30 Ιαν 2010

Παράξενος ΤΑΞΙδιώτης

Η εμπειρία μου με τα ταξί δεν έχει υπάρξει και η καλύτερη. Αξέχαστα θα μου μείνουν εκείνα τα πεντακόσια-εξακόσια μέτρα που διένυσα μέσα σ’ ένα ταξί μέχρι το τέλος της Σπιανάδας στην Κέρκυρα. Το είχα πάρει αργά ένα βράδυ μπροστά από τα βόλτα και μόλις είπα στον οδηγό ότι πάω στο Κανόνι άρχισε να φωνάζει ότι έχασε τη σειρά του στην πιάτσα για μια κούρσα του ενός πεντακοσάρικου. «Δεν το 'ξερα να πεταχτώ μια στιγμή μέχρι τη Λευκίμμη για ν’ αξίζει τον κόπο η διαδρομή» ήταν η δική μου απάντηση. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη συνέχεια. Φώναζε εκείνος, ούρλιαζα εγώ, τελικά άνοιξα την πόρτα και κατέβηκα μπροστά στο Κορφού Παλάς ενώ το ταξί ήταν ακόμα εν κινήσει (πώς δεν σκοτώθηκα), του έδωσα και δυο μούτζες κι από τα νεύρα μου έγινα ο Φλας Γκόρντον κι έφτασα στο Σαρόκο σε τέσσερα λεπτά της ώρας. Δεν χρειάζεται να εξηγήσω γιατί άλλαξα κατεύθυνση και αντί για το Κανόνι κινήθηκα προς το κέντρο της νέας πόλης. Ούτως ή άλλως, τα τοπωνύμια και τις λοιπές λεπτομέρειες του προαναφερθέντος περιστατικού μόνο όσοι διαμένουν ή διέμειναν ποτέ στην πόλη της Κέρκυρας θα τα καταλάβουν. Αλλά δεν έχει σημασία αυτό τώρα.

Σημασία έχει ότι πρόσφατα ανακάλυψα πως υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Ένα είδος ταξιτζή (υπό εξαφάνιση, εννοείται) που σου μιλά ευγενικά, που δεν σε αναγκάζει ν’ ακούς τις προβλέψεις του στοιχήματος, τη μετάδοση του αγώνα Θερμαϊκός–Νέοι Επιβάτες στη διαπασών ή καψουροτράγουδα μέρα μεσημέρι, που δεν τραβάει χειρόφρενο όταν του ζητάς ν’ ακολουθήσει τη συντομότερη διαδρομή προς τον προορισμό σου, που δεν στραβομουτσουνιάζει όταν τον παρακαλάς να σβήσει το τσιγάρο του, που δεν σου κατεβάζει όλο το εορτολόγιο όταν του τη λες επειδή δεν σε ρώτησε πριν σταματήσει για να πάρει κι άλλο πελάτη (του οποίου ο προορισμός προηγείται μεν του δικού σου, αλλά η παράκαμψη που πρέπει να γίνει είναι τέτοια που θα γεράσεις περιμένοντας να φτάσεις).
Το θλιβερό είναι ότι έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει αυτήν τη συμπεριφορά, που οτιδήποτε αποκλίνει από το παραπάνω πρότυπο μάς φαίνεται περίεργο. Το έζησα λοιπόν κι αυτό:

