30 Νοε 2015

Μισέλ Φουκώ, εν δυνάμει μετρ της λογοτεχνίας τρόμου

Μέχρι πολύ πρόσφατα νόμιζα πως δεν είχα διαβάσει πιο τρομακτική - φρικιαστική εναρκτήρια σκηνή απ' αυτήν του "Αρχοντα του Ψεύδους" γραμμένη από τον Γκράχαμ Μάστερτον.
Μέχρι που διάβασα τις πρώτες γραμμές από το «Επιτήρηση και Τιμωρία» του Μισέλ Φουκώ: «Στίς 2 Μαρτίου τοϋ 1757, ό Damiens καταδικάστηκε νά όμολογήσει δημοσία τά σφάλματά του μπροστά στήν κύρια πύλη της Εκκλησίας τών Παρισίων, όπου θά όδηγοϋνταν μ' ενα κάρρο, γυμνός, μονάχα μ' ενα πουκάμισο, βαστώντας στό χέρι εναν αναμμένο κέρινο δαυλό πού ζύγιζε δυό λίβρες· κατόπιν, νά όδηγηθεί μέ τό ϊδιο κάρρο, στην Πλατεία της Grève, όπου, σ' ενα ικρίωμα πού θά στηνόταν έκεϊ, νά βασανιστεί μέ πυρακτωμένες λαβίδες στούς μαστούς, στά χέρια, στούς μηρούς, στίς κνήμες, κρατώντας στό δεξί του χέρι τό μαχαίρι μέ τό όποϊο ειχε έκτελέσει (σ.σ. το έγκλημά του), τό χέρι αυτό νά καεί μέ άναμμένο θειάφι, καί πάνω στίς πληγές από τίς λαβίδες νά χυθεί λιωμένο μολύβι, βραστό λάδι, καυτό ρετσίνι, κερί και θειάφι λιωμένα καί ανακατεμένα, καί υστέρα, τό σώμα του νά εξαρθρωθεί καί νά διαμελιστεί από τέσσερα άλογα, τά μέλη του καθώςκαί τό κορμί του νά γίνουν παρανάλωμα τοϋ πυρός, νά άποτεφρωθοϋν, καί ή στάχτη νά σκορπιστεί στόν άέρα [...] Ή τελευταία αυτή πράξη παρατάθηκε γιά πολλήν ώρα, γιατί τά άλογα πού χρησιμοποιήθηκαν δέν ήταν εξασκημένα γι' αύτη τή δουλειά, ετσι, άντί τέσσερα, χρειάστηκαν εξι· άλλά κι αυτά άκόμα δέν στάθηκαν αρκετά, κι ετσι άναγκάστηκαν, γιά νά διαμελίσουν τούς μηρούς τοϋ άμοιρου ανθρώπου, νά τοΰ κόψουν τά νεύρα καί νά τού πελεκήσουν τίς κλειδώσεις... [...] 

Πιο αναλυτικά: «Αναψαν τό θειάφι, αλλά η φωτιά δέν ήταν δυνατή κι ετσι μόνον ή έπιδερμίδα τοϋ επάνω μέρους τού χεριού καψαλίστηκε λιγάκι. Τότε, ενας από τους δήμιους, μέ τά μανίκια σηκωμένα πάνω άπό τούς αγκώνες, πήρε στά χέρια του κάτι άτσάλινες λαβίδες, επίτηδες φτιαγμένες γι' αυτόν τό σκοπό, ενάμισι πόδι μάκρος, τού τίς εχωσε βαθιά πρώτα στήν κνήμη τού δεξιού ποδιού, ύστερα στό μηρό, στό δεξιό βραχίονα καί τέλος στους μαστούς. Ό δήμιος αύτός, μ' όλο πού ήταν δυνατός καί εύρωστος, μέ μεγάλο κόπο κατόρθωνε νά αποσπά κομμάτια σάρκας, συστρέφοντας τίς λαβίδες δυό τρεις φορές στήν κάθε μεριά τού σώματος, προξενώντας στόν κατάδικο πληγές σάν ενα νόμισμα τών εξι τάληρων. Ύστερα άπό αυτά τά βασανιστήρια, ο Damiens, πού φώναζε γοερά, χωρίς μολαταύτα νά βλάστημάει, σήκωνε τό κεφάλι καί κοίταζε τό σώμα του· ο ίδιος δήμιος εβγαζε μέ μιά σιδερένια κουτάλα τό βραστό ύγρό μέσ' οιπό τό καζάνι καί τό εχυνε απανωτά στήν κάθε πληγή. Ύστερα, εδεσαν μ' ενα λεπτό σκοινί τά λουριά πού προορίζονταν γιά τό ζέψιμο τών άλόγων, κι εζεψαν τά άλογα στό κάθε μέλος τού άνθρώπου, στους μηρούς, στά πόδια καί στούς βραχίονες.».

