Ο φίλος έφτιαχνε
φραπέδες. Εβαλε κάμποσα παγάκια και
χρωματιστά καλαμάκια. Του 'λεγα για το
βιβλίο που 'χα διαβάσει. Συλλογή
διηγημάτων. Άψογη τεχνικά. Αδιάφορη
θεματικά. Μα είναι δυνατόν; Τι με νοιάζει
εμένα το ψάρεμα, η φυσιολατρία και οι
χαρές του σκι στις Αλπεις; Δεν τον
συμπάθησα ποτέ τον Χέμινγουέη, είπα. Τα
βιβλία του δηλαδή. Η ζωή του, πιο
ενδιαφέρουσα. Είχα διαβάσει προ ετών
μια φωτοβιογραφία του. Ο φίλος που
έφτιαχνε φραπέδες μού την είχε χαρίσει,
αλλά δεν το θυμόταν πια. Μου τη δίνει
που ήταν άνθρωπος της δράσης, είπα. Ξες,
μάτσο καταστάσεις, κυνήγια, πόλεμοι,
σαφάρι, αναρρίχηση στο Κιλιμάντζαρο.
Τα 'κανε όλ' αυτά; αναρωτήθηκε ο φίλος,
που αφού έφτιαξε φραπέ έστριβε
τσιγάρο. Πρόσθεσε: Πάντα τον φανταζόμουν
σαν έναν τύπο που όλη μέρα ξύνει τ'
αρχίδια του. Και πίνει. Αυτά μετά, είπα.
Οταν αγόρασε το εξοχικό στην Κούβα. Εκεί
έπινε ολημερίς ξύνοντας τ' αρχίδια του. Και πού
τα βρήκε τα φράγκα για να τα κάνει όλα
αυτά και να ξύνει ταυτόχρονα τ' αρχίδια του; αγανάκτησε ο φίλος βγάζοντας
καπνούς από το στόμα, από τη μύτη κι από
τ' αυτιά. Ξέρω 'γω; σήκωσα τους ώμους.
Μπορεί να ήταν προικοθήρας. Ήταν κι οι εποχές πιο εύκολες. Προμνημονιακές, χωρίς ΔΝΤ και Τσίπρα.
31 Ιουλ 2015
30 Ιουλ 2015
Νέα επαγγέλματα: ξεφυλλιστής και ξεφτιλιστής
Φυσούσε -
ξεφυσούσε ο χοντρός,
ιδρωμένος κατά φαντασίαν βιβλιοκριτικός,
με τα λιγδωμένα μούσια, το τρύπιο
μποξεράκι, έσχατο απομεινάρι μιας πολύ
πετυχημένης αγοράς μποξερακίων το 1997,
δέκα τον αριθμό, ίδιων και απαράλλαχτων,
το ίδιο κάποτε μαύρο, τώρα γκρίζο
μποξεράκι, που το 2000 φέρελπις ποιητής
είχε εκτοξεύσει στην ταράτσα ξενοδοχείου
πίσω από τον ηλιακό θερμοσυσσωρευτή,
και ίσως εξ αυτού του γεγονότος, που
εκτοξεύτηκε στον ηλικιακό του συσσωρευτή,
να πηγάζει το μίσος του για τους ποιητές,
και με το κασκορσέ φανελάκι, αυτό το
ίδιο φανελάκι με το απαίσιο όνομα στα
αγγλικά, wifebeater, με τα
καφεκίτρινα σημάδια από καφέ και παγωτό
σοκολάτα, που αυξήθηκε η τιμή του κατά
δέκα λεπτά λόγω της αύξησης του ΦΠΑ στο
23%, ακόμη και τα κουνούπια είχαν γίνει
αργοκίνητα λόγω της ζέστης και οι λάμπες της εισόδου
αρνούνταν να ανάψουν, μόνο ο ανεμιστήρας
επέμενε να ανακυκλώνει τον ίδιο ζεστό
και υγρό αέρα και να γυρίζει τις σελίδες
του βιβλίου που είχε στα χέρια του ο
χοντρός, ιδρωμένος κατά φαντασίαν
βιβλιοκριτικός, γεγονός που τον
εξυπηρετούσε καθότι δεν είχε κουράγιο
να γυρίσει τη σελίδα, δεν είχε κουράγιο ούτε να τη διαβάσει, αυτό που διάβαζε
δεν του έλεγε τίποτε, κανένα βιβλίο τον
τελευταίο καιρό δεν του έλεγε τίποτε,
όλα λέγανε ακατανόητες μπούρδες, τα
ίδια και τα ίδια του πρήξανε τα ιδρωμένα
αρχίδια, θυμήθηκε τον Αξλ Ρόουζ που στη
συναυλία των γκανζ εν ρόουζιζ στο ΟΑΚΑ το 90κάτι
σύμφωνα με τον αστικό θρύλο είχε έναν
τύπο με σεσουάρ για να του κάνει αέρα
στα αρχίδια, αντιστοίχως ο βιβλιοκριτικός
είχε τον ανεμιστήρα για να του γυρνά
τις σελίδες κατά το δοκούν, ένα ακόμη
βιβλίο στη μακρά λίστα των βιβλίων που
δεν μπορούσε να διαβάσει, ένιωθε μεγάλο
θυμό για την αναγνωστική του δυστοκία,
για τη λογοτεχνική του ανηδονία, δεν
του προκαλούσε καμιά ευχαρίστηση πια
το διάβασμα, παρά μόνο θυμό, και κάπως
έτσι οι βιβλιοκριτικές του τελευταία
έμοιαζαν όλο και περισσότερο με τη
δουλειά ενός νεκροθάφτη, δεν χρησιμοποιούσε
πια τα χέρια του για να γράφει, αλλά ένα
φτυάρι, με το οποίο εκτόξευε τη λάσπη
του θυμού του πάνω στους άτυχους
συγγραφείς των βιβλίων που δεν άντεχε να διαβάσει,
και το φταίξιμο ήταν δικό τους προφανώς,
το μόνο που έκανε ήταν να τα ξεφυλλίζει
αδιάφορα και μετά που πιάσαν οι ζέστες
άφησε τον ανεμιστήρα να γυρίζει τις
σελίδες γι' αυτόν και κάπως έτσι από
αναγνώστης και βιβλιοκριτικός έστω
κατά φαντασίαν έγινε ξεφυλλιστής και
ξεφτιλιστής βιβλίων.
