5 Δεκ 2014

Βλακ νουάρ

Είναι απ' αυτά τα πράγματα που όταν συμβαίνουν σε κάναν γραφιά, στο άψε σβήσε γράφει μια ιστορία, παρότι το όλο συμβάν δεν κράτησε πάνω απ' ένα λεπτό, κι η αλήθεια είναι ότι, από τότε που συνέβη, το σκέφτομαι διαρκώς και δεν ξέρω τι να κάνω με αυτό.
«Ε, αφού, αγόρι μου, είσαι μαλάκας», μου είπε ένας φίλος όταν του αφηγήθηκα το περιστατικό. «Εννοείται ότι έπρεπε να τη συνοδέψεις μέχρι το ξενοδοχείο της». Δεν τη συνόδεψα. Ηταν βραδάκι και ψιλόβρεχε, κατηφόριζα προς το κέντρο της πόλης έχοντας στις τσέπες μου φρούδες μανταρίνι και φλούδες ελπίδες ότι τα αστεία μου θα αρέσαν σε κάποιαν, όταν την είδα να στέκεται σαν χαμένη και να κοιτά τριγύρω, αναμαλλιασμένη, σέρνοντας ένα βαλιτσάκι απ' αυτά με τα ροδάκια, που τόσο μισώ εξαιτίας του δυσανάλογου σε σχέση με το μέγεθος και τη σημασία τους θορύβου που κάνουνε. «Συγγνώμη, συγγνώμη κύριε», μου είπε, και την κοίταξα, αναμαλλιασμένη, το 'παμε, βαλίτσα με ροδάκια, το 'παμε, λίγο σαν χαμένη, το 'παμε, με κάμποση αγωνία στο βλέμμα, δεν το είπαμε, βλέμμα ωραιότατο, οφείλουμε να το πούμε, χείλη κατακόκκινα, στραβοβαλμένο κραγιόν, στραβό και το χαμόγελο, αλλά κάπως γοητευτικό, η κοπέλα γυάλιζε στο μισοσκότεινο δρόμο, αλλά όχι με την καλή την έννοια, γυάλιζε το πρόσωπό της, θες από ιδρώτα, θες από λιπαρότητα, θες από το ψιλόβροχο που έπεφτε, «μήπως ξέρετε κάποιο ξενοδοχείο εδώ κοντά, αλλά αν είναι δυνατόν όχι σαν κι αυτό», κι εδειξε με το χέρι της ένα ξενοδοχείο πίσω της, μάλλον κακόφημο, δεν ξέρω γιατί το χαρακτηρίζω κακόφημο, δεν είχα ακούσει ποτέ να λένε κάτι γι' αυτό, αλλά έτσι είθισται σε αυτές τις ιστορίες, ένα ξενοδοχείο, σε ένα κακοφωτισμένο στενάκι, με φώτα νέον, μπλε και κόκινα και λίγο ροζ, να θεωρείται κακόφημο -άρα για να μην είναι κακόφημο θα πρέπει να έχει φώτα γέρον άλλων χρωματισμών;- και τέλος πάντων, κατόπιν ωρίμου σκέψεως της ξεκαθάρισα ότι γνωρίζω δύο ξενοδοχεία ούτε από τα πολύ φτηνά αλλά ούτε και από τα πολύ ακριβά, ωστόσο μάλλον αξιοπρεπή, τόσους και τόσους θιασώτες του θρησκευτικού τουρισμού είχα δει να καταλύουν σε αυτά, όπως και ομάδες του μπασκετμπόλ από τις μικρές που έρχονται από την Αθήνα, καθώς και πενθήμερες εκδρομές λυκείου από την επαρχία, που κανέναν εξ αυτών δεν είχα δει ποτέ στο ξενοδοχείο από το οποίο είχε, άραγε, αποδράσει η αγωνιούσα σαν χαμένη κοπέλα, και τέλος πάντων της έδειξα το δρόμο, διακόσια μέτρα και μετά δεξιά, το ένα απέναντι από το άλλο, δεν ενθυμούμαι τα ονόματά τους δυστυχώς, δεν έχει σημασία, με χιλιοευχαρίστησε η κοπέλα και πήρε την ανακούφισή της, τη γυαλάδα του προσώπου της καθώς και το βαλιτσάκι της με τα ροδάκια και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι κι έμεινα ν' αναρωτιέμαι αν έκανα καλά, αν θα την ξαναδώ ποτέ, αν θα βρει το δρόμο της, κυρίως αυτό, φαντάζεσαι να μην κατάλαβε καλά τις οδηγίες μου και να χαθεί, μικρό και απροστάτευτο κορίτσι σε κακοφωτισμένους δρόμους υπό βροχή, ίσως έπρεπε να την έχω συνοδεύσει για λόγους ασφαλείας, και κάπου εκεί μ' είπε μαλάκα ο φίλος, όταν του είπα την ιστορία, χωρίς φυσικά τόσες φιοριτούρες και χωρίς τα κρύα αστεία, και δεν ήξερα πια πώς να επανορθώσω και πήρα να σκέφτομαι τι μπορεί να της είχε συμβεί, ποια να είναι η δική της εκδοχή της ιστορίας, που τη φαντάστηκα κάπως έτσι, ότι για λόγους που δεν θέλει να διευκρινίσει δημοσίως δραπέτευσε από το άθλιο δωμάτιο του κακόφημου ξενοδοχείου με τα βρώμικα σεντόνια, την μπουκάλα το ουίσκι σχεδόν άδεια δίπλα στον ημιλιπόθυμο τύπο, το περίστροφο γεμάτο στο κομοδίνο με τη τη λιγδιασμένη Αγία Γραφή και έτρεξε σαν την τρελή, κοιτάζοντας συνεχώς προς τα πίσω, στο ημίφως του διαδρόμου ενώ από τα γύρω δωμάτια ακούγονταν βογγητά, τριξίματα του σομιέ και κωλοσκάμπιλα, διέφυγε της προσοχής του μισοκοιμισμένου γηραλέου ρεσεψιονίστα και βρέθηκε, αχτένιστη, κακοβαμμένη, ιδρωμένη μες στη βροχή, να μην ξέρει πού να πάει, έχοντας όμως στο βαλιτσάκι με τα ροδάκια πολλές δεσμίδες χαρτονομίσματα, κι έπρεπε γρήγορα να πάει κάπου αλλού να τα κρύψει και κρυφτεί και πήγε και ρώτησε τον πρώτο τυχόντα, έναν χοντρούλη μεσήλικα με αρχές φαλάκρας και γυαλιά που άκουγε Νάσιοναλ στ' ακουστικά, αλλά αυτό φυσικά ούτε το ήξερε ούτε την ένοιαζε, και που την κοίταζε λίγο σαν ξερολούκουμο και της έδωσε οδηγίες για ένα άλλο ξενοδοχείο, και τέλος πάντων, όλα καλα, έχει ακόμη τη βαλίτσα με τα λεφτά και δεν έχει ιδέα ότι την ψάχνω. Εγώ κι οι παλιοί της φίλοι οι μαφιόζοι. Συμφωνήσαμε: εγώ θα πάρω το κορίτσι, κι αυτοί τα λεφτά.
Εντάξει, αυτή είναι η εύκολη λύση, ο αρχικός μου σκοπός ήταν να το γράψω αλλιώς το περιστατικό, να την αναζητώ διαρκώς, με σκοπό αμιγώς ρομαντικό, να την ξαναβρίσκω ανέλπιστα, κι η μέρα να είναι σαν της μαρμότας, να επαναλαμβάνεται δηλαδή η ιστορία, αλλά ούτε ως φάρσα ούτε ως τραγωδία, μάλλον ως γυμνασιακή κωμωδία, να προσφέρομαι εντέλει να τη συνοδεύσω και να με απορρίπτει. Και τσατισμένος να τη ρουφιανεύω στους μαφιόζους.