Πρωινή ώρα, πολυσύχναστη οδός στην ανατολική άκρη της πόλης. Προορισμός μου το κέντρο. Μισή ώρα διαδρομή με μέτρια κίνηση. Κάνω σινιάλο σ’ ένα ελεύθερο ταξί, σταματάει, μπαίνω μέσα. Πρώτη κατραπακιά: δεν έχω προλάβει να κάτσω, κι ακούω: «Καλημέρα σας. Πού πάτε;» Κοιτάω δεξιά μου, κανείς. Κοιτάω αριστερά μου, κανείς. Και συνειδητοποιώ ότι εννοεί εμένα! Ο ταξιτζής μόλις με καλημέρισε κανονικότατα και μου μίλησε στον πληθυντικό! Η πιο κοντινή αντίστοιχη εμπειρία μου ήταν όταν είχα καλημερίσει έναν συνάδελφό του κι εκείνος μου είχε απαντήσει «…μέρααα…» σκαλίζοντας τη μύτη του.
Τον καλημερίζω εξίσου εγκάρδια και του λέω πού πάω. Το ραδιόφωνο παίζει μια απροσδιορίστου είδους, σχεδόν αδιάφορη, σχεδόν ανύπαρκτη μουσική. Η ένταση στο σιμπί είναι τόσο χαμηλή, που σχεδόν δεν το αντιλαμβάνομαι. Μετά από λίγο, ο οδηγός με κοιτάει από τον καθρέφτη και με ρωτάει: «Θα σας πείραζε να καπνίσω;» Δεύτερη κατραπακιά: με ρώτησε πριν ανάψει τσιγάρο! Εκπλήσσομαι κάπως αλλά του λέω ότι θα ήμουν ευγνώμων αν δεν κάπνιζε γιατί έχω άσθμα και μ’ ενοχλεί. Απάντηση: «Μήπως θέλετε να κλείσω και τον κλιματισμό; Ξέρω ότι ξηραίνει την ατμόσφαιρα και προκαλεί βήχα». Πλέον έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι πρόκειται για κάποιο πείραμα και ότι κάπου υπάρχει κρυμμένη μια μικροσκοπική κάμερα που μαγνητοσκοπεί τις αντιδράσεις μου. Αποφασίζω να το παίξω άνετη και τον ευχαριστώ λέγοντάς του ότι δεν με πειράζει, ας τον αφήσει ανοιχτό.

Καμιά διακοσαριά μέτρα πριν φτάσουμε στον προορισμό μου και ενώ κινούμαστε στον πλέον κεντρικό και πολυσύχναστο δρόμο της πόλης, βλέπω μια γιαγιά μ’ ένα πι να κάνει σινιάλο. Σιγά μη σταματήσει και σιγά μη με ρωτήσει πριν το κάνει, σκέφτομαι. Όχι μόνο με ρώτησε, όχι μόνο σταμάτησε αδιαφορώντας για την ομοβροντία από κόρνες που άρχισε να ηχεί πάραυτα πίσω μας, αλλά κατέβηκε, έκανε το γύρο του αυτοκινήτου, βοήθησε με ιώβειο υπομονή τη γιαγιά να καθίσει στο μπροστινό κάθισμα, έκλεισε μαλακά την πόρτα, πήρε το πι και το έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ προτού επιστρέψει στη θέση του για να ρωτήσει τη γιαγιά, στον πληθυντικό εννοείται, πού πηγαίνει.
Η γιαγιά είχε αρχίσει να του εύχεται διάφορα από τη στιγμή που σταμάτησε να την πάρει. Τι να ζήσει σαν τα ψηλά βουνά, τι να συγχωρεθούν τα πεθαμένα του, τι να δώσει συγχαρητήρια στη μάνα που τον γέννησε, τι να μην τον ακουμπήσει αρρώστια, τι κακό να μην τον βρει, τι να δει τα παιδιά του επιστήμονες, τι να δει εγγόνια και δισέγγονα. Από ένα σημείο και μετά, έκλαιγε κιόλας η γιαγιάκα. Έκλαιγε που μπροστά της βρέθηκε ένας άνθρωπος αντί για τον συνηθισμένο γάιδαρο που της λάχαινε.
Κι εγώ κατέβηκα λίγο παρακάτω σκεπτόμενη πως με τόσες ευχές και τόσες θετικές σκέψεις που εισπράττει αυτός ο άνθρωπος κάθε μέρα, κάποια θα πιάσει, δεν μπορεί!

Φωτογραφία: heretakis

2 σχόλια:

ΠανωςΚ. είπε...

Αυτό που ποτέ δεν κατάλαβα είναι γιατί είχε τόσα πολλά ταξί στην Κέρκυρα...

demetrat είπε...

Γιατί υπήρχανε τουρίστες εν αφθονια γιά μάδημα, από τον απρίλιο μέχρι τον οκτώβριο.
Τους άλλους μήνες τους έχανες και δεν έβρισκες ούτε γιά δειγμα, εκτός αν έμενες κοντά στην πλατεία και πήγαινες στην πιάτσα.
υ.γ
όνομα και τηλέφωνο πήρες από τον ταξιτζή;