2 Σεπ 2007

Το μετέωρο βήμα της Βούλας Πατουλίδου


Είδα μία Βούλα να πέφτει αλλά δεν πρόλαβα να κάνω ευχή:

Κοίτα να δεις Γιώργο μου, εγώ για να κάτσω να χάσω από τον Πανίκα, αφήνω στρατό, καριέρα, λεφτά, ένσημα, ασφάλιση. Ε, πρέπει κι εσύ κάπως να μου το ανταποδώσεις. Μια εκλόγιμη θέση, Γιώργο μου στο Επικρατείας, είναι ό,τι πρέπει για μια σημαίνουσα προσωπικότητα σαν τη Βούλα την Πατουλίδου.


Είδα και μια Φώφη να πέφτει, αλλά δεν ξέρω αν πρόλαβε να το ευχηθεί η Βούλα, ώστε να ανέβει από την πέμπτη και αβέβαιη θέση στο επικρατείας στην τέταρτη και εκλόγιμη.

Ολοι για τον Πανίκα δουλεύουν: Μην παραιτείσαι Βούλα μου. Μείνε απλη νομαρχιακή σύμβουλος, στο δικό μου το πλευρό.

Μουσική σε 549 λέξεις

Στην καταπακτή χτυπά ο συναγερμός. Ο Ντέσμοντ Obladioblada ξυπνά και πληκτρολογεί τους αριθμούς για να σώσει για μια φορά ακόμη τον κόσμο. Σωτηρία με ηχητική επένδυση το Make your own kind of music της Mama Cass.

Το 1996 στο παραμυθένιο νησί γράφω την πρώτη μου θεματική κασέτα από τις πολλές που ακολούθησαν. Τιτλοφορείται Sing a sad song. Κάθε τραγούδι περιέχει στον τίτλο τη λέξη sad, εκτός από ένα, που μπήκε τσόντα, το Follow blind των Wipers. Αναπάντεχα, αυτή η κασέτα άρεσε τόσο στην Κ. που λίγα χρόνια αργότερα προσπάθησε να μου την κατασχέσει. Έκτοτε την ακολουθώ όπου και αν πάει, για να μη την χάσω (την κασέτα).


Σπουδάζω ιστορία και το παίζω αναρχικός. Εύλογα, ενδιαφέρομαι για τον ισπανικό εμφύλιο και τον αναρχικό Ντουρούτι. Τους Durutti Column μάλλον τους εκτίμησα περισσότερο για την επιλογή του ονόματός τους παρά για τη μουσική τους.


Όταν είσαι νέος, πέρα από την πολιτική, γνωρίζεις και ερωτικές απογοητεύσεις. Τρως τις χυλόπιτες με το τσουβάλι, παχαίνεις αναπόφευκτα και στεναχωριέσαι. Όμως μην ανησυχείς, για σένα τραγουδούν οι Boo Radleys στο Wishing I was skinny.


Άλλη μια κασέτα, πάνω στην αλλαγή της χιλιετηρίδας, σταλμένη από το Μάντσεστερ. Going out in Manchester τιτλοφορείται. Ανάμεσα στις βρετανικές επιτυχίες της εποχής, άλλη μια αναπάντεχη τσόντα: το English rain των Wake.


Σαββατιάτικη εξόρμηση γυμνασιοπαίδων στη Θεολογική και στην πλατεία Χημείου του ΑΠΘ, Θυμάστε που πουλάγανε κασέτες στους πάγκους; Εγκληματικότητα όμως από τότε και επιτακτική ανάγκη αστυνόμευσης του campus. Μάλιστα κυρ Μπάτσε μου. Να φανταστείτε είχα δεχθεί επίθεση μέρα μεσημέρι από έναν μπασμένο που μου ζητούσε τα λεφτά απειλώντας με μ' ένα ανύπαρκτο μαχαίρι. Νομίζω πως τον τραυμάτισα ψυχολογικά όταν δεν του έδωσα καμία απολύτως σημασία και προχώρησα στην αγορά της συλλογής New Rock Messiahs με ανερχόμενα ονόματα των 90's, grunge ως επί το πλείστον. Το grunge το ξέχασα, όχι όμως και τους Blue Airplanes με το world view blue.


Πίσω στο παραμυθένιο νησί, ο Χ., νυν γκαραζιέρης, τότε οπαδός του NWOBHM και των Warlord, φέρνει ενθουσιασμένος μια κασέτα με ένα φοβερό συγκρότημα. Είναι οι Feelies με το Crazy Rhythyms και η αρχή του τέλους μιας πελώριας metal δισκοθήκης.


Στη Θεσσαλονίκη η Lazy Dog Records, αντίθετα με το όνομά της, δουλεύει πυρετωδώς επανακυκλοφορώντας χαμένα διαμαντάκια των 80'ς. Zounds, Mecano, Astronauts. Ακούω στο ραδιόφωνο το Protest Song των τελευταίων και νιώθω τυχερός που είχα προλάβει να πατήσω rec. στο κασετόφωνο.


