14 Μαΐ 2015

Ο άνθρωπος που τα είχε με τη Σία και που έκανε μερικά πράγματα ακόμη

O άνθρωπος που περπατούσε πάντα από τα στενά της πόλης, αποφεύγοντας τις κεντρικές οδούς ώστε να αποφύγει τους ανθρώπους που συνωστίζονταν εκεί, πράγμα περίεργο, ο συνωστισμός να παρατηρείται σε δρόμους μεγάλους, που θεωρητικά φτιαχτήκανε για να μας χωράνε όλους, ενώ τα στενά της πόλης, στα οποία θεωρητικά δεν χωράνε να περάσουν ούτε καν οι ακτίνες του ήλιου, χωρούσαν τον ίδιον μια χαρά, ο άνθρωπος αυτός λοιπόν γνώρισε τη Σία, από το Απελπισία, όχι στην έβγα της γειτονιάς αλλά στο φεύγα μιας βαρυχειμωνιάς, πάνε τρία χρόνια τώρα.
Από τότε αυτός κι η Απελπισία γίνανε αχώριστοι, μήτε ο σύριζα δεν μπορεσε να τους χωρίσει.

Μια μέρα αυτός ο άνθρωπος που όχι μόνο περπατούσε πάντα από τα στενά της πόλης αλλά επιπλέον είχε στην κατοχή του χιλιάδες αδημοσίευτες, ανέκδοτες αλλά όχι αστείες, σέλφι που στο μέλλον θα χρησιμοποιηθούν για να συγγραφεί από τους βιογράφους η πολύτομη πολύτιμη βιογραφία του, καθότι μια εικόνα -ακόμη και μια σέλφι- ισούται με χίλιες λέξεις, ο άνθρωπος αυτός λοιπόν ξύπνησε με μια γρατζουνιά στο λαιμό, κυκλική θαρρείς αλλά μόνον κατά το ήμισυ, δηλαδή μισός κύκλος, σαν κάποιος να προσπάθησε να του περάσει μια θηλειά στον λαιμό την ώρα που κοιμόταν αλλά επειδή κοιμόταν μόνος του (μόνο στον ύπνο τον άφηνε μόνο του η Απελπισία) συμπέρανε πως δεν του έφταιγε κανείς άλλος για την ημικυκλική κοκκινίλα σαν μισή θηλειά γύρω από το λαιμό του παρά μόνον αυτός ο ίδιος, πάει να πει ότι στον ύπνο του έφτιαξε αγχόνη.
Εκείνη την ημέρα αυτός ο άνθρωπος που όχι μόνο περπατούσε πάντα από τα στενά της πόλης και που όχι μόνο είχε στην κατοχή του χιλιάδες αδημοσίευτες, ανέκδοτες αλλά όχι αστείες, σέλφι και που όχι μόνο έφτιαχνε αγχόνες στον ύπνο του, αλλά επιπλέον δεν άκουγε καλά κατ' επιλογή όχι δική του αλλά των ηχείων του και των ακουστικών του, καθιστώντας τον όχι ανυπάκουο, όπως θα ήθελε, αλλά παράκουο, μη σου πω και παρατράγουδο, ο άνθρωπος αυτός, λοιπόν, εκείνη την ημέρα, λοιπόν, που έβρεχε μανιασμένα αγόρασε ένα βιβλίο που η πρώτη του αράδα έλεγε πως έβρεχε μανιασμένα και γέλασε γιατί κάποιος του είχε πει πως δεν υπάρχει πιο κλισέ τρόπος απ' αυτόν για να ξεκινάς ένα βιβλίο, με την εικόνα της βροχής δηλαδή, ή έστω με τη σκιά της, που έλεγε κι ο Τάιμπο, που στα βιβλία του συχνά πρωταγωνιστεί η βροχή, αλλά σάμπως κι ο Μπίλυ Κρύσταλ στο πέτα τη μαμά από το τρένο με τη βροχή δεν καταπιάνεται και προσπαθεί να γράψει την πρώτη αράδα από το βιβλίο του και γράφει η νύχτα ήταν υγρή, η νύχτα ήταν αποπνικτικά υγρή, η νύχτα ήταν βροχερή και υγρή, και τέλος πάντων δεν του κάθεται με τίποτα ούτε η βροχή ούτε η νύχτα ούτε κι η πρώτη αράδα, όπως και του Χέμινγουεη σ' εκείνο το βιβλίο του Τάιμπο, που προσπαθεί να γράψει την πρώτη την αράδα, ο Χέμινγουεη, όχι ο Τάιμπο, ο Τάιμπο, να 'ναι καλά ο άνθρωπος, γράφει όπως κάποιοι άλλοι χέζουν, ακατάσχετα και ακατάπαυστα, χωρις σταματημό, το λεγόμενο γράψιμο της απλής επαφής με τη σελίδα, και τέλος πάντων σε κείνο το βιβλίο του Τάιμπο ο Χέμινγουεη -και όχι ο Τάιμπο, το ξεκαθαρίσαμε αυτό- δεν μπορούσε να γράψει την πρώτη αράδα από το βιβλίο του και όλο την έσβηνε και την ξανάγραφε, αλλά εμένα μου φάνηκε καλή, δεν τη θυμάμαι απ' έξω τώρα φυσικά, θα ψάξω σε λίγο να τη βρω και θα σου πω τι έλεγε. 

