20 Νοε 2014

O άνθρωπος που έχασε τον εαυτό του

Συνέβη μια μέρα, ξαφνικά. Ή μπορεί μόνον η διαπίστωση να ήτο ξαφνική, και να τον έχανε λίγο-λίγο, για μέρες, βδομάδες, μήνες, μπορεί και χρόνια, σταδιακά και ασυνείδητα, δηλαδή χωρίς να ελέγχεται από τη συνείδησή του και ουχί με ασυνέπεια ή αδιαφορία, ίσα-ίσα που η απώλεια, όταν αυτή διαπιστώθηκε από τον ίδιον, ήταν εντέλει τόσο μεγάλη, που μόνον κάποιος ιδιαιτέρως επιμελής στην εκτέλεση των καθηκόντων του θα μπορούσε να τη φέρει εις πέρας, μόνον που δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος ήταν αυτός, που αφού είχε ολοκληρώσει τόσο απόλυτα, τόσο συντριπτικά ετούτη την απώλεια, την απώλεια του εαυτού του δηλαδή, χάθηκε μαζί με τον απωλεσθέντα εαυτό του, γιατί αυτό ήταν -για να πούμε με λίγα λόγια, όσο πιο απλά μπορούμε, κάτι που δεν συνηθίζεται εδώ πέρα- που είχε χάσει, και όπως και να το κάνουμε, όσο ασήμαντος κι αν ήταν, πάντα χρειάζεται ένας εαυτός, είναι κατά διαστήματα χρήσιμος, παραδείγματος χάριν για πτυελοδοχείο ή για να έχουμε κάτι να κοιτάζουμε στον καθρέφτη ή για αγαπάμε όσο τον πλησίον, διότι άνευ εαυτού ως τι θα αγαπάμε τον πλησίον;
Αναστατωμένος από την απώλεια του εαυτού του, έψαξε να τον βρει σε όλα τα συρτάρια, κοίταξε στη στοίβα με τα άπλυτα, στη στοίβα με τα ασιδέρωτα, στις γλάστρες με τα ξεραμένα φυτά του μπαλκονιού, στα σκονισμένα ράφια της βιβλιοθήκης, κάτω από το κρεβάτι, κάτω από τα μαξιλάρια του καναπέ, στις παλιές φωτογραφίες, στη συλλογή με τα καινούργια σέλφι που δεν δημοσίευσε ποτέ, κοίταξε στα κοινωνικά του δίκτυα, μα δεν τον βρήκε πουθενά.

Πήγε στην αστυνομία ν' αναφέρει το περιστατικό, αλλά δεν ήξερε τι να καταγγείλει ακριβώς: απώλεια, εξαφάνιση ή κλοπή; Μήπως θανατικό; Κι αν δήλωνε απώλεια, μήπως νομίζανε ότι απλώς θέλει μια καινούργια ταυτότητα, αυτήν του αντιχρίστου, ενώ αυτός ήθελε τη δική του την παλιά, αυτήν του αχρήστου; Κλοπη; Μα ποιος να ήθελε τον εαυτό του έτσι άχρηστος που ήταν; Δολοφονία; Δεν υπήρχε πτώμα, μήτε και το όπλο το εγκλήματος, δεν είχε στοιχεία, μήτε και εχθρούς. Εξαφάνιση λοιπόν. Ο αστυνομικός που του πήρε κατάθεση του ζήτησε λεπτομερή περιγραφή για το σκίτσο του χαμένου του εαυτού, μα αυτός δεν ήξερε τι να του πει για την περιγραφή και συνειδητοποίησε με τρόμο πως τον εαυτό του όχι μόνον τον είχε χάσει μα τον είχε ήδη ξεχάσει.

Για να θυμηθεί, είπε να πάει σε υπνωτιστή, άλλωστε είχε χάσει όχι μόνον τον εαυτό του αλλά και τον ύπνο του με αυτήν την ιστορία. Εντέλει ο υπνωτιστής βοήθησε κάπως: κοιμήθηκε βαθιά, κοιμήθηκε πολύ, αλλά από τον εαυτό του κανένα ίχνος.

