5 Φεβ 2012

Ηθελα να το κάνω κουίζ αλλά δεν έχω να προσφέρω πλούσια δώρα

Ο πατήρ του σημερινού προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς είχε γράψει στο βιβλίο του "Πατερναλιστικός Καπιταλισμός":

Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, τη στιγμή της νίκης τους και μετά, ενδιαφέρονται προπαντός να καθησυχάσουν σχετικά με τις προθέσεις τους τις κυρίαρχες τάξεις και τις επιχειρηματικές ελίτ, να τους πείσουν ότι αντιμετωπίζουν την αποστολή τους από «εθνική» και όχι «ταξική» άποψη, να επιμείνουν στο γεγονός ότι η άνοδός τους στην κυβέρνηση δεν εμπεριέχει κανένα κίνδυνο για τους επιχειρηματίες. Με το ίδιο πνεύμα, σπεύδουν να θυμίσουν στους οπαδούς τους και γενικά στους εργαζόμενους τα αγαθά της υπομονής, της πειθαρχίας και της φιλοπονίας. Να τους προειδοποιήσουν ότι η εκλογική νίκη και ο σχηματισμός κυβέρνησης από τους ηγέτες τους δεν θα πρέπει να θεωρηθούν σαν ενθάρρυνση για την επιβολή των εργατικών διεκδικήσεων στους βιομηχάνους, στους ιδιοκτήτες και στην ίδια την κυβέρνηση. Τέλος, σπεύδουν να τονίσουν ότι στην πολιτική των νέων υπουργών, που θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες και τεράστια προβλήματα, δεν θα πρέπει να παρεμβληθούν εμπόδια τέτοια όπως παράλογες πιέσεις και ανεφάρμοστα αιτήματα.

Κι ένα ακόμη καλό, από το μακρινό 1978, του ιδίου: "Η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί το σωσίβιο του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού".

Ολα αυτά από ένα "Πριν" του 1989. Κλικ στη φωτογραφία για να διαβάσεις όλη τη δημοσίευση, γεμάτη από παπανδρεϊκές κωλοτούμπες.

4 Φεβ 2012

Λαϊκοσνόμπ

Οσο γνωστότερο γίνεται αυτό το μπλογκ τόσο περισσότερο προβληματίζομαι. Αυτό που κυρίως με ανησυχεί είναι ότι πλέον όλο και περισσότεροι γνωρίζουν ποιος, τι και πόσο μαλάκας είναι στην πραγματικότητα αυτός ο ΠάνωςΚ. Στις περισσότερες των περιπτώσεων βέβαια εισπράττω κάτι βλέμματα δυσπιστίας, αμφιβολίας και υποτίμησης του τύπου «Τι; Εσύ είσαι ο ΠάνωςΚ;».
Όμως, μη φοβάσαι, δεν την έχω ψωνίσει ακόμη, δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου. Το πρόβλημά μου είναι ότι συνήθως ακούω και προσπαθώ να θυμάμαι ιστορίες που λένε οι άλλοι ή κάθομαι και παρατηρώ τις συμπεριφορές των άλλων και αφού όλα αυτά, αναπόφευκτα, περάσουν μέσα από το προσωπικό μου φίλτρο, πολύ συχνά βρίσκουν διέξοδο εδώ. Και με ανησυχεί ποιος, ποια ή ποιοι μπορεί να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, δικές τους εμπειρίες ή ιστορίες, τις οποίες, ενδεχομένως αλλά σίγουρα όχι σκοπίμως παραλλαγμένες, τις έχω ανεβάσει εδώ πέρα. Κοινώς καμιά φορά φοβάμαι ότι μπορεί δικαίως κάνα παλιός άσπονδος φίλος να μου ρίξει ένα γερό μπερντάχι ξύλο.
Η μικρή ιστορία που ακολουθεί ελαβε χώρα σε μπαρ πανέμορφου ελληνικού νησιού, και ίσως να θυμάμαι κάπως λάθος το διάλογο μεταξύ του Χ και του Ψ, λόγω κατανάλωσης αλκοόλ, αλλά ήταν κάπως ως εξής
- Και δούλευα καλοκαίρι ρε στην οικοδομη, λιοπύρι ρε συ. Γαμώ τα αφεντικά ρε και τη μισθωτή εργασία. Αλλά γαμώ και τους εργάτες ρε συ, δεν τους αντέχω.
- Τι είναι αυτά που λες ρε μαλάκα; Τι σου κάνανε οι εργάτες;
- Είναι ρε ο λουμπενάριος ο τύπος ρε, ο κάφρος, ο χοντρός με την μπάκα όξω, ο κακομούτσουνος, ο οικογενειάρχης που ‘χει δύο παιδιά και μια γυναίκα που δεν τον καβλώνει ρε, ο τριχωτός, ο πίθηκας, απάνω στη σκαλωσιά ρε στο λιοπύρι, κι εγώ γαμιέμαι στη δουλειά και ιδρώνω και σκέφτομαι ρε σε φάση τα δικά μου, και περνάει μια ωραία κοπέλα ρε, πολύ ωραία, και καλοκαίρι ρε συ, τι θα φοράει η κοπέλα ρε, ένα φόρεμα κοντό, και γυρνάει και φωνάζει ρε ο εργάτης, ο άνθρωπος του μόχθου, «πωπωπω, τι μουνάρα είσαι συ, μωρό μου». Και τα παίρνω στην κράνα ρε και θέλω να τον πεταξω απ’ τη σκαλωσιά ρε, τον μαλάκα, τον κωλόχοντρο, τον σεξιστή. Σκατά στην εργατική τάξη ρε, τέτοια που είναι, τέτοια της αξίζουν να παθαίνει.
Και μετά ο Ψ, που δεν σήκωνε κουβέντα για την εργατική τάξη, απείλησε να σπάσει ένα μπουκάλι στο κεφάλι του Χ, σε περίπτωση που ξαναέλεγε κακή κουβέντα για τους εργάτες. Κι ο Χ επέμενε, κι ο Ψ το ίδιο, και η κουβέντα άναψε, φούντωσε, κόρωσε, έσβησε και χάνεται μέχρι και σήμερα στα θολά νερά της λαϊκότητας, του ελιτισμού, της καφρίλας, του σεξισμού, του αυθορμητισμού και του πολιτικαλικορεκτισμού.
Η λαϊκότητα πάντως είναι μια κοπιώδης κατάκτηση. Και για τους αποκεί και για τους αποδώ.

