11 Νοε 2015

Η πρώτη μου ταινία

Η πρώτη μου ταινία θα είναι μαλακία, μια κυριολεκτικά προσωπική δημιουργία, και ανέκδοτη θα διανεμηθεί σε ντιβιντί, μετά το θάνατό μου, με την εφημερίδα Ριζοσπάστης, τη μοναδική εφημερίδα που σε λίγα χρόνια θα κυκλοφορεί ακόμη σε χαρτί και μαζί με την ταινία θα μοιραστούν τα ανέκδοτα ποιήματά μου καθώς και τα ανέκδοτα τραγούδια με εκείνο το συγκρότημα που παίζαμε παρέα, μαζί με ένα λεύκωμα με τα ανέκδοτά μου σέλφι, όλα αυτά που δεν πόσταρα στο ίνσταγκραμ ποτέ, τέλος πάντων θα είναι μια κασετίνα με το όνομά μου γραμμένο με χρυσά γράμματα, το όνομά μου το πραγματικό, όχι αυτό εδώ το ηλίθιο, η οποία θα τα περιέχει όλα, ταινία, μουσικές, ποιήματα και σέλφι, όλα ανέκδοτα, περισσότερο με την έννοια του αστείου παρά του ακυκλοφόρητου, άλλωστε κι ο Κούντερας ένα αστείο έγραψε και τον πήραν σοβαρά και πήγαν και τον εξέδωσαν οι μαλάκες.
Η πρώτη μου ταινία θα έχει ως εξής: Ενας τύπος με μια κάμερα στραμμένη προς τους θεατές, σιωπή στο κοινό και σκοτάδι, το μόνο που ακούγεται είναι ένας βήχας, όχι μόνον ένας, αλλά δυο και τρεις και τέσσερις, γκουχ απ' εδώ, γκουχ γκουχ απ' εκεί, όλοι βήχουν, βήχες όλων των ειδών και των αποχρώσεων, των εντάσεων και των ντεσιμπέλ, σποραδικοί και επαναλαμβανόμενοι, αυξομειώμενοι σε ένταση, ενοχλητικοί, γαϊδουρόβηχες και διακριτικοί, πνιχτά βηχαλάκια, ο δημιουργός αφουγκράζεται τον θεατή ως ασθενή, οι θεατές είναι είτε κρυωμένοι είτε ερωτευμένοι είτε και τα δύο, πάντως είναι βαριά άρρωστοι, και ο τύπος με την κάμερα συνεχίζει να τραβάει και οι θεατές αρχίζουν να υποψιάζονται ότι αυτός ο τύπος στο πανί τούς κοροϊδεύει και τους απαθανατίζει να βήχουν και να είναι ερωτευμένοι, εντέλει σταματάει να τραβά με την κάμερα, τα μαζεύει και φεύγει και στην οθόνη βλέπουμε μια αίθουσα προβολής όπου μαζεύεται κόσμος για να δει την ταινία που τόση ώρα γύριζε ο τύπος με την κάμερα κι όλοι περιμένουν να δουν τους βήχοντες εαυτούς τους, στην ταινία όμως τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ, κόσμος μπαίνει σιγά-σιγά, η αίθουσα γεμίζει ασφυκτικά, οι συνηθισμένοι ήχοι πριν από την έναρξη, δεν ξεχωρίζεις κουβέντες, μόνον μια οχλοβοή, όλοι πειρμένουν την έναρξη της ταινίας μα αυτή δεν ξεκινά, καθυστερεί, η ώρα περνά, το κοινό παίρνει χαμπάρι ότι κάτι δεν πάει καλά, το κοινό αδημονεί, το κοινό αγανακτεί, το κοινό φωνάζει χασάπη γράμματα, το κοινό φωνάζει αίσχος τα λεφτά μας πίσω, κάποιοι αποχωρούν, κάποιοι φωνασκούν, κάποιοι σπάζουν τα καθίσματα και τα πετούν στην οθόνη φωνάζοντας Τούμπα Ιράν Καμπότζη Σινεμά, απ' τον εξώστη πετάνε στην πλατεία ροχάλες και ποπ κορν, καφέδες και κορνέδες, κάποιοι το διασκεδάζουν, κάποιοι απαθανατίζουν με τα κινητά τους το πρωτοφανές γεγονός ώστε αργότερα τα πλάνα τους να μπουν στην ειδική director's crap έκδοση, κάποιοι κάνουν αυτό που είχαν σκοπό να κάνουν ούτως ή άλλως: ρίχνουν γλωσσόφιλα στα πίσω καθίσματα και δοθείσης ευκαιρίας αυτοί που απαθανατίζουν το πρωτοφανές γεγονός απαθανατίζουν και τα ζευγαράκια που φασώνονται στα πίσω καθίσματα, άραγε είναι κάποιο απ' τα ζευγάρια αυτά παρόνομο ή έστω κάποιος απ' αυτούς ημισελεμπριτι και μήπως μπορεί να γίνει κάνας εκβιασμός και τέλος πάντων με τα πολλά σκάνε μύτη οι μπάτσοι και τα ΜΑΤ, σκανε μπάφοι, κρότου λάμψης, δακρυγόνα, η αίθουσα αδειάζει, άδοξο τέλος, the end, fin.  

