνες, οι οποίες σημειώνανε τρελές πωλήσεις. Επρόκειτο για πάνες, οι οποίες συνήθως πωλούνταν στη χονδρική, και τις αγόραζαν μεγάλες εταιρείες, που απασχολούσαν πολλούς εργαζόμενους. Κάθε εργαζόμενος με την έλευσή του στο χώρο εργασίας του υποχρεούταν να αγοράσει σε τιμή λιανικής και να φορέσει επιτόπου την πάνα του. Με τον τρόπο αυτό δεν μπορούσε να προφασιστεί την ανάγκη για κατούρημα σπαταλώντας πολύτιμο παραγωγικό χρόνο σερνάμενος με χαρακτηριστική καθυστέρηση προς και από την τουαλέτα, χώρια το χρόνο που συχνά σπαταλούσε εκεί μέσα είτε πίνοντας μπάφους είτε αυνανιζόμενος ενίοτε καιταδυόμενος.

Στην Αθήνα αγόρι μου, στην Αθήνα πάμε. Το καλύτερο θήραμα θα το βρούμε εκεί.

Και άρχισε να αγορεύει για τις χαρές του κυνηγιού και του ψαρέματος στο κέντρο της Αθήνας, μόνο που εγώ δεν τον άκουγα. Ενιωθα και ήμουνα χάλια στάζοντας παγωμένο ιδρώτα. Ο καπνός απ’ τα πούρα του θεριακλή Μήτσου είχε ακινητοποιηθεί μέσα στ’ αμάξι δημιουργώντας ένα παχύ στρώμα που με κάλυψε σαν πέπλο ονείρου αγγελοκάμωτης κόρης που χορεύει γυμνή στο ρέμα που υπήρχε δίπλα στη γαλακτοβιομηχανία ΑΓΝΟ, στην Ανω Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης, εκεί περίπου που τώρα είναι η Μπουκαδούρα, όπου σταματήσαμε μια φορά, μια βδομάδα μετά την Καθαρά Δευτέρα, για φαγητό.

Και τα σκυλιά στο πίσω κάθισμα δεν λέγανε να σταματήσουν, γαπ γαπ.

Σε λίγο έπρεπε να σταματήσουμε για μπουγάτσα και βενζίνη. Δεν είχαμε όμως λεφτά. Λεφτά υπάρχουν, μου είπε ο Μήτσος, θα στείλουμε τα σκυλιά να βρουν. Σταματήσαμε στην πρώτη μεγάλη πολιτεία που βρήκαμε στο δρόμο μας και ξαμολήσαμε, γαπ γαπ, τα σκυλιά. Αυτά στάθηκαν έξω από ένα σπίτι. Με το καλάσνικοφ στο χέρι μπήκα μέσα. Γύρισα όλα τα δωμάτια, κανείς. Με την ησυχία μου, άρχισα να ψαχνω μεθοδικά κάθε γωνιά, να βρω τα λεφτά, είχα μαζί μου κι ένα απ’ τα σκυλιά, γαπ γαπ. Τζίφος, δεν υπήρχε σάλιο.

Και τώρα;

Και τώρα καλό μου φιλαράκι, γυρίζουμε πίσω στο χωριό, αποφάσισε ο Μήτσος.

Και το κυνήγι; απόρησα.

Αγόρι μου, είπε, αναστέναξε βαθιά και προσγείωσε ανώμαλα το βαρύ του χέρι στον ιδρωμένο μου ώμο,, τι να τον κάνεις τον κάπρο άμα δεν έχεις φράγκο;

Στο ταξίδι της επιστροφής ένιωθα χάλια κι ο Μήτσος δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Μόνον τα σκυλιά επέμεναν, γαπ γαπ. Γαπ γαπ.

ΓΑΠ.




3 Μαΐ 2010

Ο κόσμος χάνεται
κι ο Πάνος Μουσηκωμάρας
(δεν) ακούει τζαζ
* Δεν συμμετέχει ο Γιώργος Παπανδρέου

Σύμφωνα με τον φίλο μου, τον Σκύλο της Βάλια Κάλντα, ο Ζ.Π. Μανσέτ ήταν λίγο μαλάκας, βουτυρομπεμπές του δημοτικού και αρχίδια νουάρ (η αλήθεια είναι πως δεν αποδίδω πολύ πιστά τα λόγια του Σκύλου, όχι από δόλο αλλά γιατί ήμουνα λιγάκι γκολ προψές το Σάββατο). Η νέα εκδοση του "Τι λούκι" πάντως δεν καταγράφει την άποψη του Ζ.Π. Μανσέτ για τον Σ.τ.Β Κάλντα, μόνον ότι ο βουτυρομπεμπές του δημοτικού είχε πάθος με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και την τζαζ.

