Τού είχε ανατεθεί το
τιμητικό καθήκον να καταγράφει με κάθε
λεπτομέρεια, ανατριχιαστική ή και
βαρετή, δεν είχε σημασία, τις ζωές των
ανθρώπων. Καθισμένος στην καινούργια,
υπερ-αναπαυτική καρέκλα γραφείου
μισοκοιμόταν παρακολουθώντας στην
οθόνη τις ζωές των άλλων. Στον ύπνο του
άκουγε δυνατά κράουτ ροκ. Είχε κάποτε,
στα νιάτα του, πρωταγωνιστήσει σε μια
βιντεοκασέτα και ντρεπόταν γι' αυτό.
Δεν ήταν καν πορνό, ώστε να μπορεί να
περηφανεύεται γι' αυτό. Ηταν παραφραστής
και παραποιητής. Βαριόταν ν' ακούει και
να παρατηρεί τους άλλους. Οι σκέψεις
τους εντέλει τον απογοήτευαν. Οι ζωές
τους επίσης. Για κάθε τους λόγο, έβρισκε
ότι κατι καλύτερο θα μπορούσαν να είχαν
πει. Για κάθε τους πράξη, ότι κάτι καλύτερο
θα μπορούσαν να είχαν πράξει. Καταγράφοντας
λεπτομερώς τις ζωές όλων των ανθρώπων,
του κόσμου όλου, για να μη βαριέται, πήρε
να τις παραλλάσσει, να επινοεί πράγματα
και καταστάσεις. Να παραφράζει όσα
είπαν. Να παραποιεί τις πράξεις. Να
προσποιείται ότι ξέρει καλύτερα. Η δική
του εκδοχή των πραγμάτων ήταν πιο
ενδιαφέρουσα, πιο συναρπαστική και
απολύτως εμπορική ως προϊόν. Έστελνε
το δείγμα στον κάθε έναν ξεχωριστά, να,
φίλε, ποια θα μπορούσε να είναι η ζωή
σου, αν θες και την υπόλοιπη έτσι όπως
θα έπρεπε να είναι, χρεώνω δέκα ευρώ την
κάθε παράφραση και εικοσιπέντε την κάθε
παραποίηση. Για κάθε προσποίηση, καλάθι
και φάουλ, μια τελευταία, χαριστική
βολή, παράδοση κατ' οίκον, αποτελεσματικότητα και εχεμύθεια γκαραντί.
30 Σεπ 2014
28 Σεπ 2014
Κεφαλαιοποιώντας ένα ρεζιλίκι
Πρώτη φορά
σκίστηκε το παντελόνι του, κάθετα, στο
πίσω αριστερό μπατζάκι, από το κωλομέρι
ίσαμε την κλείδωση του γονάτου, στην
οδό Δροσοπούλου της Αθήνας, ξημερώματα,
έχοντας καταναλώσει αναρίθμητα ποτά
σε ισάριθμα μπαρ της πρωτευούσης.
Ή μπορεί να μη
σκίστηκε εκεί, αλλά σε κάποιο απ' τα μπαρ
που είχε επισκεφτεί νωρίτερα.
Αλλά δεν το είχε
καταλάβει.
Ούτε θα το
καταλάβαινε, αν δεν το έβλεπε ο φίλος
του ο Χ, που -παρότι τύφλα κι ο ίδιος-
σάστισε “ωχ τι τρύπα είναι αυτή στο
παντελόνι σου ρε;”.
Ποτέ δεν
συμπάθησε τα παντελόνια. Οντας
χοντρός, προτιμούσε τις φόρμες,
παρότι μισούσε τα σπορ και τη γυμναστική.
Αλλωστε ουδείς τραυματίστηκε μη
γυμναζόμενος, κάθε άλλο: μόνον οι αθλητές
υπέφεραν από συχνούς τραυματισμούς.
Φορούσε φόρμες. Και θα συνέχιζε να φοράει. Στο
σπίτι, στο δρόμο, στα μπαρ και στη δουλειά. Η φάση άλλαξε και άρχισε να πηγαίνει
κατά διαόλου τη μέρα που εκείνος ο
κρετίνος ο προϊστάμενός του τον ρώτησε
“μήπως είσαι αθλητής;” - “όχι, κυριε
προϊστάμενε, αθλητής εγώ; θεός φυλάξοι!”
