11 Νοε 2014

Life in instagram

(Κάποιοι -μάλλον ορθά- λένε ότι δεν έχει κανένα νόημα η ανάρτηση φωτογραφιών στα σόσιαλ μίντια των άστεγων που κοιμούνται στους δρόμους, στα παγκάκια, στις εισόδους των πολυκατοικιών και -ορθώς- κράζουν όσους απαθανατίζουν την ανθρώπινη δυστυχία επιδεικνύοντας μια αμφισβητούμενη κοινωνική ευαισθησία με πραγματικό στόχο ένα-δυο λάικ παραπάνω. Πόσα τα λάικ άραγε όσων βγάζουν σέλφις με τους άστεγους; Ναι, υπάρχει τέτοιο πράγμα, πριν από λίγο το είδα).
Πολύ πρωί: κάποιοι ακόμα κοιμούνται ή τώρα ξυπνούν κάτω από τα δένδρα, ξαπλωμένοι κατάχαμα, Νοέμβρη μήνα, στην πλατεία Δικαστηρίων, μέσα σε υπνόσακους, τυλιγμένοι με χαρτόνια και λινάτσες. Δεν είναι σωστό να τους φωτογραφίσεις. Τράβα κάτι άλλο. Πιθανή ίνσταγκραμ φωτογραφία (ψιλοσκοτεινή, με έντονο κοντραστ και μελαγχολικές αποχρώσεις): η άδεια, υγρή πλατεία Δικαστηρίων, λίγα περιστέρια, κουτσουλιές, σύννεφα, ουρανός. Στις κεντρικές οδούς, πολλά κλειστά καταστήματα λόγω της κρίσης, άδειες σκονισμένες βιτρίνες, χρήσιμες μόνο γι' αυτούς που ξυπνούν εκεί το πρωί πίσω από ένα διαχωριστικό χαρτόνι κρυμμένοι από τα αδιάκριτα βλέμματα των χίπστερ και τα ρεύματα του αέρα. Δεν είναι σωστό να τους φωτογραφίσεις. Τράβα κάτι άλλο. Πιθανή ίνσταγκραμ φωτογραφία (με απαλούς τόνους αφαιρώντας θερμότητα και κορεσμό): τα κλαδιά των δένδρων στο άνω της Εγνατίας κομμάτι της Συγγρού, ένα κομμάτι ουρανού στην Τσιμισκή, η έρημη πλατεία Αριστοτέλους, πιο πέρα η ομίχλη του Θερμαϊκού. Πρωί: Ουρές έξω από τις ακόμη κλειστές τράπεζες οι συνταξιούχοι. Πιθανή ίνσταγκραμ φωτογραφία (ασπρόμαυρη): συνταξιούχες, κοτσονάτες τραγιάσκες να μαλώνουν για τα πολιτικά ή μια ροζιασμένη παλάμη να κραδαίνει το μπαστούνι. Ολη μέρα: Ουρές έξω από τα προποτζίδικα οι συνταξιούχοι, οι εργάτες, οι άνεργοι, η θεία μου, η μάνα σου, ο γιατρός σου, ο ηλεκτρολόγος μου, ένα ζευγάρι με μεταπτυχιακά που πρώτη φορά έπαιζε τζόκερ και θεωρούσε δεδομένο ότι λόγω σπουδών δικαιούνταν παραπάνω από την πλέμπα να κερδίσει το τζακπότ. Πιθανή ίνσταγκραμ φωτογραφία (πολύχρωμη και φωτεινή): Σέλφι με το δελτίο τζόκερ και το χαμόγελο που γεννά η προσμονή της νίκης. Απόγευμα: Ενας άντρας σωριάζεται στο πεζοδρόμιο, γωνία Αγ.Δημητρίου με Αγ.Σοφίας, ο φίλος του, χρήστης κι αυτός, να τον κοιτά, οι μπάτσοι από το παραδίπλα ΑΤ Ανω Πόλης τρέχουν, στέκονται από πάνω του, κάτι του λένε, κάτι απαντάει ο φίλος του, γόνατα λυγισμένα, έτοιμος για κατάρρευση κι αυτός, ευτυχώς κουνιέται ο πεσμένος, έρχεται ασθενοφόρο, δεν περιμένω άλλο, θα κρυώσουν τα σουβλάκια. Πιθανή ίνσταγκραμ φωτογραφία (άφιλτρη): τα σουβλάκια από του Κώστα, Αγίου Δημητρίου τόσο, με hastag #foodporn.

