4 Αυγ 2008

Με τα μάτια ενός γερομπισμπίκη

O σπόρος που έριξε με τα δύο προηγούμενά του ποστ ο συμπλογκερίτης Ιωάννης Σκορδοπούτσογλου φαίνεται πως έχει προκαλέσει ιδιαίτερα γόνιμες συζητήσεις. Σήμερα το λόγο πάνω στο θέμα «αγόρια-κορίτσια, γουρούνια-πουτάνες» τον έχουν δύο 20χρονα καγκουροειδή (κι ένας 30άρης γερομπισμπίκης).

Ορθιος στο 10-Χαριλάου, προς κέντρο. Γυαλιά ηλίου και ακουστικά στα αυτιά, ‘ντάξει φίλος, είμαι και γαμώ. Ακούω τον καινούργιο δίσκο των Coldplay και με το κεφάλι χαμηλωμένο κοιτώ τα βρόμικα μαύρα σταράκια που στέκονται όρθια απεναντί μου. Το βλέμμα μου ανεβαίνει σιγά-σιγά. Χιλιτσαλακωμένο μαύρο παντελόνι σωλήνας, χιλιοτσαλακωμένο μαύρο μπλουζάκι, τεράστια αλλά καλόγουστα γυαλιά ηλίου, το κλασικό μαύρο φοιτητικό ταγάρι στον ώμο. Ωραία χείλια, κατάλευκη, σχεδόν χλομή επιδερμίδα. Και μαλλιά, πολλά μαλλιά, μαύρο φυσικό, όχι το βαμμένο κορακί. Καθόλου μέικαπ. Μπράβο! Μπράβο! Κάπου εκεί, η μπαταρία από το mp3player μου τα φτύνει. Σκατά. Τώρα νιώθω λιγότερο cool. Τώρα νιώθω εκνευρισμένος, γιατί είμαι αναγκασμένος να ακούω τα δύο καγκούρια, λίγο παραπέρα, και τις γκομενοσυζητήσεις τους. Τους παρατηρώ, όπως αυτοί παρατηρούν την κοπελίτσα με τα μαύρα που πριν παρατηρούσα κι εγώ. Τρέντι αντίντας παπουτσάκια (αμφότεροι), κάπρι παντελόνι στρατιωτικού στιλ (αμφότεροι), μπαφομπλουζάκι-τιχουάνα ο ένας, λακόστ με κροκοδειλάκι ο άλλος, γυαλιά ηλίου, και καπέλο Quicksilver αμφότεροι. Αναστενάζω. Είναι οι νέοι της εποχής τους, όχι της δικής μου πλέον. Μοντέρνοι και υπερβολικά σίγουροι για τον εαυτό τους, συζητάνε φωναχτά για τα άπλυτα των φιλενάδων τους και κάνουν μαϊμουδιές με τις χειρολαβές του λεωφορείου (για να εντυπωσιάσουν τη κοπελιά με τα μαύρα άραγε;). Τη δική τους αμφίεση κράζω, αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω: Quicksilver παπουτσάκι, βερμούδα ναυτικού τύπου, αγορασμένη πριν από κάτι αιώνες από τη λαϊκή της Ξηροκρήνης, πορτοκαλί μπλουζάκι NIKE, γυαλιά ηλίου. Και βέρα, μην το ξεχνάς. Και με μια μπάκα να κρέμεται επίσης. Ο συνδυασμός ψευτοτρέντι εμφάνισης με τη βέρα και τα κιλά με κάνει να μοιάζω με αποτυχημένα μεταμφιεσμένο ασφαλίτη σε δυσμένεια.

«Ναι ρε μαλάκα, η Ε******η είναι λίγο πουτανάκι», είπε ο κροκοδειλομπλουζάκης.

«Γιατί ρε μαλάκα το λες αυτό; Τι έκανε η κοπέλα;» απόρησε ο μπαφομπλουζάκης.

«Εννοώ ρε συ, ότι κάνει πουστιές. Αλλά είναι κοπέλα και δεν μπορώ να την πω πουστράκι όπως θα έλεγα ένα αγόρι. Για αυτό τη λέω πουτανάκι», κατέληξε θριαμβικά ο άλλος (άρα δηλαδή η Ε*****η είναι ένας πούστης φυλακισμένος στο σώμα μιας πουτάνας; αναρωτιέμαι μέσα μου εγώ) και το λεωφορείο φρέναρε απότομα, εγώ στηρίχθηκα με τα οπίσθια σε μια χειρολαβή, «κρακ, με φάγανε μπαμπέσικα» βόγκηξε το κινητό μου. Το ‘βγαλα απ’ την κωλότσεπη και κοίταξα απελπισμένος τη σπασμένη πλέον οθόνη του, η οποία δυστυχώς δεν με διέταζε, για να κάνουμε και μια σύνδεση με το προηγούμενό μου ποστ, εφόσον, όπως έχουμε πει, όλα συνδέονται, «σκότωσέ τους και τους δυο».

Αργότερα, κατέληξα ότι ευτυχώς η κοπελίτσα κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε ακούσει την προσβλητική για αυτήν θεωρία του κροκοδειλομπλουζάκη, γιατί φορούσε και αυτή ακουστικά, τα οποία δεν τα είχα προσέξει εξαρχής, χαμένα όπως ήταν στην πλούσια κόμη της. Μαλακία, γαμώτη μου, έπρεπε να το είχα προσέξει και να της πιάσω συζήτηση για μουσική. Σίγουρα θα την είχα εντυπωσιάσει με τις μουσικές μου γνώσεις.

