15 Οκτ 2009

Χίλια χρόνια μοναξιά

Τα ξέρω όλα, μου είπε, και η καρδιά μου άρχισε να βαράει στα 1.000 bpm. Τον έπιασα απ’ το γιακά: “Αρχίδι, εγώ όμως ξέρω τι δουλειά κάνεις”.
Κι ήταν αλήθεια. Ήξερα τι δουλειά έκανε, μόνιμος κανωτίποτας, πίσω απ’ ένα γκισέ. Στο παρελθόν είχε τύχει να με εξυπηρετήσει, τρόπος του λέγειν δηλαδή: «Τρίτος όροφος, δεύτερο γραφείο, κύριε, εκεί να απευθυνθείτε». Καθημερινά σχεδόν, την ώρα που πήγαινα στη δουλειά, τον έβλεπα να σχολάει απ’ τη δικιά του. Πάντα η ίδια μακάρια αποβλάκωση στο βλέμμα, μεσήλικας, αξουρισιά σαν βρομιά, θεόστραβα γυαλιά, τρεις γκρίζοι αγκαθωτοί θάμνοι στο κρανίο, δεξιά, αριστερά και στην κορυφή, αντί μαλλιών. Περπάτημα περίεργο, σαν σούρσιμο, σαν ερπετού, πόδια δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τον υπόλοιπο κορμό. Μύριζε ξινισμένο ιδρώτα, φτηνό αφτερσέιβ. Παντελόνια με τσαλακωμένη τσάκιση, πουκάμισα με λαχούρια.
Σερνότανε αφήνοντας θαρρείς μιαν γλίτσα πίσω του, την οποία πολλές φορές έπαιρνα από πίσω (ο καθείς με τα φετίχ του), για να τον βρω στο περίπτερο έξω απ’ την «Ίριδα», εκεί όπου με τον Paul τρώμε σουτζουκάκια στα κάρβουνα και απελαύνουμε τους κακομούτσουνους, να αγοράζει Απογευματινή και MetroSport.
Κάθε φορά που τον έβλεπα ήθελα να τον πλακώσω στα χαστούκια.
Αλλά με πρόλαβε το ερπετό, με χτύπησε με τη φιδίσια γλώσσα του κάτω απ’ τη μέση.
Τα ξέρω όλα, μου είπε, και η καρδιά μου άρχισε να βαράει στα 1.000 bpm. Τον έπιασα απ’ το γιακά: «Αρχίδι, εγώ όμως ξέρω τι δουλειά κάνεις».
«Ενας φάκελος, στο γραφείο μου, κλειδωμένος», συνέχισε απτόητος αυτός: «Αν πάθω κάτι, έχω δώσει ειδική εντολή να ανοιχτεί. Τότε αυτά που ξέρω για σένα θα τα μάθουν όλοι. Και δεν το θες καθόλου αυτό φιλαράκο».
«Δεν είμαι φίλος σου, πούστη εφοριακέ!».
«Θα γίνεις, θέλεις δεν θέλεις. Η μοναξιά, καλέ μου φίλε, είναι δύσκολο πράγμα».
«Καριόλη, θα σε σκίσω!». Ξεκίνησα με μια γροθιά στο στομάχι, Καρατζαφέρης στο κατεστημένο. Διπλώθηκε στα δύο. Τον ίσιωσα με μια γονατιά στο πρόσωπο· έσταζα ιδρώτα, έσταζε αίμα. «Εχεις αλλάξει. Δεν είσαι αυτός που ήσουν, φίλε μου», οι λέξεις βγήκαν με δυσκολία απ' τον υπόνομο που 'χε για στόμα. Τον κλώτσησα στο καλάμι και τον έριξα κάτω χτυπώντας τον με τα δύο χέρια στην πλάτη. Μεθοδικά άρχισα να τον κλωτσώ σε κάθε σημείο του κορμιού του. Ταυτόχρονα με κομμένη την ανάσα τού έδινα ένα καλό μάθημα: «Όταν ο παρατηρητής -κλωτσιά- βρίσκει το αντικείμενο παρατήρησης -κλωτσιά- αλλαγμένο, το πιθανότερο είναι -κλωτσιά- πως τις αλλαγές -κλωτσιά- έχει -κλωτσιά, κλωτσιά- υποστεί -κλωτσιά- ο παρατηρητής -κλωτσιές αλλεπάλληλες».
Τον επόμενο χειμώνα τον πέρασα στη φυλακή. Παράπονο δεν είχα. Η κάμερα παρακολούθησης μπορεί να μην άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης της ενοχής μου, ωστόσο με μετέτρεψε εν μία νυκτί σε σταρ του σινεμά, σε μια ταινία που θεωρήθηκε η πιο βίαιη όλων των εποχών, κατάλληλη για 18 άνω (βία, χρήση χυδαίας γλώσσας). Μέχρι και γκρουπ με το όνομά μου είχε δημιουργηθεί στο facebook, χάρη στο οποίο, αν μη τι άλλο, είχα πολλούς φίλους.


6 σχόλια:

Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα είπε...

Είστε ευφοριακός τύπος!

ΠανωςΚ. είπε...

Μη σου πω, Σκυλάκο μ', και τεμπέλης της εφορης κοιλάδας!

Korlakas είπε...

Ξανάρχισε το γραφειοκρατικό σπασαρχίδιασμα ή απλά είχες (τρελή) έμπνευση?

ΠανωςΚ. είπε...

Οχι, Κόρλακά μου, τίποτε απ' τα δύο (ευτυχώς). Απλώς ζω με τις αναμνήσεις και τους κρυφούς πόθους μου.

Korlakas είπε...

Η έμπνευση ήταν εμφανέστατη!Το σπασαρχίδιασμα, όντως ευτυχώς που δεν ξανάρχισε, τα νεύρα είναι ευαίσθητο είδος!

Όχι πια κρυφοί!

Μετεωρίτης είπε...

Με έκανες να θυμηθώ τον Τροπικό του Αιγόκερω με τις περιγραφές σου! Όντως, τρελή έμπνευση είχες και απόλαυσα το κείμενο με τσιγάρο και κατάμαυρο καφέ, first thing στη δουλειά!
Πολύ ζόρικος ο Μόμπις εδώ. Τους δε Ιλς τους πάω τέζες - φοβερά παιδιά! Και να σκεφτείς, τους πρωτοανακάλυψα σε soundtrack σε ταινία (μικρού μήκους) του Βέντερς!

Καλημέρα