6 Νοε 2014

Μικρό γιατί πονούν τα πόδια μου (πόνος του ποδογράφου)

Ειδα μια κοπέλα θλιμμένη, περπατούσε σκυφτή, απλωμένο το χέρι κρατούσε αόρατο λουρί περασμένο στο λαιμό ενός δραπέτη σκύλου, που τον είδα έξω από κακόφημο μπαρ στην πέρα γωνία χωρίς λουρί στον λαιμό να αποχαιρετά το κορίτσι με το βλέμμα κόκκινο κι υγρό, ίσως από τον καπνό των τσιγάρων σε δημόσια υπηρεσία όπου τα αντικαταθλιπτικά είχανε στήσει γιορτή, στην πασαρέλα σικάτες αρρώστιες, κυρίες περιωπής δοκιμάζανε ρούχα σε τιμές χονδρικής, στα καμαρίνια παράστασης ζωής απογευματινης λαϊκής δεκτά και κουπόνια της εργατικής εστίας.

1 Νοε 2014

δεν έχει σημασία


Ηταν κάποιος που μια μέρα απροσδόκητα σκόνταψε πάνω σε κάτι πολύ σημαντικό. Ηθελε να το βάλει στην τσέπη του, μα δεν μπορούσε, αυτό που βρήκε δεν ήταν δικό του, κανένα (σημαντικό) πράγμα δεν ανήκει πραγματικά σε κάποιον, παρά μόνον εκεί που το ίδιο επιθυμεί ή και σε όλη την ανθρωπότητα, άσε που αυτό το σημαντικό πράγμα ήταν τόσο μεγάλο από άποψη σπουδαιότητας που δεν χωρούσε στην τσέπη του, ήταν κάτι που ξεπερνούσε την ανθρώπινη λογική και τη δική του παράνοια, ωστόσο στάθηκε απροσδόκητα και αδικαιολόγητα τυχερός και κατάφερε να πάρει ένα τόσο δα μικρό κομματάκι αυτού του πολύ σημαντικού πράγματος, απειροελάχιστο αλλά τόσο πολύτιμο για τον ίδιο, το έβαλε στην τσέπη του και το κουβαλούσε κάθε μέρα όπου κι αν πήγαινε, μόνο που ανησυχούσε μην το χάσει και κάθε τρεις και λίγο έβαζε το χέρι στην τσέπη του και κοίταζε αν το μικρό κομματάκι του πολύ σημαντικού πράγματος ήταν ακόμη εκεί μέσα και κάποιες φορές, επειδή δεν ήταν σίγουρος αν αυτό που άγγιζε ήταν το σημαντικό πράγμα ή κάτι άλλο, ψίχουλο από μπισκότα ή το περιτύλιγμα κάποιας καραμέλας, το έβγαζε από την τσέπη του για να το δει με τα ίδια του τα μάτια και να καθησυχάσει τους φόβους του, και κάθε φορά με την κίνησή του αυτή, βάλε-βγάλε το χέρι στην τσέπη, φοβόταν εκ νέου ότι θα του πέσει και θα χαθεί το απειρολάχιστο κομμάτι του τόσο σημαντικού και πολύτιμου για τον ίδιο πράγματος, και ξαναέβαζε το χέρι στην τσέπη για να ελέγξει και το ξαναέβγαζε το πολύτιμο αυτό αντικειμενάκι και το κοίταζε στον ήλιο προσεχτικά, να δει μήπως είχε σημειωθεί καμιά φθορά, και έτσι συνέχιζε, σε έναν φαύλο κύκλο, φοβούμενος διαρκώς την απώλεια του πολύ σημαντικού πράγματος που του είχε τύχει, και ξεχνούσε μέσα στο φόβο του να το χαρεί το ρημάδι. Θα μπορούσε να το λέγανε ζωή ή και κάπως αλλιώς, δεν έχει σημασία.