Καταραμένα ακουστικά, βαρέθηκα να ακούω τζαζ - κουκουτζά.

Εχει πολύ μεγάλη σημασία η προφορά της λέξης τζαζ. Και μεγάλες αποκλίσεις επίσης. Αλλοι το λένε κοφτά, τζ-αζ. Αλλοι μακρόσυρτα, κάνοντας διάφορα ακροβατικά με τα χείλη και τη γλώσσα τους, σαν να δίνουν γλωσσόφιλο στον εαυτό τους στον καθρέφτη, με στιλ και ξενική προφορά: τζτζτζτζααααζζζζ.
Η ίδια η τζαζ έχει τόσα πολλά διαφορετικά στιλ, που εντέλει κανείς απ' τους ακροατές της δεν εννοεί το ίδιο πράγματα λέγοντας τζαζ. Αλλοι εννοούν μελαγχολικες μπαλάντες με πιάνο και φωνή, με ολίγη από σαξόφωνο και κουρκουμπίνια βουτηγμένα στο δάκρυα. Αλλοι λέγοντας τζαζ αναφέρονται στο σουίνγκ ή το μπί μποπ, και στην Μπλου νόουτ και στα φοβερά, κοινης αισθητικής εξώφυλλα της εταιρείας. Αλλοι καταννοούν την τζαζ ως μια μακρόσυρτη, εκνευριστική, αυτοσχεδιαστική μουσική χωρίς μελωδία, αλλοι ως μια ευκαιρία επίδειξης δεξιοτεχνίας και εκτελεστικής αρτιότητας, αλλοι αντιλαμβάνονται ως τζαζ κάτι σκατομπιτάκια που κυκλοφορούν με κάνα sample παρμένο από κάποια γνωστή παλιότερη τζαζ επιτυχία, αλλοι την αντιλαμβάνονται ως μουσικό προοίμιο ερωτικής συνεύρευσης και άλλοι ως μουσικό χαλί σε κοσμικό πάρτι ή σε επιχειρηματικό δείπνο σε μπαρ ρεστοραν.

Για μένα η τζαζ, ως μουσική προτίμηση περισσότερο, παρά ως μουσικό είδος, είναι το είδος που ακούει ο ελιτιστής, ο σνομπίστας, αυτός που ορίζει ως κορύφωση της μουσικής τέχνης την κλασική μουσική και την όπερα, και ισχυρίζεται ότι τη βρίσκει ακούγοντας Μέντελσον, Προκόφιεφ και διάφορους τύπους με δυσπρόφερτα και ευλησμόνητα ονόματα -ουτε καν τους "ποπ" Μπετόβεν, Μότσαρτ, Στράους. Η τζαζ είναι το αναπόφευκτο τέλος του ταξιδιού ενός ακροατή από είδος σε είδος, ενα ασφαλές, χωρίς απεργούς λιμενεργάτες και συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ λιμάνι, μια τάχα μου δήθεν Ιθάκη, στην οποία φτάνει μόνος με το κανό του ο Γιωργος Παπανδρέου (στην έφερα, εντέλει και σε αυτήν την ανάρτηση συμμετέχει ο ΓΑΠ). Είναι η μουσική που κάθε ντιτζέη που σέβεται τον ευατό του ισχυρίζεται ότι ακούει στο σπίτι του, άσχετα αν στο μπαρ που δουλεύει παίζει Τζέημς, Λαίδη Γκαβάντι, Λαίδη Γκαγκά και Λαίδη Αντζελα.
Τζαζ όπως αυτή του Κέρουακ στο Δρόμο ή τζαζ σαλονάτη για τους αστούς, με ψυχολογικά προβλήματα, απόρροια της ευημερίας τους, ήρωες του Ισιγκούρο (μη με δίνετε σημασία, το βιβλίο του Ισιγκούρο είναι και γαμώ) ή τζαζ αλά Κρστιάν Γκαγί, ποτισμένη στο αλκοόλ, ζήτημα ζωής και θανάτου;
Ιδέα δεν έχω. Σαν κάτι λείπει απ' το τουρλού. Μάλλον έπρεπε να είχα καταγράψει και την άποψη του Σκύλου της Βάλια Κάλντα για την τζαζ.

Πάντως κι εγώ ακούω ένα κάποιο είδος τζαζ, αυτό:



See you at the barricades, babe...