26 Μαρ 2015

Μια μέρα που δεν ήταν Δευτέρα κι ούτε είχε λιακάδα

Μια μέρα, που έμοιαζε αλλά δεν ήταν Δευτέρα, ούτε είχε λιακαδα, με το ποτήρι γεμάτο καθόμασταν, δεν θυμούμαι πόσοι ακριβώς, στο μισογεμάτο ή μισοάδειο μπαρ και παίζαμε κουίζ με τους σελέμπριτι κι ανταλλάσσαμε τυχερούς αριθμούς για το τζόκερ και διαλέγαμε λαχεία ο ένας για τον άλλον υποσχόμενοι δώρα και ποσοστά επί των μελλοντικών κερδών μέχρι που κάποιος θυμήθηκε ότι μια φορά είδε στον ύπνο του πως ήταν στα x-files μαζί με τη Ντέινα Σκάλι αλλά δεν διευκρίνισε τι εννοούσε μαζί, αν δηλαδή τα είχανε ή αν απλώς κοιτούσανε μαζί τα αστέρια, που να κοιτάς μαζί με κάποιον τα αστέρια δεν είναι και τόσο σημαντικό όσο λένε τελικά, γιατί μπορεί να τα κοιτάς και να νιώθεις μόνος, και με τα κέρδη από τα παίγνια στέλναμε ο ένας τον άλλο σε μέρη εξωτικά ή στις μεγαλοπούλεις του κόσμου, Νέα Υόρκη, να πας στο ΜΟΜΑ, όχι αυτά του Καμμένου, και σε μικρές τζαζ σκηνές ν' ακούς αυτοδίδακτους ινδιάνους μουσικούς που έχουν συνεργαστεί μ' όλον τον κόσμο και δεν ξέρω αν στο έχω πει, αλλά θα στο πω τώρα, δεν θέλω πια να γράφω, δοκίμασα με όλους τους τρόπους, δεν κατάφερα τίποτε, γενικότερα τριάντα τόσα χρόνια δεν κατάφερα τίποτα, δοκίμασα να γράψω και σε όλα τα πρόσωπα, πρώτο, δεύτερο και τρίτο, πάντα ενικό, ποτέ πληθυντικό, δεν είχα τέτοια φιλοδοξία, να γίνω η φωνή των πολλών, δεν θέλω πια να γράφω, δεν θέλεις πια να γράφεις, δεν θέλει πια να γράφει, δοκίμασα να γράψω σε όλα τα πρόσωπα ξαναλέω, σε πρόσωπα γνωστά μου αλλά και άγνωστα, ναι, έγραψα και σε σένα, αλλά δεν κατάλαβες τίποτε, ή δεν κατάλαβα να κατάλαβες τίποτε, και είδα ψες στον ύπνο μου ότι προσπαθούσα να θυμηθώ το όνειρο που είχα δει προχθές και το θυμήθηκα αλλά τώρα δεν το θυμάμαι, θυμάμαι όμως που μετά, χθες στον ύπνο μου, κατέβηκα από την ταράτσα εκείνη κάπου στη Νότια Γαλλία για να βρω σπανακοτυρόπιτα κι ήμουν πολύ περήφανος που βρήκα στην πρώτη μπουγατσερί και συνεννοήθηκα άψογα με τα κουτσογαλλικά μου και βγήκαμε μετά στον κατήφορο σ' εκείνη την πλαγιά και τρέχαμε ο ένας πίσω από τον άλλο, και ξέρεις, όταν τρέχεις σε μια βουνοπλαγια προς τα κάτω, επιταχύνεις και δεν μπορείς να σταματήσεις και η μοναδική λύση είναι το αναπόφευκτο να γκρεμοτσακιστείς, ή αν είσαι τυχερός να μπεις σ' ένα ασανσέρ μαζί με τον μακαρίτη τον Φυντανίδη, δεν κάνω πλάκα, έχω έναν φίλο που μπήκε μια φορά στο ασανσέρ μαζί του αλλά δεν βγήκε σοφότερος από το σύντομο διάλογό τους, πού πηγαίνετε; κάτω; ναι, κάτω προς την κόλαση, απάντησε αυτός, κι βγήκε από το ασανσέρ ο φίλος μου δεν ξέρω πού πήγε, αλλά όταν εγώ βγήκα από το ασανσέρ βρέθηκα σε μιαν έρημο με γυμνές φιγούρες να απλώνουν τη σκιά τους κάτω από τον χαμηλοτάβανο ουρανό και στο βάθος σέρνονταν καλώδια σαν φίδια και στο παράθυρο στεκόταν ένας γέροντας να κοιτάει τον καιρό, να κοιτάει τη βροχή, περιμένοντας μπας και σταματήσει, τόση βροχή και τόση έρημος πρώτη φορά στα χρονικά, άραγε γιατί οι ηλικιωμένοι ενδιαφέρονται τόσο πολύ για τον καιρό, αν θα βρέξει, θα χιονίσει, θα κάνει κρύο ή ζέστη; κι έχουμε τώρα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μαζί με κάτι ΑΝΕΛ και μ' εχει πιάσει η σιωπή, δεν έχω τίποτα να πω και ντρέπομαι κάπως γι' αυτό γιατί τίποτε δεν έχει -ούτε προβλέπεται να- αλλάξει, είναι ξες μια τεχνική στο βίντεο αυτή, πολύ απλή, βάζεις τα πάντα να κινούνται γρήγορα, να εξελλίσσονται, να προοδεύουν, και κάθεσαι εσύ ακίνητος να σε προσπερνάνε όλοι, το σύμπαν, οι χελώνες, οι παλιοί συμμαθητές, οι φίλοι κι οι εχθροί, η ζωή η ίδια, φτηνός συμβολισμός αλλά κάπως έτσι νιώθω, νιώθεις, νιώθει και τέλος πάντων για αυτό δεν θέλω πια να γράφω, γράφεις, γράφει, ίσως γιατί οι άλλοι γράφουν καλύτερα, κάνουν καλύτερα, παράγουν καλύτερα, χρησιμεύουν τέλος πάντων περισσότερο. 