Ρώτησε τους άλλους, τους λίγους δικούς του ανθρώπους, μήπως τον έχετε δει πουθενά; ποιον; ρωτούσανε αυτοί, μα τον εαυτό μου φυσικά, τον έχω χάσει, μάλλον εσύ τα έχεις χάσει, του απαντούσαν, κι ένας-ένας του κλείνανε τις πόρτες.

Σκέφτηκε να πάει σε κάναν ντετέκτιβ, μα είχε κουραστεί από τα νουάρ και τα αστυνομικά, δεν ήθελε άλλο να διαβάζει, μόνο να φεύγει.

Κι αποφάσισε ότι η μόνη λύση για να βρει τον εαυτό του ήτανε να πάει να χαθεί κι αυτός.

Και χάθηκε.

Και δεν τον ξαναείδε πια κανείς, ούτε αυτόν ούτε και τον εαυτό του.

Κι ούτε τους αναζήτησε, αυτόν και τον χαμένο του εαυτό, ποτέ άλλος κανείς. Μόνο πού και πού, μια στο τόσο, λέγανε «θυμάσαι μωρέ εκείνον τον χαζό που χάθηκε ψάχνοντας να βρει τον χαμένο του εαυτό;»


O άνθρωπος χωρίς ηχομόνωση

Τον κυνηγούσαν ήχοι, λέξεις, φωνήεντα, σύμφωνα, σημεία στίξης, νότες, ηχορρύπανση. Χωρίς ηχομόνωση, ήταν αδύνατον να μην επηρεαστεί απ' ό,τι άκουγε, συνήθως με καταστροφικά αποτελέσματα. Βγήκε ξημέρωμα στο δρόμο, σε μια πόλη σιωπηλή σαν βιντεοπαιχνίδι τρόμου. Ακόμη και τα βήματά του τον ενοχλούσανε, το θρόισμα από το μπουφάν του, ο ήχος από τα σαπισμένα φύλλα κάτω από τα πόδια του. Ξάφνου, στο κατόπι του, τα ροδάκια μια βαλίτσας στο πεζοδρόμιο. Ενοχλητικά, απειλητικά. Πλησίαζαν. Ηταν κοντά. Πίσω του. Για να μην τον πατήσουν οι ρόδες, έστριψε στο πρώτο στενό. Αντιμέτωπος με τον ασύρματο των μοτοσικλετιστών της αστυνομίας. Γρήγορο βάδην, για να ξεφύγει. Μην κινήσει υποψίες, μην του κάνουν ερωτήσεις. Λίγο παρακάτω, μια κλούβα των ΜΑΤ με τον κλιματισμό στο φουλ. Πέρασε απαρατήρητος με moonwalking αλά Μάικλ Τζάκσον, με το βάδισμα μιας αρκούδας που μιμείται το βάδισμα της γάτας, τρεκλίζοντας σαν μεθυσμένος. Κάποιος μπάτσος ρεύτηκε πίσω του, τσαλάκωσε ένα κουτάκι κοκακόλας. Ισα που είχε προλάβει να ξεφύγει, και βρέθηκε να τον κυνηγά ένα υστερικό γέλιο, μια μονότονη γκρίνια, ένα ξενοφοβικό λογύδριο, μια πολιτική ανάλυση. Εστριψε στο προσωπικό του αδιέξοδο με την πλάτη στον τοίχο, λαχανιασμένος. Είχε ξεφύγει προσωρινά. Αλλά πάντα κάποιος εμφανιζόταν μιλώντας. Του είχαν πάρει τα αυτιά. Ολοι, όλα. Κόρνες, φρένα στις κεντρικές οδούς, το ανακάτεμα του φραπέ και τα κομπολόγια στα καφενεία, τα μαχαιροπίρουνα και το διαρκές τσούγκριμα ποτηριών στις ταβέρνες, η άμορφη οχλαγωγία κι δυνατή μουσική στα μπαρ. Στάθηκε να πάρει ανάσα. Εξυσε την φαβορίτα του. Ο εκκωφαντικός της θόρυβος τον τρόμαξε. Ετρεξε να ξεφύγει από την επιθετική φαβορίτα κι ένιωσε να τον κυνηγά το ποδοβολητό του. Πλανόδιοι μουσικοί με ξεκούρδιστα όργανα. Τραγούδια του Σιδηρόπουλου, των Κατσιμίχα, ενός Σωκράτη κι ενός κάποιου Θανάση. Βαριανάσαινε. Μα είναι δυνατόν ν' ανασαίνει τόσο δυνατά, τόσο ενοχλητικά; Φόρεσε τ' ακουστικά του. Είχε στο παρεθόν ηχογραφήσει τη σιωπή και την άκουγε συχνά, έμοιαζε με τον ήχο που κάνει το τσιγαρόχαρτο όταν ανάβει το τσιγάρο. Πάτησε το πλέη. Ο πλανόδιος μουσικός, απ' του οποίου το τραγούδι, πάσχιζε να ξεφύγει τον κοίταξε με μίσος και πήρε να τραγουδά πιο δυνατά, να κοπανά τις χορδές. Κάθε ακόρντο κι ένα χτύπημα στο κορμί του. Περίμενε ν' ακούσει τη σιωπή. Κι όμως... Η προβοκάτσια τον βρήκε απροετοίμαστο. Συνωμοσία! Οι παρακρατικοί πράκτορες είχαν κάνει κατάληψη στ' αυτιά του, στ' ακουστικά του. Του λέγανε ότι είναι τρελός, όχι στα καλά του. Του λέγανε ότι όλα θα πάνε καλά, αρκεί να το πιστέψει, να είναι θετικός, να πάψει να μιζεριάζει. Κουνούσανε το δάχτυλο για να μη φοβάται, απειλώντας τον με φριχτά βασανιστήρια αν επέμενε να φοβάται. Του λέγανε ότι τελείωσε η κρίση, ότι δεν υπήρξε ποτέ, πως ό,τι συνέβη ήταν δική του ευθύνη.
Δεν έχει τέλος.