3 Αυγ 2008

Είναι μύθος, είναι μύθος, το δασύτριχό σου στήθος

Αστικοί μύθοι υπάρχουν ένα σωρό, θα έχετε σίγουρα ακούσει κάμποσους απ’ αυτούς. Πέραν αυτών, υπάρχουν και οι λεγόμενοι πανωκαπικοί μύθοι, τα «πάλι λες ψέματα, απ’ το μυαλό σου τα βγάζεις όλα αυτά» που μου καταλογίζει ο φίλος συμπλογκερίτης Σαλαδίνος. Προτού αναφερθώ σε έναν τέτοιο μύθο, στο μύθο του Χρηστάκη, να τονίσω πως σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ψέματα, ούτε απ’ το μυαλό μου τα βγάζω. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για ιστορίες που κάποιοι μου είπαν κάπου κάποτε, τις οποίες το μυαλό μου αποθηκεύει με έναν δικό του, ιδιαίτερο και υποκειμενικό τρόπο, έτσι ώστε σε περίπτωση αναπαραγωγής τους, να θυμίζουν ελάχιστα την ιστορία όπως είχε πρωτοειπωθεί.

Ηταν που λέτε σε μια μεγάλη ελληνική πόλη, ένας έφηβος, ο Χρηστάκης. Το παιδί ήταν κατατρεγμένο από τη μοίρα του, αλλά δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες επ’ αυτού, διότι θα πρέπει να συνεχίσω να γράφω μέχρι αύριο. Μοναχικός άνθρωπος ο Χρηστάκης, περνούσε πολλές ώρες στο σπίτι, βλέποντας X-Files. Ηταν φανατικός θαυμαστής της σειράς. Ο θαυμασμός του άρχισε να μετατρέπεται σε εμμονή. Σύντομα κυκλοφορούσε μονίμως με ένα γουόκμαν στο οποίο είχε βάλει μια κασέτα 90αρα όπου είχε γράψει, ξανά και ξανά, το βασικό μουσικό θέμα των X-Files. Αργότερα, απέκτησε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και οι λίγοι άνθρωποι που υποκρίνονταν ότι ενδιαφέρονταν για αυτόν άρχισαν να ανησυχούν, όταν τους εκμυστηρεύθηκε πως τον τελευταίο καιρό την έβρισκε με το να κάθεται μπροστά στον υπολογιστή, φορώντας κάποιο απ’ τα ταγεράκια της μάνας του, και να παριστάνει την Ντέηνα Σκάλι.

Κι εγώ αυτή τη στιγμή κάθομαι μπρος στον υπολογιστή φορώντας το Bulletproof μπλουζάκι μου και παριστάνω ότι θέλω κάτι να πω (όλοι κάτι παριστάνουμε) και σπάω το κεφάλι μου πώς να συνδέσω τον παραπάνω πανωκαπικό μύθο με τις επόμενες χαζομάρες.

Διότι καμιά φορά είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον πώς συνδέονται τα πράγματα μεταξύ τους. Την ιστορία του Χρηστάκη δεν θα τη θυμόμουνα αν δεν διάβαζα το “Cell” του Στίβεν Κινγκ, το βασικό εύρημα του οποίου με παρέπεμψε σε ένα γαμάτο επεισόδιο των X-files, το Blood. (άσχετο, μόλις θυμήθηκα ότι ο Κινγκ συνέγραψε το σενάριο ενός επίσης γαμάτου X-files επεισοδίου, του Chinga). Στο Cell, ξαφνικά, μια ωραία μέρα όλοι οι άνθρωποι τρελαίνονται και αρχίζουν με πρωτοφανή αγριότητα να εξοντώνουν ο ένας τον άλλον. Μέχρι το σημείο όπου έχω φτάσει, όλα δείχνουν ότι αυτή η συμπεριφορά οφείλεται σε κάποιας μορφής υποσυνείδητο μήνυμα το οποίο εξαπλώθηκε ταυτόχρονα σε όλα τα κινητά τηλέφωνα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στο Blood. Σε μια μικρή αγροτική πόλη, όπου η κυβέρνηση ραντίζει κρυφά τις καλλιέργειες με μια επικίνδυνη ουσία (ο Λιακόπουλος τα λέει αλλά ποιος τον ακούει;), οι μηχανές –οποιασδήποτε μορφής, κινητά, τηλεοράσεις, φούρνοι μικροκυμάτων- δίνουν εντολή στους ανθρώπους να διαπράξουν φόνους.

Και για να τελειώσουμε μουσικά, δεν γινόταν τουλάχιστον να βρεθεί μια μηχανή, σαν κι αυτή των Anti-Flag, που να σκοτώνει φασίστες;



Τελικά ολα τα πράγματα οδηγούν κάπου αλλού, και απ' τo κάπου αλλού πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα.
Το τραγούδι This Machine Kills Fascists ήταν το σλόγκαν του μεγάλου φολκ τροβαδούρου Woody Guthrie, του οποίου τους στίχους με τίτλο Post War Breakout μελοποιήσανε, χρόνια μετά το θάνατό του, και πάλι οι Anti-Flag.



2 Αυγ 2008

They say all the boys are monsters / All the girls are whores

Οι γαμάτοι Squirrel Νut Zippers διάβασαν με πολλή προσοχή τους τελευταίους σκορδοπουτσογλισμούς κι έχουν κάτι πολύ σημαντικό να πουν επ' αυτών.

They may walk hand in hand

Like lovers through the market square

Selecting leather goods,

Pretending that they just don't care

They say all the boys are monsters

All the girls are whores

So when you lose the one you love

There's always plenty more

They may be in a club

All dressed up waiting to meet you

Or in some garret bleak

Despairing over what to do

All the girls are monsters

All the boys are whores

So when you lose the one you love

There's always plenty more.


Squirrel Nut Zippe...