Δεν έχει νόημα να συνεχίσω, φαντάζομαι, το κόπυ πέηστ, παρότι η σκηνή του βασανιστικού θανάτου συνεχίζεται για κάμποσο ακόμη: πήρατε μια πολύ γλαφυρή περιγραφή της όλης ιστορίας. Ποιο ήταν το έγκλημα του Ροβέρτου Φρανσουά Νταμιέν, του επονομαζόμενου και "Διαβόλου", κοντοχωριανού και σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες θείου του Ροβεσπιέρου; Σύμφωνα με τη γουικιπίντια, είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον γάλλο βασιλέα Λουδοβίκο τον Δέκατο Πέμπτο, αλλά δεν τα πολυκατάφερε, γιατί -σύμφωνα με τη βλακεία που με δέρνει- έκανε λίγο κρυουλάκι εκείνη την ημέρα και ο Λουδοβίκος φοβόταν μην αρπάξει καμιά πούντα και ήταν ντυμένος με πολλά και πολύ χοντρά ρούχα, οπότε το μαχαίρι του Ροβέρτου δεν έφτασε και πάρα πολύ βαθιά, ωστόσο ο χέστης βασιλέας είδε το αίμα του να κυλάει, κι απ' το σοκ που ήτο κόκκινο και όχι γαλάζιο, τού 'ρθε λιγοθυμιά, νόμισε πως θα ποθάνει ατάκα κι επιτόπου και ζήτησε και του φέρανε παπά (αλλά όχι και κουμπάρο) για να ξομολογηθεί και να λάβει όχι τον τελευταίο ασπασμό αλλά την τελευταία θεία κοινωνία. Εντέλει επέζησε κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα και σήμερα θυμούμαστε την ιστορία του με αφορμή στην πραγματικότητα την οξεία βαρεμάρα μου, αλλά, τύποις, ας πούμε πως η αναρτηση αυτή έχει να κάνει με την πρώτη κατάργηση της θανατικής ποινής που επιβλήθηκε σαν σήμερα το χιλιαεπτακόσιακάτι κάπου στον πλανήτη Γη (εντάξει, το 1786, στην Τοσκάνη).

20 Νοε 2015

O ψυχαναγκασμός της τέχνης

Υπάρχει ο ψυχαναγκασμός της τέχνης αλλά κι ο ψυχαναγκασμός στην τέχνη, που είναι άλλο πράγμα, πώς δηλαδή η τέχνη πραγματεύεται τους κάθε λογής ψυχαναγκασμούς, αλλά η παρούσα ανάρτηση δεν πραγματεύεται αυτό, αν και νομίζω πως στο μέλλον θα το κάνω, διότι θα με έχει αναγκάσει η τέχνη.

Γεμίζει όμορφα ο στόμας όταν λες τέχνη, λες και μιλάς για κάτι υψηλό βραδερφέ, αλλά εν προκειμένω θα αναφερθώ σε φόνους, που κι αυτοί τρόπον τινά τέχνη είναι, τραγούδια και βιβλία, που, ρε παιδί μου, το 'χουμε ξαναπεί, δεν είναι και τόσο πολύ σημαντικά, είναι απλώς χρήσιμα πράγματα για να κάνεις εντύπωση όταν δεν κάνεις εντύπωση με το παρουσιαστικό σου και για να συζητάς στο μπαρ και για να ασχολείσαι όταν δεν έχει κάτι πραγματικά δικό σου ν' ασχοληθείς, για παράδειγμα ένα δικό σου έργο τέχνης το οποίο θα απασχολήσει τρίτους για να κάνουν εντύπωση επειδή δεν κάνουν εντύπωση με το παρουσιαστικό τους, για να συζητήσουν σ' ένα μπαρ, για να έχουν κάτι να ασχοληθούν τέλος πάντων, επειδή είναι τόσο μίζεροι και αποτυχημένοι και χάλιες στη ζωή τους, που δεν έχουν με τι δικό τους να ασχοληθούν και ασχολούνται με τις δημιουργίες των άλλων, σαν να λέμε η τέχνη είναι ένας είδος εκλεπτυσμένου κουτσομπολιού, δηλαδή αντί να ασχολείσαι με το τι φόρεσε στην πρεμιέρα ο τάδε σελέμπριτι και με ποιος τα 'χει με ποιον και ποια χώρισε με ποιον, ασχολείσαι με τις υψηλές δημιουργίες κάποιων ανθρώπων που κι αυτοί χέζουν και κλάνουν όπως όλοι οι ανθρώποι.