 

18 Νοε 2014

O αυτάρκης άνθρωπος

Τύπος ολιγαρκής, μπορείς να τον πεις και μονόχνωτο. Αγαπημένος του μπλόγκερ ο ίδιος, τραγικά αγνοημένος μη εκδοθείς συγγραφεύς επίσης. Ανεξερεύνητος θησαυρός γενικώς που περιμένει στον πάτο, του μπουκαλιού, του ωκεανού, τον ψυχολογικό, διάλεξε και πάρε, για να ανακαλυφθεί. Είν' ο καλύτερος δισκοπαίχτης για μοναχικά πάρτυ στο σκοτεινό του το σαλόνι, ταυτοχρόνως δε συμπότης, εξομολογητής, η καλύτερη, εύκαιρη, πάντα πρόθυμη συντροφιά όταν ψάχνει για παρέα, και μια φορά στο τόσο, δεν είν' ντροπή, διατί να το κρύψομεν άλλωστε, ετούτος ο αυτάρκης άνθρωπος είν' ο καλύτερος εραστής, αλλά με τρόπον γουαντιαλενικόν, είναι δηλαδή ένας κοινός μαλάκας, ένας άνθρωπος ωστόσο υγιής σωματικώς, πνευματικώς ουδόλως, δίχως εξαρτήσεις, κόψε το τσιγάρο του είχαν πει και το έκοψε, κόψε το ποτό του είχαν πει και το εκόψε, κόψε το φαγητό του είχαν πει και το έκοψε, κόψε και τους ανθρώπους του είχαν πει, αμφιταλαντεύτηκε, δίστασε, του προκαλούσαν ευτυχία, ταυτόχρονα όμως και δυστυχία, καθώς και άλλα συναισθήματα σε αποχρώσεις γκρίζου, σκέφτηκε προς στιγμήν να τους κόψει φέτες, να τους τεμαχίσει, το μετάνιωσε, πού λεφτά για δικηγόρους, προτίμησε να τους κόψει μεταφορικώς, τι κι αν λεν ουδείς άνθρωπος είναι νησί; όπου κι αν κοιτούσε γύρω του έβλεπε μόνον θάλασσα, που κι αυτήν μόνος του την είχε φτιάξει, τόσο αυτάρκης μιλάμε, σχεδόν αυτοδημιούργητος.