29 Ιαν 2012

Ποντιακ(ά) ανέκδοτα μουσικά έργα

Γεννημένος στο Ντιτρόιτ, το 1932, γιος ενός Αφρικανού από το Μαλί και μιας Εβραίας από τη Νέα Υόρκη, ο Μάρβιν Τουρέ άλλαξε το επίθετό του σε Μάρβιν Πόντιακ, όνομα το οποίο στις μέρες μας έχει πάρει θρυλικές διαστάσεις. Όταν ο Μάρβιν ήταν δύο χρονώ, ο πατέρας του εγκατέλειψε αυτόν και τη μητέρα του, η οποία αργότερα εισήχθη στο ψυχιατρείο, και ο Μάρβιν πήγε να ζήσει με τον πατέρα του στο Μπαμακό του Μαλί, όπου ήρθε σε επαφή με την τοπική μουσική παράδοση.
Στα 15 του, τον ξαναβρίσκουμε στο Σικάγο, να μαθαίνει φυσαρμόνικα και για βιοποριστικούς λόγους, καθώς τα χρόνια περνάνε, να δουλεύει πότε ως βοηθός υδραυλικού και πότε ως ληστής τραπεζών. Το 1952 υπογράφει συμβόλαιο με τη δισκογραφική Ακορν και κυκλοφορεί το πρώτο του σίνγκλ Αμ Ε Ντόγκι, το οποίο σημείωνει μικρή επιτυχία στα τσαρτ της εποχής, ενώ ένα άλλο του τραγούδι, το Πανκέιξ, είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στη Νιγηρία. Οι σχέσεις του Πόντιακ με τον ιδιοκτήτη της δισκογραφικής Ακορν είναι ιδιαίτερα τεταμένες. Ο Μάρβιν αρνείται να ξαναμπεί στο στούντιο για περαιτέρω ηχογραφήσεις παρά τις πιέσεις του Νόρμαν Χέκτορ και υποχωρεί μόνο όταν ο τελευταίος δέχεται να του κουρέψει το γρασίδι του κήπου του. Μια ομίχλη καλύπτει τις δραστηριότητές του μέχρι το 1963, οπότε ο Μάρβιν Πόντιακ συλλαμβάνεται να οδηγεί γυμνός τη μοτοσικλέτα του στο Ελ Εη.
Το 1970 (ισχυρίζεται ότι) απήχθη από τους εξωγήινους και ένα χρόνο αργότερα επιστρέφει στη γενέτειρά του, το Ντιτρόιτ. Εμφανίζει ψυχικές διαταραχές και κατά διαστήματα νοσηλεύεται σε διάφορα ιδρύματα. Το 1977 παρασύρεται από ένα λεωφορείο και αφήνει στην άσφαλτο την τελευταία του πνοή στα 45 του χρόνια.
Παρότι το σύνολο του μουσικού του έργου είναι μάλλον μικρό, η επιρροή του στις μελλοντικές γενιές είναι μεγάλη. Ο ταραχώδης βίος του δημιουργεί όλων των ειδών τις φήμες γύρω από το άτομό του, με πλέον διαδεδομένη αυτή που θέλει τον Μάρβιν Πόντιακ να μην έχει υπάρξει ποτέ, να είναι στην πραγματικότητα ένα δημιούργημα του μουσικού Τζον Λιουρι, μια καλοστημένη φάρσα που έστησε ο γνωστός ηθοποιός/μουσικός/ζωγράφος περίπου στο 2000 μαζί με τα φιλαράκια του μουσικούς Ιγκι Ποπ, Ντέιβιντ Μπάουι, Λέοναρντ Κοέν, Μάικλ Στάιπ και διάφορους άλλους. Οι ίδιες φήμες επιμένουν ότι η μοναδική συλλογή που περιλαμβάνει το σύνολο των ηχογραφήσεων του Μάρβιν Πόντιακ, το «Δε λέτζεντάρι Μάρβιν Πόντιακ Γκρέητεστ Χιτς», είναι ένας δίσκος πρωτότυπου υλικού του Τζον Λιουρι. Το 2002 ο γνωστός συγγραφέας Ελμορ Λέοναρντ, με το βιβλίο του Τισομίνγκο Μπλουζ, προσπαθεί να αποκαταστήσει την αλήθεια επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη του σπουδαίου Πόντιακ. Αγνωστο παραμένει ωστόσο αν κύριος Λέοναρντ διατηρεί ή όχι φιλικές σχέσεις με τον κύριο Λιούρι. Οι έρευνες συνεχίζονται. Μέχρι τότε, μπορούμε να απολαμβάνουμε ανεπιφύλακτα τη σπουδαία μουσική του Μάρβιν Πόντιακ.