Τουλάχιστον δεν θα 'μαι εδώ να σας βλέπω να τη βλέπετε τη μαλακία. 

 

7 Νοε 2015

Τι γυρεύω εγώ μες στο πηγάδι των άλλων;

Τα γεγονότα είναι (εκτός από ξεροκέφαλα) πολυχρηστικά, πολυλειτουργικά, ας πούμε ένα γεγονός πολιτιστικό μπορεί (ή έχει καταντήσει) να είναι κοσμικό, μια αφορμή για λεζάντα, πασαρέλα ή πηγαδάκι, ή και τα τρία, ένας χώρος και χρόνος όπου θα βρεθείς για να σε δουν ή για να τους δεις, ή και και τα δύο, και μη ρωτάς πώς και γιατί βρέθηκα ο μονόχνωτος σ' ένα τέτοιο πολυδιάστατο συμβάν, επιθυμώντας ωστόσο ούτε να με δουν ούτε να τους δω, αλλά απλώς μια ταινία να δω, γι' αυτό αν τυχόν με εντοπίσεις σε καμιά πανοραμική φωτογραφία της βραδιάς, θα με δεις σε όλες να έχω το χέρι μπροστά στη μούρη μου, σαν να θέλω να κρυφτώ, σαν να ντρεπόμουν σχεδόν που βρισκόμουν εκεί, και μη νομίζεις, ήταν ένα γενονός μικρομέγαλο, δηλαδή ένα γεγονός με πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, διόλου περίεργο δηλαδή που το παρών έδωσε και ο επικεφαλής του Ποταμιού, μπροστά μου λοιπόν ένας δημοσιογράφος της ΕΡΤ3, δίπλα του ένας πάλαι ποτέ δημοφιλής μπλόγκερ που πλέον βιοπορίζεται γράφοντας σε ένα δημοφιλές ηλεκτρονικό περιοδικό, δίπλα του ένας δημοσιογράφος, συγγραφέας, ευρωβουλευτής και δεν ξέρω τι άλλη ιδιότητα φέρει ακόμη, πίσω μου ένας μάλλον συνταξιούχος δημοσιογράφος που γκρίνιαζε για την ενδεχόμενη ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων και τις ενδεχόμενες περικοπές στη σύνταξή του, δίπλα του μια δημοσιογράφος και πρώην βουλευτίνα, εξ αριστερών μου ένας του ΔΟΛ κι εκ δεξιών μου ένας εξ Αθηνών της ΕΡΤ, αυτοί οι δύο κάπου είχαν γνωριστεί στο παρελθόν, σε κάποιο πάρτυ όπου ο ένας απ' τους δύο εκτελούσε χρέη ντιτζέη, και πιάσανε την κουβεντούλα με μένα ανάμεσα, αγνοώντας με, σκύβοντας μάλιστα ο ένας προς το μέρος του άλλου, δηλαδή σκύβοντας από πάνω μου, σαν να μην υπήρχα, λες κι η θέση ήταν κενή, πάλι καλά να λες που δεν μου φορτώσανε και τα μπουφάν τους, πώς είναι η κατάσταση σε σας, να ρωτάει ο ένας, έτσι κι έτσι να απαντάει ο άλλος, σε σας; και σε μας έτσι κι έτσι, και δώστου μετά να υπολογίζουν το ποσοστό μείωσης μισθού που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια και πού θα πάει αυτή η κατάσταση και τέτοια πράγματα, κι εγώ αφενός να σκέφτομαι μήπως να παραχωρήσω τη θέση μου σε έναν από τους δύο ώστε να συνεχίσουν απρόσκοπτα την κουβέντα τους, ωστόσο αν άλλαζα θέση το οπτικό μου πεδίο σε σχέση με αυτό που πραγματικά ήθελα να δω, την ταινία, θα περιοριζόταν σημαντικά, και αφετέρου να προσπαθώ αλλά να μην μπορώ, στριμωγμένος καθώς ήμουν, ούτε το κινητό μου να ανοίξω για να συνεχίσω να στέλνω μηνύματα στην καλή μου του τύπου “γιουπιγιάγια”, “απαλεψιά”, “κουλτούρα, μαστούρα, σεπουλτούρα”, “αργούμε”, “θα έτρωγα μια μπριζολίτσα τώρα”, κι εντέλει λίγο πριν σβήσουνε τα φώτα βρέθηκα να σκέφτομαι πως όλους αυτούς τους ξέρω, μερικούς μάλιστα κι από την καλή και από την ανάποδη, αλλα δεν με ξέρουν αυτοί, όπως πριν από χρόνια, τότε που συμπλήρωνα περίπου δέκα χρόνια στην ίδια δουλειά και ήρθε μια επί δεκαετία συναδέλφισσα και με ρώτησε “συγγνώμη, εσείς εδώ δουλεύετε;”, και τι είναι προτιμότερο τελικά; να μη σε ξέρει κανείς και να μην ξέρεις κανέναν, να τους ξέρεις και να σε ξέρουν ή να τους ξέρεις και να μη σε ξέρουν;

Ξεράδια.
(Τα γράφω και ψευδώνυμα όλα αυτά, σαν δεν ντρέπομαι ο ανώνυμος, που δεν θα με ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μου αν είχαμε).