Κι αυτό ακριβώς προτίθεμαι να κάνω εδώ και πολλή ώρα, όχι να χέσω και να κλάσω, αλλά να ασχοληθώ με τις δημιουργίες άλλων ανθρώπων, αλλά δεν το κάνω γιατί βαριέμαι λιγάκι.

Ο ψυχαναγκασμός της τέχνης λοιπόν είναι αυτή η ανάγκη που νιώθεις να κάνεις όλη τη διαδρομή από ένα τραγούδι που έχεις ακούσει και σε αρέσει, ας πούμε το exit των u2, το οποίο χρησιμοποιήσε για την υπεράσπισή του, παίζοντάς το μέσα στη δικαστική αίθουσα ως αποδεικτικό στοιχείο, ενώπιον των ενόρκων, ένας δολοφόνος, που διέπραξε το φόνο έχοντας στην τσέπη του ένα αντίτυπο του Φύλακα στη Σίκαλη του Σάλιντζερ, όπως είχε κάνει κι ο φονιάς του Τζον Λένον, και τον οποίον φυσικά έχεις διαβάσει αλλά κάποιος αρχίδας στον απαλλοτρίωσε πριν από χρόνια, μέχρι το μυθιστόρημα του Νόρμαν Μέιλερ the executioner's song, που δεν το 'χεις διαβάσει και που επηρέασε τους στίχους του exit και που με τη σειρά του είχε βασιστεί στην ιστορία ενός άλλου δολοφόνου, ο οποίος ενώ μπορούσε δεν ζήτησε να του αποδοθεί χάρη, αντιθέτως απαίτησε να επισπευστεί η εσχάτη των ποινών, επιλέγοντας μάλιστα να θανατωθεί με τουφεκισμό.

Αυτός είναι ο ψυχαναγκασμός της τέχνης: ένας πακτωλός, ένας βόθρος, άχρηστων πληροφοριών, που δεν έχεις τι να τις κάνεις και ψάχνεις κάπου να τις ξεφορτωθείς, σε ένα μπλογκ για παράδειγμα, έτσι, για φτηνό εντυπωσιασμό. 

(ακολουθώντας τα λινκ της προτελευταίας παραγράφου, μπορείς να δεις ξεκάθαρα ποιος επηρέασε ποιον, πώς συνδέονται τραγούδια, βιβλία και φονικά και να μάθεις κάμποσες φοβερά συναρπαστικές και παντελώς άχρηστες λεπτομέρειες για παντελώς αδιάφορα πράγματα)



19 Νοε 2015

Ο δρόμος για τη Λα Παζ*

(Εμένα που με βλέπεις μια μέρα θα ταξιδέψω στη Λατινική Αμερική.
Πάντα το έλεγα αυτό.
Χθες αποφάσισα να το κάνω).

Βγαίνω λοιπόν στο πηγαιμό για τη Λα Παζ.
Δεν έχω ούτε λεφτά ούτε διαβατήριο.
Μπαίνω στο πρώτο ταξί που βρίσκω μπροστά μου.
Ο ταξιτζής τρώει τυρόπιτα.
«Πού πάει ο κύριος;»
«Λα Παζ - και γρήγορα», του λέω.
Γυρίζει, με κοιτά και, φτύνοντας ψίχουλα τυρόπιτας στη μούρη μου, λέει: «Καλά, θα σε πάω στους μπάτσους πρώτα, γιατί λίγο πριν έγραψες ότι δεν έχεις διαβατήριο. Πού πας χωρίς διαβατήριο κακομοίρη;».
«Δεν έχω ούτε λεφτά», του λέω, «μήπως να με πας κάπου που να τα δίνουν τζάμπα;»
Μ' αγνοεί, βάζει μπρος, συνεχίζει να τρώει τυρόπιτα, τα ψίχουλα πέφτουνε παντού μέσα στο ταξί, με πιάνει λιγούρα, σαλιώνω το δάχτυλο και μαζεύω ένα-ένα τα τρίμματα από το κάθισμα, από την μπλούζα μου, από την μπλούζα του, από τα μούσια μου, από τα μούσια του.

(Λίγο μετά συνέβη το ατύχημα. Δεν ήταν κάτι φοβερό, μην ανησυχείτε, είμαι καλά στην υγεία μου και ακέραιος, όχι σαν χαρακτήρας βεβαίως). 

Ενα γιωταχί παραβιάζει το στοπ και πέφτει πάνω στην πόρτα του συνοδηγού, όπου κάθομαι τρώγοντας ψίχουλα τυρόπιτας. Βγαίνουμε έξω, εγώ με τα ψίχουλα κι ο ταξιτζής με την τυρόπιτα, ο γιωταχής με νεύρα και μια γκόμενα με ξανθά μαλλιά και τακούνια. Τα συνηθισμένα: ποιος φταίει, εγώ, εσύ, μην μπλέξουμε την τροχαία, τα στοιχεία σου, τα στοιχεία μου, η τυρόπιτα του ταξιτζή τελειώνει, μαζεύω τα τελευταία ψίχουλα, η κατάσταση τραβάει εις μάκρος κι εγώ βιάζομαι να φτάσω στη Λα Παζ.

