Ανω Ηλιούπολη Θεσνίκης, δεκαετία '80, αλάνες, ανοικοδόμηση, Μακρυγιάννη,
Νικομηδείας, Πολυτεχνείου, Αγιος Κωνσταντίνος. Καφετερίες (τις λέγαμε
τότε), ντισκοτέκ, μπουγάτσα στον Σερραίο, σουβλάκια σε κάθε γωνία,
βιοτεχνίες φασόν στα ημιυπόγεια, ταπετσαρίες αυτοκινήτων, παραπέρα εργαστήριο αποκλειστικής
κατασκευής πιάτων για σπάσιμο στα νυχτερινά κέντρα, είδη προικός,
μπουτίκ, γραφεία τελετών, ωδικά πτηνά, ουφάδικα, μπιλιαρδάδικα. Κατά
βάση εργατική περιοχή με αυξανόμενη τότε τάση μικροαστισμού αλλά και νεοπλουτισμού. Οι μπαμπάδες νωρίς το πρωί για δουλειά, ο
ένας πίσω από τον άλλο, καλημέρα, το πρώτο τσιγάρο κατεβαίνοντας τις
σκάλες, επιστροφή τα μεσημέρια, άλλος στις 3, άλλος στις 4, άλλος στις
5, ανάλογα με τις υπερωρίες, τα αυτοκίνητα το ένα πίσω από
το άλλο: ζάσταβα, φοξβάγκεν, ασκόνα, έβλεπες και καμιά μπεμβέ. Και οι μανάδες,
όσες δούλευαν, όλες με το ίδιο σουλούπι, ταλαιπωρημένες, ξεκινούσαν με
τα πόδια μπουλούκια από το καπνομάγαζο του Μιχαηλίδη για να σκορπίσουνε
στα στενά της Ηλιούπολης. Δεν παίρνανε το λεωφορείο, γιατί βρομάμε
καπνά, λέγανε, και μαλώνει ο οδηγός. Μετραγαμε κάθε καλοκαίρι πόσα
παγωτά και πόσα μπάνια είχαμε κάνει. Πάντα έβγαινα τελευταίος. Αργότερα
μπουφάν φλάη φορεμένα ανάποδα, πειραγμένα μηχανάκια, μαγκιές και
αλητεία, λίγα πρεζάκια, φαντάσματα στην πλατεία. Περιουσίες που χάθηκαν
στον τζόγο, οικογενειακά δράματα κρυμμένα σε κάθε δυάρι με ακάλυπτο. Του
τάδε ο μπαμπάς βούτηξε στο κενό απ' την ταράτσα, δεν τού βγήκε μια
επιχειρηματική κίνηση, του δείνα ο μπαμπάς είναι ΠΑΣΟΚ και τον έδωσε ο βουλευτής
δουλειά καλή σε τράπεζα ταμίας. Διαψευσθείσες προσδοκίες: Η Α, ωραίο
κορμί, που θα γινόταν αεροσυνοδός, εχει δική της μπουτίκ, τα
κουτσοκαταφέρνει, η Σ είχε ανοίξει τη δικιά της λίγο πιο πάνω, στη
γωνία, την έχει κλείσει πολλά χρόνια τώρα, ο Π που θα γινότανε ροκ σταρ,
άνεργος, στα 35 του ζήτημα να 'χει κολλήσει λίγα ένσημα, η Κ που μπήκε
πρώτη Νομική Κομοτηνής αλλά δεν την στείλαν οι δικοί της και την στεφανώσανε νωρίς, κι η Θ, μικροπαντρεμένη κι αυτή, δική της
επιλογή, βρήκε νέο δυνάστη τον άντρα της για να γλιτώσει απ'
τον παλιό, τον πατέρα της, η Ν, που θα γινόταν διακοσμήτρια, τελικά σερβιτόρα
και ταμίας στο σουπερμάρκετ, ο Γ που θα γινόταν στέλεχος στη μουσική
βιομηχανία, πήρε την επιχείρηση του μπαμπά του, δουλειά σίγουρη,
στρωμένη, βαρετή.
Κι όλα αυτά μάγκα μου γίνανε προ κρίσης. Σκέψου τώρα. Σκέψου στο μέλλον. Δεν ξέρω αν με πιάνεις, ελπίζω πως ναι.