12 Μαΐ 2012

Αντιρρησίας πολυκατοικίας

Στην πολυκατοικία αποφάσισαν να βάλουν καινούργιο χαλί στην είσοδο, μπουχάρα  μπορδοροδοκόκκινη, διαστάσεις τόσο επί τόσο, γιατί το προηγούμενο είχε φθαρεί, και όποιος είχε αντίρρηση, έγραφε η τοιχοκολλημένη χειρόγραφη ανακοίνωση, να γράψει το όνομά του από κάτω. Μέρες τώρα πηγαινοερχότανε και ένοχα κοιτούσε μόνο το δικό του όνομα να φιγουράρει στη λίστα των αντιρρησιών, σαν ανορθογραφία. Σίγουρα είχαν στήσει όλοι μαζί το κόλπο, για να τον γελοιοποιήσουνε. Το άγχος, η ντροπή, η αγανάκτηση τον πλημμυρίσανε. Θυμήθηκε τον "Ενοικιαστή" του Σιμενόν, που τον μπουζουριάσανε. Βεβαίως, ο Ελι Ναζεάρ, αυτό ήταν το όνομά του, είχε διαπράξει ανθρωποκτονία με κίνητρο τη ληστεία. Αυτός είχε μόνο βάλει μια λάθος υπογραφή με κίνητρο την οικονομία. Μα ο άλλος "Ένοικος", ο δύσμοιρος Τρελκόφσκι, του Ρολάν Τοπόρ, ήταν παντελώς αθώος. Και τον τρελάνανε τον δόλιο. Τι από τους φίλους τον αναγκάσανε να ξεκόψει, να ντύνεται γυναικεία, να φοβάται και τη σκιά του, να βλέπει φαντάσματα, να πίνει σοκολάτα αντί καφέ και να καπνίζει Τζιτάν αντί για Γκολουάζ, ευτυχώς που δεν είχε μουστάκι, μέχρι και αυτό θα τον βάζανε να κόψει. Μουστάκι είχε ο πρωταγωνστής στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Καρέρ. Κανείς δεν τον ανάγκασε να το κόψει. Αλλά όταν το έκοψε δεν το κατάλαβε κανείς. Μα δεν είχες ποτέ σου μουστάκι, του λέγάνε όλοι του οι φίλοι κι οι γνωστοί. Μα δεν σ' είχαμε ποτέ μας σε υπόληψη, του λέγανε όλοι οι άλλοι ένοικοι της πολυκατοικίας περιγελώντας τη μοναχική του υπογραφή. H ζωή του είχε ανατραπεί. Δεν διάβαζε πια βιβλία, ούτε ακουγε μουσική. Δεν έπινε καφέ, ούτε αλκοόλ. Δεν είχε άποψη, αλλά ούτε και κανέναν να την πει. Ισως οι μέρες που περνούσαν να ήταν ιστορικές, αλλά για αυτόν ήταν όλες Κυριακές. Φοβόταν χωρίς ελπίζει τίποτε. Δεν ήταν ελεύθερος, μη λες βλακείες. Δεν έφταιγε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έφταιγε η ακυβερνησία, έφταιγε το χαλί στην είσοδο της πολυκατοικίας.

ΥΓ. Υπάρχει και ο ένοικος του Θέρκας, το γνωρίζω. Βιβλία υπάρχουν, λεφτά δεν υπάρχουν. Τ' ακούς ΓΑΠ;