- “τότε γιατί σε βλέπω πάντα με φόρμες;”,
στο βάθος κάποιο ραδιοφωνάκι έπαιζε
την Γκλεντόρα στην εκτέλεση του Πέρι
Κόμο και την επομενη κιόλας μέρα αγόρασε
παντελόνια, τζιν και κοτλέ, μαύρα, μπλε
και μπλουμπλάκ.
Τελευταία φορά
σκίστηκε το παντελόνι του, το ίδιο ή
κάποιο άλλο που είχε σκιστεί και στο
παρελθόν και το είχε μπαλώσει, χθες
βράδυ, κάθετα, στο πίσω αριστερό μπατζάκι,
από το κωλομέρι ίσαμε την κλείδωση του
γονάτου, στην οδό Παρασκευοπούλου της
Θεσσαλονίκης, μέσα
σ' ένα παλαιοπωλείο χαζεύοντας βινύλια
του Χάρρυ Κλυνν και της Σωτηρίας
Μπέλλου και κάνοντας χάζι το κορίτσι που διάλεγε κόμιξ ενώ το αγόρι της ο φλώρος είχε στηθεί απ' έξω από την πόρτα και της έλεγε άντε Κική βαρέθηκα και την απειλούσε ότι θα φύγει αλλά δεν έφευγε ο λελές.
Ή μπορεί και να μη σκίστηκε εκεί. Μπορεί σε κάποιαν άλλη οδό. Σε κάποιο άλλο μαγαζί, παγκάκι, πεζοδρόμιο, δρομάκι όπου χάζευε τους άλλους να ζουν και να τον προσπερνούν.
Ή μπορεί και να μη σκίστηκε εκεί. Μπορεί σε κάποιαν άλλη οδό. Σε κάποιο άλλο μαγαζί, παγκάκι, πεζοδρόμιο, δρομάκι όπου χάζευε τους άλλους να ζουν και να τον προσπερνούν.
Πάντως σίγουρα
δεν σκίστηκε σε μπαρ.
Δεν είχε επισκεφτεί
κανένα μπαρ της συμπρωτευούσης.
Ήταν παντελώς
νηφάλιος.
Νωρίτερα, στην
παραλία, ένιωσε μια κάποια δροσιά, στο
πίσω μέρος του ποδιού του, αλλά δεν θα
το καταλάβαινε, αν δεν το έβλεπε, σκασμένος
στα γέλια, ο φίλος του ο Σ.
Ντροπιασμένος πήρε ταξί και γύρισε σπίτι.
Ντροπιασμένος πήρε ταξί και γύρισε σπίτι.
Από κείνο το
πρώτο σκίσιμο μέχρι το χθεσινό το
τελευταίο ξεμέθυσε τελείως.
Δεν είχε κρετίνο
προϊστάμενο. Η Γκλεντόρα δεν ακουγόταν
πουθενά από κανέναν.
Κι η κατάσταση
είχε γαμηθεί τελείως.
ΥΓ Για τον Στ., που φεύγει.
24 Σεπ 2014
Μια βλακεία και πώς έφτασε σε αυτήν
Ήταν εθισμένος, το ήξερε καλά. Εθισμένος στο στοματικό
διάλυμα. Οταν δοκίμασε πρώτη φορά,
ξετρελάθηκε. Η εμπειρία ήταν μοναδική.
Το κάψιμο στο στόμα, πρωτόγνωρη εμπειρία.
Και η αναπνόη του μετά, που μέχρι πρότινος
βρωμούσε θάνατο, σαν κάτι να είχε ψοφήσει
και σαπίσει στο στομάχι του, πεντακάθαρη
και ευωδιαστή.
Αρχισε να κάνει γαργάρες
όλο και συχνότερα. Στην αρχή, μια-δυο
φορές την ημέρα. Μετά, σχεδόν κάθε μία
ώρα. Πολύ γρήγορα, τόσο εθιστικό ήταν
το στοματικό διάλυμα, άρχισε να κυκλοφορεί
με ένα φλασκί στοματικού διαλύματος
στην τσέπη και έκανε γαργάρα κάθε φορά
προτού μιλήσει. Ευτυχώς δεν ήταν φλύαρος
και δεν ξόδευε πολύ στοματικό διάλυμα.