8 Μαΐ 2015

Αγώνας τρόμου

Τρεις άντρες κάθονται αμίλητοι σε έναν καναπέ. Μπορεί να ειναι συγγενείς, μπορεί και όχι. Τα βλέμματά τους καρφωμένα στην τηλεόραση ή στον τοίχο γύρω απο την τηλεόραση. Στην τηλεόραση παιζει μια ταινία με τον Βέγγο. Ο τοίχος ειναι ανοιχτό γαλάζιο. Ο Βέγγος τρέχει. Οι τρεις άντρες σιωπούν. Οι σκέψεις τους τρέχουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις με διαφορετική ταχύτητα αναλόγως της ηλικίας, όχι των σκέψεων, αλλά των τριών ανδρών. Κανενός οι σκέψεις ωστόσο δεν τρέχουν με ταχύτητα Βέγγου.
Τι σκέφτονται οι τρεις αμίλητοι άντρες που κάθονται στον καναπέ κοιτώντας στην τηλεόραση μια ταινία με τον τρεχάμενο Βέγγο ή τον βαμμένο ανοιχτό γαλάζιο τοίχο;
Κανείς δεν ξέρει.

Εγώ ξέρω. 
Ή τουλάχιστον ξέρω τι σκέφτεται ο ένας απ' αυτούς.
Γιατί ο ένας είμαι εγώ.

Υπόθεση εργασίας: Ο ΣΥΡΙΖΑ αθετεί τις προεκλογικές του δεσμεύσεις. Πολλές απ' αυτές. ΕΝΦΙΑ, κατάργηση μνημονίων κτλ. Σε αυτήν την περίπτωση, προτιμότερο να του καταλογιστεί πολιτική απάτη και κωλοτούμπα παρά να του αναγνωριστεί πως έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε αλλά, δεδομένων των συνθήκων και των πιέσεων και των άδειων ταμείων (και μπλαμπλαμπλα), δεν μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω. Διότι σε αυτήν την περίπτωση θα είναι σαν ν' αποδεχόμαστε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική ρεαλιστική πολιτική πρόταση, θα είναι σαν να αποδεχόμαστε ότι η Αριστερά, όταν κυβερνά, είναι καταδικασμένη να χάνει τον αριστερό της χαρακτήρα.  

Οχι, δεν σκεφτόμουν αυτό αμίλητος καθιστός στον καναπέ. Αλλά με βόλεψε να το βάλω εδώ, παρότι το έγραψα προ ημερών και το άφησα να κάθεται μονάχο. Δεν ξέρω τι σκέφτονταν αυτές οι γραμμές όσο περιμέναν να γίνει κάτι. Αν ένιωθαν μοναξιά οι λέξεις. Αν θέλαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και δεν μπορούσαν όπως οι τρεις άνδρες που κάθονταν αμίλητοι σε κείνον εκεί τον καναπέ. Αν είχαν τηλεόραση να κοιτάξουν, με Βέγγο ή χωρίς, αν είχαν τοίχο, ανοιχτό γαλάζιο ή άλλου χρώματος. Αν ένιωθαν κι αυτές κούραση και φόβο. Αν τους ένωναν κάποιοι δεσμοί συγγενικοί ή κάποιοι σύνδεσμοι και τι είδους ήταν αυτοί, συμπερασματικοί, συμπλεκτικοί ή μήπως διαχωριστικοί και αντιθετικοί και, αν τυχόν ήταν τέτοιου φυράματος σύνδεσμοι, πώς είναι δυνατόν να συνδέονται οι λέξεις μέσα από τον διαχωρισμό και την αντίθεση - άλλωστε το ίδιο δεν συμβαίνει και με τους ανθρώπους;
Και τελικά θα νικήσει ο μόνος που θα τερματίσει: ο φόβος.  