26 Ιουλ 2015
Εντάξει υπολογιστή καθηγητά Γλάρε
Μια ημέρα
του Αυγούστου το 1957 ο Τζο Γκουλντ -κατά
τη γουκιπίντια μποέμης, εκκεντρικός,
γνωστός κι ως καθηγητής Γλάρος, που
υπέφερε (μπορεί και όχι) από υπεργραφία,
δηλαδή από μικρός δεν μπορούσε να
σταματήσει να γράφει απ' άκρη σε άκρη
τους τοίχους του σπιτιού του, και που
μπορεί να παρουσίαζε (μπορεί και όχι)
συμπτώματα αυτισμού και που μπορεί
κάποια στιγμή τη δεκαετία του '40 να υπέστη
λοβοτομή (μπορεί και όχι), καθώς η ζωή
του πήγαινε από το κακό στο χειρότερο
και άστεγος μπαινόβγαινε στα άσυλα και
τα ψυχιατρεία, μη σταματώντας ωστόσο
ούτε λεπτό να γράφει την Προφoρική Ιστορία
του Κόσμου, παρότι έχανε συχνά το στιλό
του, έσπαγε τα δόντια του ή έχανε τη μασέλα του, έχανε ή έσπαγε τα γυαλιά του,
τυφλωνόταν σταδιακά ή τουλάχιστον έτσι
νόμιζε κάθε φορά που έχανε ή έσπαγε τα
γυαλιά του, έσπαγε πόδια, χέρια και
κεφάλι, καθώς μονίμως μεθυσμένος έχανε
την ισορροπία του αλλά ποτέ τη φιλοδοξία
του να γράψει το μεγαλυτερο, ογκωδέστερο
βιβλίο όλων των εποχών, καταγράφοντας
καθετί που του λέγανε οι άνθρωποι και
που τέλος πάντων για πάρτη του γράφτηκε
ένα βιβλίο, μια ταινία, ένας χαρακτήρας
σε βιντεογκέιμ και γράφονται ακόμη και
σήμερα μακροσκελέστατα άρθρα- κατέρρευσε
σε κάποιο δρόμο της Νεας Υόρκης,
μεταφέρθηκε σ' ένα νοσοκομείο όπου και
λέγεται ότι πέθανε, στην πραγματικότητα
όμως απήχθη από εξωγήινους, δεν είν'
αλλωστε τυχαίο ότι ουδείς παρέστη στην
κηδεία του, και έκτοτε ο Τζο Γκουλντ
είναι παντού, μας παρατηρεί από ψηλά,
από το διαστημόπλοιο, ήταν παρών στην
Πομπηία το 1970κάτι όταν οι Φλόυντ
επιδόθηκαν στο πιο άχρηστο όμορφο πράγμα
στην ιστορία της μουσικής, μια ζωντανή εμφάνιση ενώπιον των ερειπίων, ο Γκουλντ
ήταν εκεί όταν ο Ζαν Μισέλ Ζαρ έγραψε μουσική για τους πιγκουίνους και στο μεγάλο ρέγκε πάρτυ που θα διοργανώσω
στην Αρκτικη θα μοιράζει μπάφους στους εσκιμώους, μέχρι που θα επιστρέψει
στον επόμενο παγκόσμιο πόλεμο για να
σώσει το σύμπαν, που ασχήμυνε πολύ
εξαιτίας της φιλοδοξίας, με μια αστρική
έκρηξη σαν πρωινή ανάσα, σαν την ξεχασμένη
μυρωδιά του ζεστού καλοκαιρινού αέρα,
μαζί με εξωγήινους που μας παραμονεύουν,
μας παρατηρούν, μας βιντεοσκοπούν,
φτιάχνουν ερασιτεχνικά βίντεο και τα
στέλνουν πίσω στο πλανήτη τους, στον
οποίο θα δραπετεύσουμε οι απογοητευμένοι,
οι γαντζωμένοι στο μπουκάλι, για να
βρεθούμε πιο γυμνασμένοι, χαρούμενοι,
παραγωγικοί, έχοντας τις ιδανικές
σχέσεις με συνεργάτες, συναδέλφους,
υφισταμένους και προϊσταμένους, με
σωστή διατροφή, όχι μικροκύματα και
κορεσμένα λίπη, υπομονετικοί οδηγοί,
χωρίς άσχημα όνειρα και παράνοια, και δεν θα πνίγουμε τις αράχνες στο μπάνιο
κλαίγοντας κρυφά μόνο όταν το απαιτεί
η ταινία σαν τα γουρούνια
σ' ένα κλουβί με αντιβιοτικά και μια
δουλειά που σιγοσκοτώνει.
(εεεε, οι περισσότερες λέξεις είναι από λήμματα της γουικιπίντια και από τραγούδια των ρέντιοχεντ όπως αυτό εδώ κάτω)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)