Ομως, του άρεσε τόσο πολύ η καθαρή αναπνοή
του, που άρχισε να μιλά όλο και
περισσότερο. Οι φίλοι του προσέξαν την
αλλαγή στη συμπεριφορά του. Πάνο, του
είπαν, μιλάς πολύ τελευταία. Συμβαίνει
κάτι; Είσαι καλά; Οχι, το φλασκί με το
στοματικό διάλυμα και τον εθισμό του
σε αυτό δεν τα πρόσεξαν. Ηταν πολύ
απασχολημένοι με τις μπατονέτες στ'
αυτιά του. Τώρα τελευταία κυκλοφορούσε
έχοντας διαρκώς μία σε κάθε αυτί. Γιατί,
τον εθισμό στο στοματικό διάλυμα,
ακολούθησε ο εθισμός στην μπατονέτα.
Καθάριζε σχολαστικά τ' αυτιά του, έτριβε
με μανία το εσωτερικό τους, έφτανε βαθιά
μέσα, κοιτούσε με ικανοποίηση το κερί,
τον κίτρινο λεκέ πάνω στο βαμβάκι.
Καθάριζε τ' αυτιά του όλο και συχνότερα,
εγλειφε την μπατονέτα και την έχωνε στ'
αυτί του. Κανά δυο φορές, έβρεξε την
μπατονέτα με στοματικό διάλυμα, αλλά
το θεώρησε σπατάλη. Αλλά πάντα φρόντιζε
να έχει κάνει γαργάρα προτού γλείψει
την μπατονέτα και τη βάλει στ' αυτί του.
Η κατάστασή του
χειροτέρευε διαρκώς. Πήγαινε στα σπίτια
φίλων του και ζητούσε τάχαμου να πάει
να κατουρήσει, αυτή η ρημάδα η συχνουρία,
όλο μπίρες και καφές, σόρυ ρε παιδιά, κι
αρχικά χρησιμοποιούσε το στοματικό
τους διάλυμα και τις μπατονέτες τους.
Εκλεβε τις προμήθειές τους, γέμιζε τις
τσέπες του με τις μπατονέτες τους και
πλαστικά μπουκάλια του νερού με
στοματικό διάλυμα. Κάποιοι τον έδιωξαν
με τις κλωτσιές, άλλοι τον απείλησαν
ότι θα φωνάξουν την αστυνομία, οι κυνικοί
του δώσανε λίγα χρήματα και του είπαν
ουστ απ' εδώ παλιο-πρωην-βρωμιάρη, μην
ξανάρθεις απ' εδώ με καθαρό το στόμα και
τ' αυτιά, κοίτα να βρωμίσεις λίγο κι
ύστερα να 'ρθεις ξανά, κάποιοι πιο
συμπονετικοί τού μίλησαν για προγράμματα
δημιουργικής απεξάρτησης, με κάντυκρας
και φάρμβιλ.
Αυτός το χαβά του.
Σύντομα, έπεσε και στις
σταγόνες για τα μάτια. Και στ' αποσυμφορητικά
μύτης. Γαργάρα με το λίστεριν, καθαρισμός
αυτιού με την μπατονέτα, σταγόνες για
την ξηροφθαλμία, σνιφάρισμα του ρονάλ.
Μια μέρα αποφάσισε να γράψει για όλα αυτά.
Μια μέρα αποφάσισε να γράψει για όλα αυτά.
Εκανε γαργάρα για να
πει καθαρές κουβέντες.
Καθάρισε τ' αυτιά του
με την μπατονέτα για να ακούει καλύτερα
τη συνείδησή του.
Εριξε σταγόνες στα
μάτια για να δει καλύτερα την κατάστασή
του.
Σνιφάρισε και
αποσυμφορητικό μύτης, πήρε μια βαθιά ανάσα.
Και πήρε να γράφει.
Οταν τελείωσε, χαζός
δεν ήταν, το κατάλαβε, είχε γράψει μια
βλακεία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)