4 Μαΐ 2015

Μέχρι το περίπτερο και πίσω πάλι

Κοιτάζω φωτογραφίες. Φωτορεπόρτερ δρόμου. Η πόλη μου τα τελευταία πέντε χρόνια. Ανοίγω την πόρτα, βγαίνω έξω, κλείνω την πόρτα, κλειδώνω, καλώ το ασανσέρ, καλό το ασανσέρ κι υπάκουο, έρχεται, ανοίγω την πόρτα, μπαίνω μέσα, πιέζω το μπουτόν, κατεβαίνω. Κάποιες φωτογραφίες δείχνουν το πέρασμα από την καθημερινή ένταση στους δρόμους, κάτι που έμοιαζε με εξέγερση, στη σταδιακή αποκλιμάκωση – στις νέες μορφές δράσης στους δρόμους: μαξιλαροπόλεμος, χρωματοπόλεμος, κάθε είδους πόλεμος, αρκεί να μην είναι κοινωνικός και ταξικός, αρκεί να εκτονώνει, αρκεί να μας κάνει να ξεχαστούμε βρε αδερφέ, φτάνει πια με το μίσος, την γκρίνια τη μιζέρια, ήρθε ώρα να βάλουμε πλάτη κι εμείς γιατί αυτοί που μας το ζητάνε τώρα είναι οι καλοί, να πληρώσουμε τώρα τους φόρους μας γιατί μας το ζητάνε οι καλοί. Ετσι λένε. Ανοίγω την πόρτα του ασανσέρ, ανοίγω της εισόδου, βγαίνω έξω. Στο πεζοδρόμιο. Κόσμος πάει κι έρχεται. Στ' αριστερά, φούρνος. Ανοιχτός νυχθημερόν. Σταματούν οι μπάτσοι αργά το βράδυ. Σταματούν κι οι μεθυσμένοι. Πιτοειδή τεραστίων διάστασεων. Ετσι είναι πια ο ανταγωνισμός. Το πιο μεγάλο, το πιο φτηνό. Κι οι χειρότερες εργασιακές συνθήκες. Αφίσες στους τοίχους. Στη στάση λεωφορείων, αγγελίες, φορμάτ 10 ευρώ. Φορμάτ απλό, ακόμη πιο φτηνό, πέντε ευρώ. Πέντε ευρώ; Φτηνά, δεν λέω. Είναι καλό; είναι κακό; Ολοι βγάζουν βόλτα τα σκυλιά τους. Τα σέρνουν από το λουρί. Μια μέρα τα σκυλιά θα βγάζουν βόλτα τους ανθρώπους. Ούτως ή άλλως το λουρί πολλοί εθελουσίως το 'χουμε περάσει στο λαιμό μας. Θηλιές όλων των ειδών. Η αγχόνη που αγχώνει. Τράπεζες δολοφόνοι. Περπατώ στο πεζοδρόμιο ανάμεσα σε σκύλους, ζευγάρια αχώριστα, σερνάμενα γερόντια, μεθυσμένους που κάνουν οκτάρια, αριστερά μου μαγαζί με εκκλησιαστικά είδη. Στίφη τουριστών. Τα πούλμαν τριπλοπαρκαρισμένα προκαλούν μποτιλιάρισμα και σχετικές αναλύσεις των οδηγών ταξί. Θρησκευτικός τουρισμός. Σέλφι στικ για σέλφι με την Παναγιά και τον Χριστούλη και τον Αγιο τον Μυροβλήτη. Το ντάκφέις είναι ντεμοντέ. Το τερμάτισε η Σώτη. Απέναντι και δεξιά, στην τράπεζα, σύνθημα, να μη συνηθίσουμε στον θάνατο. Μα τον συνηθίσαμε ήδη. Συνηθίσαμε πολλά. Γρήγορα. Αγόγγυστα. Συνηθίσαμε κάποιοι να επιβιώνουμε χωρίς