Παρεμπιπτόντως, η ταινία Βικτόρια, ο λόγος για τον οποίο βρεθήκαμε εκεί, ήταν καλή. Βέβαια αρκετοί δεν την είδαν, γιατί αφού σβήσανε τα φώτα φύγανε να πιούνε εκείνο το ποτό που τόση ώρα σχεδιάζανε. 


τα πρόσωπα και τα γεγονότα της ιστορίας είναι παντελώς φανταστικά, κυριολεκτικά ή μεταφορικά. 

2 Νοε 2015

Κουλουβάχατο

Κάπου έχω ένα βιβλίο του Πιερ Πάολο Παζολίνι, τα παιδιά της ζωής, που μια φορά το πρότεινα στον φίλο μου τον Βασίλη και μου είπε μετά ότι το βρήκε πολύ πετυχημένη πρόταση και μπράβο μου, δεν το περίμενε από μένα, είχα αρχίσει επιτέλους να αποκτώ λίγο καλό γούστο, κάτι που ελπίζει με τον καιρό να μου συμβεί και σε ό,τι αφορά τη μουσική και τον κινηματογραφο.
Στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου, καταπώς το συνήθιζα επί πολλά χρόνια, αλλά όχι πια, είχα σημειώσει την ημερομηνία αγοράς και μια φράση, ενδεικτική της περιόδου, ώστε χρόνια μετά τα βιβλία μου να αποτελούν ενα είδος προσωπικού ημερολογίου. Η ημερομηνία ήταν 19.01.2002 και η φράση «οι χειμώνες θα σφυρίζουν το τραγούδι που σε αρέσει», στίχος τραγουδιού από ένα γκρουπάκι που έπαιζα τότε.
Λίγο καιρό πριν, με τα παιδιά από το συγκρότημα, είχαμε παρακολουθήσει, σε μια αξέχαστη ειδική προβολή στο Ολύμπιον, τις 120 μέρες στα Σόδομα του Παζολίνι. Είχαμε εξέλθει αποσβολωμένοι κι οι περισσότεροι ενθουσιασμένοι.
Μοιάζει περίεργο που θυμάμαι κάτι τέτοιες λεπτομέρειες αλλά δεν θυμάμαι τι άλλο συνέβαινε τότε, όχι στη ζωή μου, αλλά στην κοινωνία γενικά.
Παρά τη σημερινή τους παρακμή και ανυποληψία, οι εφημερίδες παραμένουν ένα καλό συλλογικό ημερολόγιο: μια ματιά στο κιόσκι του ιντζιάρ μού θυμίζει ότι τον Γενάρη του 2002 οι τηλεφωνικοί αριθμοί γίνανε δεκαψήφιοι, ότι η 17 Νοεμβρη κυριαρχούσε στην επικαιρότητα, ότι ο Μίμης Ανδρουλάκης σκεφτότανε να φτιάξει νέο κόμμα, ο Κώστας Σημίτης πολιτικοποιούσε τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές και ο Κώστας Καραμανλής έκανε ντου σε δημόσιο νοσοκομείο και βρήκε αχούρια αντί για σουίτες. Τουλάχιστον τρεις εφημερίδες είχαν διαφημιστική καταχώρηση για τις εμφανίσεις του Γιάννη Πλούταρχου στο Ποσειδώνιο ενώ σχεδόν άπασες είχαν διαφημιστική καταχώρηση για το τζακπότ 300 χιλιάδων ευρώ στο Λόττο. Προσλήψεις σε Λιμενικό και Διόδια ενώ κάτι συμβασιούχοι πάλευαν για τη μονιμοποιησή τους στο δημόσιο, το δε Αιγαίο, σύμφωνα με τον πατριωτικό Τύπο, γινόνταν αντικείμενο παζαρέματος και η εκκλησία του Σατανά είχε έρθει και στην Ελλάδα χρησιμοποιώντας ως κάλυψη γνωστές επιχειρήσεις. 
Αυτά στις 19 του Γενάρη 2002, τότε που αγόρασα ένα βιβλίο του Παζολίνι, ο οποίος δολοφονήθηκε σαν σήμερα, 2 του Νοέμβρη το 1975, κι εγώ σε λίγα χρόνια από τώρα θα έχω να θυμάμαι πως στις 2 του Νοέμβρη του 2015, στην τεσσαροκοστή επέτειο από τη δολοφονία του, ξύπνησα ανόρεχτος με μια διάχυτη ανησυχία ότι κάτι κακό θα συμβεί και πάνω απ' όλα με μια αίσθηση ανημποριάς, παραίτησης και ήττας, την ίδια που είχα και τις πολλές προηγούμενες μέρες.