4 Δεκ 2014

Μάλλον


Ενα από τα πράγματα που μ' ενοχλούν και μου προκαλούν αμηχανία και δεν με αφήνουν να κοιμηθώ τη νύχτα, ακόμη κι όταν έχω χώσει τη μύτη μου μέσα στα βιβλία, είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που έρχεται καταπάνω μου με συγκρατημένο μεν, έκδηλο δε ενθουσιασμό κι ένα χαμόγελο ως τ' αυτιά, που πεταρίζουν χαρωπά, καθώς στις άκρες των χειλιών του λιμνάζει σάλιο ενώ απ' τη μύτη του τρέχει ποτάμι η μύξα κι απ' τους κροτάφους του δυο παραπόταμοι ιδρώτα, και μου σφίγγει το χέρι με τα δυο δικά του κουνώντας τα πάνω κάτω και ταυτόχρονα με έγνοια και συγκίνηση, με δυο βούρκους στις άκρες των ματιών του, ρωτάει να μάθει «τι γίνεται; καλά; όλα καλά;» τονίζοντας με νόημα το «όλα» και θαρρώ δεν θα ικανοποιηθεί άμα δεν του πω απνευστί απερισκεπτί «όλακαλαδοξατωθεω», θαρρείς και ξέρω για τι πράγμα μιλάω, θαρρείς και ξέρει για τι πράγμα ρωτάει, κι όταν εντέλει αφήνει το δικό μου ελεύθερο για να δεσμεύσει κάποιο άλλο, βρίσκω μες στο χέρι μου ένα κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες, χειροπιαστή απόδειξη πως υπάρχει ο άνθρωπος αυτός με τις λίμνες σάλιου στις άκρες των χειλιών, τους βάλτους δακρύων στα μάτια, τους παραπόταμους ιδρώτα στους κροτάφους και τα ποτάμια μύξας στα ρουθούνια, κι ας μην ξέρω ποιος είναι, κι ας μην έχω βρει ακόμη ούτε μια πόρτα κλειστή με το μαγικό κλειδί μου ν' ανοίξω. Το χειρότερο είναι πως ο άνθρωπος αυτός μάλλον μού μοιάζει.