προοπτική. Ακόμη κι η διάψευση της ελπίδας δεν μας κάνει εντύπωση πια. Περπατώ. Έφτιαξε ο καιρός, τα κορίτσια φορέσανε πάλι σορτς. Ωραία. Στ' αριστερά, ένα σύνθημα κατά του Σόιμπλε. Να πάθει φούιτ, τον καταριέται. Σκέφτομαι κάθε μέρα να το φωτογραφίσω. Αρνούμαι. Να μη συνηθίσω στην σκατοψυχιά. Να παραμείνω καλός. Καλό παιδί. Ναι. Λίγο μαλάκας. Παραπέρα, τυροπιτάδικο. Εκείνος ο τυπάς ο χωρίς χέρια, που πουλάει χαρτομάντιλα και που μου έλεγε ο Θωμάς γι' αυτόν. Κάθεται και πίνει καμιά μπίρα. Κάνει κάνα τσιγάρο. Παραπέρα προποτζίδικο, ψιλικατζίδικο, γυράδικο και μια περίεργη καφετέρια, θα το γράψω κι ας ακουστεί σεξιστικό, μόνο γυναίκες βλέπω να κάθονται εκεί πέρα και να διαβάζουν το φλιτζάνι, ναι, μα τω Θεώ, αληθεια λέω, το φλιτζάνι και τα ταρό. Τα ταρό του έρωτα άλλωστε τα ύμνησε κι ο Ελύτης. Παραπέρα πωλείται μεταχειρισμένο ψυγείο ιχθυοπωλείου. Κι άλλα ζευγάρια με σκυλιά. Κλειστά μαγαζιά. Σκονισμένες βιτρίνες, καλυμμένες από αφίσες και σπρέι. Απαγορεύεται η αφισοκόλληση. Κάποια ανοιγοκλείνουν. Μέχρι ν' ανοίξει έχει προλάβει να κλείσει και να ξανανοίξει ως κάτι άλλο. Μόνο το παλιό στέκι, εκείνο το ωραίο το μπαρ, δυο χρόνια τώρα κλειστό, ξενοίκιαστο ακόμη το ρημάδι. Σκυλόσκατα στο δρόμο. Παραπέρα κατηφόρα. Ευθεία κάτω και αριστερά, θα φτάσεις στο ρουφ γκάρντεν. Γεμάτο. Ρουφ, ρουφιάνοι. Πήγε μια φορά εκεί ένας φίλος. Είδε τον Τσοχατζόπουλο. Παρατρεχάμενους. Πιστούς. Ακόλουθους. Χαμός έγινε, ποιος θα του πιάσει το χέρι πρώτος. Του Τσοχατζόπουλου, όχι του φίλου. Αυτόν, ούτε να τον φτύσουν. Αλλά για τον Ακη; Χαλασμός για μια χειραψία. Τότε δεν είχε σέλφι. Μόνο χειραψίες με τους υπουργούς. Σήμερα κανείς ποτέ δεν θυμάται να έπιασε το χέρι του Τσοχατζόπουλου. Κανείς δεν λέρωσε τα χέρια του ποτέ. Αλλωστε υπάρχουν κι αλλού χέρια που κάνουν χειραψίες, που βγάζουν σέλφι, που μοιράζουν υποσχέσεις. Στο ρουφ γκάρντεν. Ή κι αλλού. Ανοίγω την εξώπορτα, μπαίνω στην είσοδο, πάλι κάτι βρωμάει, καλό το ασανσέρ, με περίμενε εκεί, δεν είχε φύγει, ανοίγω την πόρτα, πιέζω το μπουτόν, ακούω τον ιμαντα να τρίζει, ο ιμάντας είμαι εγώ, με φωνάζουν κι έτσι, εκτός από μαλάκα, τρίζω κι εγώ, τρίζω τα δόντια, τα σφίγγω, το ασανσέρ σταματά, ξεκλειδώνω την πόρτα, μπαίνω στο σπίτι. Περνάει ο καιρός.