7 Μαΐ 2012

Ο άνθρωπος που μπέρδεψε την ανατολή με τη δύση και τα θανατηφόρα αέριά του

Μικροαστική εξωτική περιπέτεια υπαρξιακής αγωνίας στην ντροπική ζούγκλα της μεγαλούπολης. 
Είναι αυτή η παγωνιά που ζεσταίνει το πρωινό μετά τη γιορτή* της δημοκρατίας. Καφρεπιβάτης στο πρώτο λεωφορείο, έξω σκοτάδι. Ψάχνω εις μάτην να βρω τη διαρροή του θανατηφόρου αερίου, την ανατολή, μιαν αυγή, όχι χρυσή, έναν ήλιο, όχι πράσινο, να ανατείλει σε αυτή τη χώρα. Κατεβαίνω δυτικά, εδώ μου κρύβεσαι μωρή ανατολή; Πουθενά το φως. Βλέπω τους μαύρους να τρέχουν, εμένα θέλουν, το σμαρτφόν μου ή τον σμαρτεαυτόν μου. Κλάνω μέντες. Τρέχω κι εγώ. Μάταιος (ο) αγών (μου). Εχω δει πολλά καλλίγραμμα κορμιά στο στίβο όχι τον πολιτικό αλλά τον τηλεοπτικό ώστε να ξέρω πως τους αγώνες δρόμου τους κερδίζουνε οι μαύροι. Γουάιτ μεν κεντ τζαμπ, γουάιτ μεν κεντ ραν. Γουάιτ μέν όμως καβαλάνε μηχανάκια. Μια ομάδα ζήτα εμφανίζεται πίσω από τους μαύρους. Συμμετέχουν άραγε κι αυτοί στον αγώνα; Μπρος εγώ, ξοπίσω οι μαύροι, πιο πίσω οι ζήτα, οι αποστάσεις μικραίνουν, με προσπερνούνε οι μαύροι, με προσπερνούν οι ζήτα, οι ζήτα προσπερνούνε και τους μαύρους και τερματίζουν πρώτοι σε φιλόξενο μπουγατσατζίδικο της Γιαννιτσών. Ως ήρως, υψώνω ανάστημα «δεν σε φοβάμαι ομάδα ζήτα, την τερμάτισες την αλφαβήτα».
Παραπέρα γιγάντια ρομπότ, σε τιμή ευκαιρίας. Ρομπότ-γαϊδούρι, 18,8 ευρώ, δεν το θέλει κανείς. Ρομπότ-χασικλής, 10,6 ευρώ, να γυρνάει, φίλος. Ρομπότ που ψύχει ιδεολογίες, 8,5 ευρώ, πωλήσεις σταθερές. Ρομπότ σόσιαλ ληστής, 13,18 ευρώ, βαράμε διάλυση, ξεπούλημα, τι τραγικό να ξεπουλιέσαι και να μη σε αγοράζει κανείς. Ρομπότ που σε ψήνει να ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ 6,10 ευρώ, το γλυκοκοιτάζουν πολύ. Ρομπότ που ψήνει ανθρώπους στο φούρνο 6,9 ευρώ, ανάρπαστο.

*Προφανώς, πρόκειται για λόγια που έκλεψα από το Υπέροχο Τίποτα του Γιάννη Αγγελάκα.

3 Μαΐ 2012

Το φαινόμενο του αναβληθέντος τηλεφωνήματος και οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία του υποκειμένου

Eπτά και μισή σήμερα είναι πολύ πρωί. 
Επτά και μισή χτες είναι επίσης πολύ πρωί αλλά έχουν μεσολαβήσει πολλές ώρες.
Στις 10 και κάτι, είπες αρχικά. Στις και μισή καλύτερα. Οχι μωρέ, ας πάει έντεκα. Σε δέκα λεπτά. Και μετά από δεκαπέντε λεπτά είπες σε δέκα λεπτά. Και στο πεντάλεπτο απάνω, τ' ανέβαλες για άλλα δέκα λεπτά. Ιδρωσες. Να κάνεις ένα μπάνιο, να έχεις καθαρό σώμα και κεφάλι. Τι ώρα να 'ναι; Δώδεκα παρά. Σε δέκα λεπτά. Μεσημέριασε. Ιδρωσες πάλι. Να πιεις νερό, μην είναι ξερός ο στόμας σου. Να πλύνεις τα δόντια, μη μυρίζει η αναπνοή σου. Α, τι καλό τουίταρε αυτός; Για δες! Χαχαχα, τον μαλάκα, πώς τα λέει έτσι. Πέρασε η ώρα. Μία και. Μεσημέρι, μην ενοχλήσεις. Αστο καλύτερα. Τ' απόγεμα. Τ' απόγεμα όμως δεν ενδείκνυται για τέτοια πράγματα. Σε δέκα λεπτά. Ή τ' απόγεμα. Ή αύριο καλύτερα;
Επτά και μισή σήμερα είναι πολύ πρωί. Διάβασε τις εφημερίδες πρώτα. Τα feeds σου. Δες τι λέει ο κόσμος στο τουίταρ. Θα πας στο μάθημα; Θα κάνεις κοπάνα. Πώς τη λέμε την κοπάνα γαλλιστί; Faire l'école buissonnière. Κάτσε να πάει δέκα, δέκα και κάτι. Στις και μισή, καλύτερα. Εχεις δίκιο, στις έντεκα θα είναι καλύτερα. Να πλύνεις τα πιάτα. Να ξεπλύνεις το μαρούλι. Το σπανάκι. Το φρέσκο κρεμμυδάκι. Να ξεβουλώσειις τη καφετιέρα.Να πλύνεις κι εκείνο το τηγάνι. Σκούπα θα βάλεις; Οχι, πρέπει πρώτα να... Αστο καλύτερα, σε δέκα λεπτά. Να, σε streaming o τελευταίος δίσκος των Mogwai. Βάλτον να παίζει. Τι ώρα είναι; Δώδεκα παρά δέκα; Σε δέκα λεπτά. Δώδεκα ακριβώς, αυτό είναι το σωστό.
Προλαβαίνεις να κάνεις ένα ποστ σε δέκα λεπτά;
Δώδεκα και κάνε ένα ή κανένα τηλεφώνημα;