3 Δεκ 2014

Αφήστε τα πτώματα να μαυρίζουν στον ήλιο*

Ο ήλιος του ΠΑΣΟΚ έριχνε άπλυτο το φως του καίγοντας με τον νεοδημοκρατικό πυρσό απ' άκρη σ' άκρη ολόκληρη τη χώρα, μια καμμένη γη, ένα ερημικό τοπίο, στην άλλοτε πολυσύχναστη αγορά κείτονταν χιλιάδες κορμιά, κουφάρια πρώην δούλων που οι δεσπότες απέλυσαν. Μόνον τ' αρπακτικά όρνεα (λες αυτό να είναι πλεονασμός σε εποχή λιτότητας;) κάνανε βόλτες πάνω απ' τα ψοφίμια κι αντάλασσαν σκόρπιες κουβέντες μεταξύ τους, του τύπου «ξέρεις από ΕΣΠΑ;», «δεν κινείται τίποτα», «ψόφια τα πράγματα», «νέκρα ρε πούστη μου», και «άκου να δεις ρε τι μού 'τυχε τις προάλλες, τι μου 'πε το ψοφίμι, δεν θέλει λέει να πέσει στα νύχια μου για λίγα λεφτά, δεν αξίζει τον κόπο, δεν καταδέχεται, ακούς εκεί ρε το θρασύμι το ψοφήμι, μου το 'πε και κουλτουριάρικα ρε, κάτσε να δεις πώς: 'αφήστε τα πτώματα να μαυρίζουν στον ήλιο', κι έκανε ηλιοθεραπεία ρε, διαβάζοντας και βιβλίο, ο πεινασμένος ρε, άκου να δεις, λιαζότανε κι έστριβε τσιγάρο», και τ' άλλο όρνεο είπε στο πρώτο που μιλούσε «εσύ φταις, που δεν πρόσεξες, και δεν άφησες το πτώμα να αποσυντεθεί για τα καλά, μόνο βιάστηκες να το εκμεταλλευτείς όσο είχε λίγη ζωή μέσα του ακόμα, όσο είχε ακόμη λίπος», γιατί πάνω απ' όλα αυτό έκαιγε τα όρνεα κι αυτό αναρωτιούνταν μεταξύ τους «βλέπεις μήπως κάνα καλο ψοφίμι; κάναν άνεργο, που να 'χει μεγάλη ανάγκη;» και σαν τον εντοπίζανε, δεν περιμέναν καν το σύνθημα, χιμούσαν μανιασμένα, ποιο θα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, «πτωχούλη άνεργε, μοιάζεις με πτώμα, πεθαίνεις απ' την πείνα, (μας) έχεις ανάγκη, εμείς θα σε σώσουμε, όρνεα σπλαχνικά, θα σε κατασπαράξουμε και θα σου δώσουμε κάτι λίγα λεφτά, όχι πολλά, αλλά και τα λίγα είναι οπωσδήποτε καλύτερα απ' τα καθόλου που δεν έχεις, θα σε ξεζουμίσουμε κι άμα διψάσεις θα σου δώσουμε να πιεις απολύτως δωρεάν λίγο απ' το ζουμί σου, κι άμα πεινάσεις, θα σου προσφέρουμε λίγες απ' τις σάρκες σου που θα τις κατασπαράζουμε, μην είσαι πλεονέχτης, αλλάξαν οι καιροί, τι περιμένεις; δουλίτσα μόνο να υπάρχει».

ΥΓ. Ο τίτλος κλεμμένος, φυσικά, απ' αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα.

(κι ένα ωραίο άσμα)