Τον
ξύπνησε η σκέψη ότι όσοι αναβάλλουν
οτιδήποτε για την επόμενη μέρα είναι
πολύ αισιόδοξοι άνθρωποι, έψαξε το
μπουκάλι με τη μία σταγόνα αλκοόλ που
σε όλες τις ταινίες βρίσκεται πεταμένο
κάπου κοντά σε αυτόν που ξυπνάει, μα δεν
το βρήκε πουθενά, γέμισε ένα ποτήρι
μουσική, αλλά δεν ξεδίψασε, κοίταξε
προϊόντα που δεν θα αγοράσει ποτέ σε
ηλεκτρονικές βιτρίνες που δεν θα σπάσει
ποτέ, άκουσε ρέντιοχεντ σε ριμίξ
απορροφητήρα πάνω από την κατσαρόλα
που άχνιζε, κάπου στον πάτο μια γυναίκα
φώναζε “δεν έχω τηλεόραση, δεν έχω
τηλεόραση”, βλαστήμησε τους ενθουσιώδεις,
καταράστηκε τους αισιόδοξους, φθόνησε
τους ευτυχείς, έγραψε κάμποσα
αποχαιρετιστήρια γράμματα, μα δεν είχε σε
κανέναν να τα στείλει, κανά δυο απολογίες,
μα δεν είχε διαπράξει κανένα έγκλημα,
μια επιστολή παραίτησης, μα δεν είχε
πού να την υποβάλει, ένα σημείωμα αυτοκτονίας, μα δεν είχε ζωή για να τη
χάσει, τ' απομνημονεύματά του, μα δεν
είχε τίποτε αξιομνημόνευτο να γράψει,
βαρέθηκε, ούτε τελεία δεν έβαλε, σηκώθηκε,
έκατσε, ξανασηκώθηκε, περπάτησε λίγο,
κοίταξε από το παράθυρο έξω, κοίταξε
τους τοίχους, το ταβάνι, ξάπλωσε, κοιμήθηκε,
είδε όνειρα ξύπνησε, ε αυτα, βαρέθηκε
κι αυτός κι εγώ κι εσύ
3 Σεπ 2014
Οταν ο κόσμος μίκρυνε απότομα*
Εμπαινε, έβγαινε
κόσμος. Μπαινόβγανε δηλαδή. Κάποιον ψάχνανε. Οχι έναν,
πολλούς. Κάποιους δηλαδή. Εμοιαζε με προσκλητήριο. Κι η
ερώτηση για τους αδικαιολογήτως απόντες πάντα κάπως
μακάβρια: “Καιρό έχω να δω τον Γιώργη,
μήπως πνίγηκε;” - “Ρε πού είναι ο
Γρηγόρης, λες να χάθηκε;” - “Κι ο Σάκης
πριν δυο μέρες είπε πως πάει μια βόλτα
και δεν ξαναφάνηκε, μήπως τον χτύπησε
κάνα αυτοκίνητο;”.
Πες τους όπως
θες. Γέρους. Ηλικιωμένους. Σεβάσμιους
γέροντες. Νέστορες. Απόμαχους. Ραμολιμέντα,
ομολόγους του κυρίου Νίκου Δήμου χωρίς στήλη στο πρόταγκον αλλά με κάθισμα στο μπαρμπέρικο της γειτονιάς.
Στην ανοιχτή τηλεόραση, ένα σίλβερ αλέρτ. Σιωπή ξαφνικά. Ολοι γυρίσαν να κοιτάξουν. Μπορεί να 'ναι κάνας γνωστός, κάνας απ' αυτούς που λείπουν.
Κι άλλος χάθηκε, είπε ένας απ' το βάθος.
Στην ανοιχτή τηλεόραση, ένα σίλβερ αλέρτ. Σιωπή ξαφνικά. Ολοι γυρίσαν να κοιτάξουν. Μπορεί να 'ναι κάνας γνωστός, κάνας απ' αυτούς που λείπουν.
Κι άλλος χάθηκε, είπε ένας απ' το βάθος.
Γιατί χάνονται
οι άνθρωποι ρε Μπάμπη; τον ρώτησε ο
διπλανός του.
Αμα έχεις
Αλτζχάιμερ, χάνεσαι.