Μπαίνω σ' άλλο ταξί.
Ο οδηγός απορροφημένος στο κινητό του.
«Να σου δείξω κάτι;» ρωτάει.
«Λα Παζ», του λέω.
Και μού δείχνει ένα βίντεο: μια γκόμενα, μια πορνοστάρ, βάζει στο στόμα της ένα τεράστιο αγγούρι.
«Φοβερό ε;» μού λεει.
«Λα Παζ», του λέω.
Δεν μου δίνει σημασία: «Ενας φίλος μού τα στέλνει αυτά, συνταξιούχος του δημοσίου. Πρώτα τον πληρώναμε να κάθεται όλη μέρα και τώρα που συνταξιοδοτήθηκε με την πρόωρη τον πληρώνουμε να βλέπει πορνό».
«Λα Παζ!», ουρλιαζω και τον πιάνω από τον γιακά φτύνοντας στη μούρη του κάτι ψίχουλα τυρόπιτας που 'χαν κολλήσει στον ουρανίσκο μου και στην κουφάλα που εχω στα πίσω δόντια.
«Καλά, κάτσε να σε πάω πρώτα στους μπάτσους. Κι εγώ αναγνώστης σου είμαι».

Τμήμα διαβατηρίων.
Αδειο. Ψυχή ζώσα τριγύρω.
Πλησιάζω στο γκισέ, πίσω μια αστυνομικίνα με στολή, απ' αυτές που με αρέσουν. «Καλημέρ...»
«Νουμεράκι πήρατε κύριε;»
Στο χέρι της κρατάει μια μαχαίρα απ' αυτήν που έχει η κυρία στα ψυγεία του σουπερμάρκετ και το κραδαίνει απειλητικά όταν δεν μπορώ να αποφασίσω τι ζαμπονάκι θέλω, για το λόγο αυτό στο σουπερμάρκετ πηγαίνω πάντα καλά διαβασμένος και αποφασισμένος.
«Νουμεράκι; Μα δεν είναι κανείς άλλος εδώ».
«Δεν έχει σημασία κύριε. Είν' η διαδικασία. Πάρτε νουμεράκι και περιμένετε στη σειρά σας».
Παίρνω νουμεράκι και περίμενω τη σειρά μου, να εμφανιστεί ο αριθμός μου στην οθόνη μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι, παρότι δεν είν' κανείς άλλος εδώ.
Με τα πολλά, της δίνω τα χαρτιά μου.
«Αααα, κύριε, δεν είστε σε μας».
«Παρακαλω;»
«Μένετε στην οδό Τάδε;»
«Ναι, στο κέντρο».
«Από ποιαν πλευρά του δρόμου, την αριστερή ή τη δεξιά;»
Πάντα μπερδεύω το αριστερό με το δεξί, δεν είμαι ο μόνος άλλωστε, δεν είδες τι έπαθε ο ΣΥΡΙΖΑ;
Σταυροκοπιέμαι λοιπόν και απαντώ με σιγουριά: «απ' τη δεξιά».
«Ε, να λοιπόν, βλέπετε; Δεν είστε σας μας, είστε στο άλλο αστυνομικό τμήμα, στην άλλη άκρη της πόλης».
Μπαίνω σε τρίτο ταξί. Πριν προλάβω να ανοίξω το στόμα μου, μού λέει ο ταξιτζής: «Άσε μη μου πεις, είσαι ο περίεργος που θέλει να πάει στη Λα Παζ. Ακόμη παιδεύεσαι καημένε;»
«Πολλή γραφειοκρατία», του λέω.
«Εμ, πρώτη φορά αριστερά», μου λέει. «Καλά να πάθουμε. Σοβιετία».

(Δεν τόλμησα να ρωτήσω τι σχέση έχει αυτό με τη Λα Παζ.
Χωρίς να με ρωτήσει, μ' έφερε στο σπίτι, με κέρασε και μια τυρόπιτα, μού είπε να κρατήσω και τα ψίχουλα).

Εμένα που με βλέπεις μια μέρα θα πάω στη Λα Παζ, δεν έχω διαβατήριο ούτε λεφτά.
Σήμερα, λέω να μπω σ' ένα ταξί, να πάω να βρω τα λεφτά. 


* O Δρόμος για τη Λα Πας είναι μια (ωραία) ταινία του Φρανσίσκο Βαρόνε που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και καμία σχέση δεν έχει με τα παραπάνω - ούτε με το παρακάτω τραγούδι.