5 σχόλια:

Λουίζα Γκανούτα είπε...

Ας το πάρουμε το θέμα από την αρχή. Φρονώ ότι το μαγαζί ήταν μισοάδειο. Το Χ-Files ξαναρχίζει. Γυρίζονται επεισόδια. Αγαπάμε τη jazz από όπου κι αν προέρχεται. Να συνεχίζεις να γράφεις, γιατί χρόνια τώρα σε παρακολουθώ κρυφά και σε διαβάζω. Καταλαβαίνω το ότι θέλεις να σιωπήσεις με αυτό που παρουσιάζεται σαν Κυβέρνηση Αριστεράς, αλλά σκέψου λίγο κι εμένα. Ποιον θα διαβάζω; Λίγοι έχετε μείνει που γράφετε ξεχωριστά.
Το δε άσμα τα "σπάει" που λένε και οι νεολαίοι.

ΠανωςΚ είπε...

Το μαγαζί ήταν όντως μισοάδειο, Λουίζα (μπας κι ήσουν κι εσύ στο Λουξ;). Για τα εξΦάηλζ το έμαθα, και ξεκινησα τριήμερο εορτασμό. Με την τζαζ έχω ένα θέμα αλλά προσπαθώ να μάθω να με αρέσει.
Για τα υπόλοιπα, φχαρστώ!

Λουΐζα Γκανούτα είπε...

Αν εννοείς το Λουξ στο Θησείο, όχι δεν ήμουν, καθώς είμαι σχεδόν αιωνόβια και ως εκ τούτου κάπως δυσκίνητη!
Η jazz, όντως είναι θέμα εκπαίδευσης του αφτιού. Θυμάμαι στο σπίτι, τον προπερασμένο αιώνα, η μαμά άκουγε μονίμως jazz κι εμένα δεν μου άρεσε. Ως παιδίσκη αρεσκόμουν στους Beatles, όμως συν τω χρόνω την λάτρεψα! Ήμουν και καθημερινή θαμών στο Jazz Club στην Πλάκα, πριν μας το κλείσει ο Τρίτσης.
Αλλά ας αφήσω την πολυλογία και ας πάω να διαβάσω την καινούργια ανάρτηση!

ΠανωςΚ είπε...

Εχει και το Θησείο Λουξ;
Σε όλα μας αντιγράφει αυτή η Αθήνα! (στης Σαλονίκης το Λουξ αναφερόμουν...)

Λουΐζα Γκανούτα είπε...

Ω!Ω!Ω!Όμορφη Θεσσαλονίκη τα μαγικά σου βράδια νοσταλγώ;
Δυστυχώς η μοίρα έριξε τους προπαππούδες στας Αθήνας και κανείς μετά δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει...
Και φυσικά, όσο μπορεί η Αθήνα σας αντιγράφει, αλλά δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά, η αλήθεια είναι...