Κι αυτό το
Αλτχάιμερ, πώς το παθαίνεις;
(το σκέφτεται
λίγο, αναστενάζει) Απ' τα σεκλέτια.
Σεκλέτια, πάει να πει βάσανα.
Κι αυτά τα
σεκλέτια που λες τα παθαίνεις απ' την
καρδιά, απ' το μυαλό, απ' τα λεφτά, από
κάτι άλλο;
Απ' το μυαλό. Και
μας ψεκάζει αυτός ο πούστης ο Ομπάμα.
Δεν ξέρω πού πάνε αυτοί που χάνονται. Πώς μπορείς να χαθείς σε μια τόσο μικρή πόλη; Μίκρυνε πολύ, τελειώσαν οι δρόμοι της κι οι άνθρωποί της. Χιλιοπαιγμένο σίριαλ σε θερινή επανάληψη το μεσημέρι μετά από δελτίο χωρίς αθλητικές ειδήσεις.
Αν είσαι σαν κι
εμένα, στροφάρεις περίεργα καμιά φορά.
Γίνεσαι, φαίνεσαι, νιώθεις, παρανοϊκός.
Εβριζα τους μπάτσους, από μέσα μου, αλλά
πολύ δυνατά. Αμέσως μετά χτύπησε το
τηλέφωνο. Αγνωστος αριθμός. Δεν το
σήκωσα. Σίγουρα θα ήταν απ' το τμήμα.
Έτρεξα σπίτι να
κρυφτώ.
Χτύπησε η πόρτα.
Οι μπατσοι;
Ρώτησα:
Ποιος είναι;
Ευτυχώς.
Ανακούφιση.
Ρώτησα:
Ποιος είναι;
Ευτυχώς.
Ανακούφιση.
Κάνανε λάθος
διαμέρισμα.
Θέλανε την απο
πάνω.
Της είχανε φέρει,
λέει, τον πάγο.
Τρεις του
Σεπτέμβρη σήμερα, λες να γιορτάζει τα
γενέθλια του ΠΑΣΟΚ;
* Ο τίτλος αντιγραφή από τον τίτλο του πολύ ωραίου μυθιστορήματος του Κώστα Κοντοδήμου "Οταν ο κόσμος λιγόστεψε απότομα".
1 Σεπ 2014
Κοιμήσης
Τις νύχτες, στον
ύπνο του, το μυαλό του τρέχει με χίλια.
Τις νύχτες, στον ύπνο του, το μυαλό του
προετοιμάζεται να τρέξει μαραθώνιο.
Τις νύχτες, στον ύπνο του, το μυαλό του
χτίζει κορμί, ένα κομρί ξένο, που δεν
είν' δικό του. Κάνει κάμψεις, κοιλιακούς,
ραχιαίους, βάρη, αερόμπικ. Νύχτα ακόμη,
πριν αυτός ξυπνήσει, το μυαλό του κάνει
γρήγορα ντους, ντύνεται βιαστικά αλλά
με άψογο κουστούμι και πάει στη δουλειά.
Εργάζεται συστηματικά, αποτελεσματικά,
παραγωγικά. Συμμετέχει σε συσκέψεις.
Γοητεύει τους πελάτες. Παίρνει μπόνους
απ' τα αφεντικά. Ακόμη δεν πήρε να χαράζει,
και το μυαλό του, περιζήτητο γκόλντεν
μπόη, φεύγει απ' το γραφείο, παίρνει λίγη
δουλειά για το σπίτι, μπαίνει στο μπαρ,
βρίσκει φίλους και τα λένε, γέλια
βροντερά, πετυχημένα, αυτοϊκανοποιημένα,
αργότερα βρίσκει ή τον βρίσκει μια
γκόμενα, δεν λεν αλλά κάνουν πολλά, κι
αργότερα, πολύ αργά πια, λίγο πριν το
σώμα του ξυπνήσει, το μυαλό, μόνο στο
σπίτι, με ενα ποτήρι πεπαλαιωμένο ουίσκι
δουλεύει μέχρι αργά. Κι όταν αυτός
ξυπνάει το πρωί, το μυαλό του αποκαμωμένο
πέφτει και κοιμάται.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)