Λόγω της ενδελεχούς ενασχόλησής μας με τα μαθήματα του πανεπιστημίου, είχαμε παραμελήσει το σώμα μας κι έτσι προμηθευτήκαμε ένα playstation. Στα διαλείμματα του Iss Pro Evolution Soccer, βλέπαμε το "Εμείς οι Βλάχοι όπου λάχει” και γελούσαμε, την “Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας” του Μπουνιουέλ και γοητευόμασταν, τους “Ηλίθιους” του Τρίερ και μαλώναμε, το “Μπλακάουτ” του Καραμαγγιώλη και δερνόμασταν. Άγνωστο πώς, πέσαμε πάνω στη διαφήμιση γνωστού αποσμητικού. Το αποσμητικό καλό ήταν. Ακόμη καλύτερο ήταν το συνοδευτικό τραγούδι. Δεν ξέραμε ούτε τον τίτλο, ούτε τον καλλιτέχνη, και το Ίντερνετ δεν το είχαμε ανακαλύψει ακόμη. Η ερευνά μας εξαπλώθηκε στα σουπερμάρκετ, ρωτώντας τις κοπέλες στο ταμείο ποιοι λένε αυτήν την κομματάρα αλλά περιέργως καμία δεν γνώριζε να μας πει (ήθελα να ξέρω, με τι προσόντα τις παίρνουν σε αυτή τη δουλειά;). Πολλά μπουκάλια αποσμητικού αργότερα, έρχεται δώρο από τη Θεσσαλονίκη ένα από τα πρώτα αντιγραμμένα μου σιντί, με τραγούδια διάφορων καλλιτεχνών. Μαζί ήρθε και η γνώση: Motorpsycho, Stalemate.


Και ύστερα ήρθε το Ίντερνετ και τα κατέστρεψε όλα, ευτυχώς.

1 Σεπ 2007

Αυτοί που καπνίζουν έξω από τα νοσοκομεία

Ιπποκράτειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Μέσα, έξω, πάνω, κάτω. Εξω κόσμος που καπνίζει και περιμένει. Μέσα κόσμος που θέλει να καπνίσει και περιμένει. Δίπλα στο ασανσέρ, τοιχοκολλημένη μια ανακοίνωση συνδικαλιστών. Συνάδελφοι-συναδέλφισσες, αίσχος, αναφωνεί. Δεν διαβάζω παρακάτω, δεν χρειάζεται. Γνωρίζω από τις εφημερίδες τα προβλήματα έλλειψης προσωπικού. Δεν βγαίνουν τα ρεπό και οι άδειες, στις εφημερίες γίνεται το έλα να δεις. Κόσμος περιμένει στο ασανσέρ. Οι ξύπνιοι χρησιμοποιούν αυτό που προορίζεται για τα φορεία. Οι πάσχοντες από αγχώδη κοινωνική διαταραχή και από κοινωνικοπνευματικό ελιτισμό πάνε από τις σκάλες στον πέμπτο όροφο. Τα ράντζα, πού είναι τα ράντζα; Όχι κυρία γιατρίνα μου, δεν είμαι εγώ ο ασθενής, επισκέπτης είμαι, μη με βλέπετε που δεν μπορώ να πάρω ανάσα, οι σκάλες και ο ελιτισμός μου φταίνε. Γιατί ο ιδρώτας είναι αλμυρός; Στο θάλαμο γυναίκες που βογκάνε, που κοιμούνται, που κοιτούν το ταβάνι και περιμένουν. Ετοιμάζουν μια ηλικιωμένη για το χειρουργείο. Ογκος, μου ψιθυρίζουν. "Οι συνοδοί έξω". Εξω, ό,τι πείτε εσείς. Ωρα για τσιγάρο. Κατέβα πέντε ορόφους. Αυτοί που καπνίζουν έξω από τα νοσοκομεία, στον αυλόγυρο, άλλοι βιαστικοί, γρήγορες, μεγάλες, βαθιές ρουφηξιές, άλλοι αραχτοί στα πεζούλια, έχουν συνηθίσει στην αναμονή. Παντού φραπεδοπλαστικά και αποτσίγαρα. Μέσα πάλι. Είπαμε, οι συνωστισμοί στα ασανσέρ δεν είναι για την ελίτ. Σκάλες. Πρώτος όροφος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, τέταρτος, πέμπτος, σκατά, πού είναι η πτέρυγά μου, πού είναι οι σέξι νοσοκόμες. Μαλάκα Πάνο, έχασες το μέτρημα, λάθος όροφος. Χάνομαι στους διαδρόμους. Πραγματικά άφαντες οι σέξι νοσοκόμες. Κόσμος πάει κι έρχεται φορτωμένος λουλούδια. Παραδίπλα είναι η μαιευτική. Μπαμπάδες με κάτι μικροσκοπικά μωρά στην αγκαλιά, νεογέννητα, να τα δώσουν για θηλασμό στις μάνες. Ομορφιά. Τρελαμένοι, φρεσκοι πατεράδες. Ενας πελώριος τύπος -καζάχος, ουκρανός, ρωσοπόντιος, ελληνοπόντιος, τι σημασία έχει- κάνει σα μικρό παιδί από τη χαρά του. Από το διπλανό κρεβάτι η συνοδός μιας νεαρής κοπέλας, τσιγγάνας, που βογκά από τον πόνο, γυρνάει και μου λέει με νόημα: "Γέμισε ο τόπος ξένους. Δεν θα μείνουμε έλληνες στην Ελλάδα». Ξαφνικά σαν να μου στέρησε τον αέρα. Σιγά μην καταδεχτώ να δω τον κόσμο από τα μάτια της. Δεν τη βρίζω, δεν της λέω καν τη δική μου διαφορετική άποψη, όπως δεν το έκανα και με τον βλάκα τον 25αρη ταξιτζή που με έκανε για σαραντάρη από τα μουσια και έβγαζε γούστα με τα κλαρίνα στη διαπασών. «Ελλάς ελλήνων χριστιανών" κραύγασε. Οταν τον κοίταξα στραβά, μαζεύτηκε "όπως το πάρει κανείς δηλαδή". Πέντε ορόφους κάτω, έξω, με αυτούς που καπνίζουν έξω από τα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία τη νύχτα αλλάζουν. Γίνονται απειλητικά, σαν να παραμονεύουν σκιές στο μισόφωτο. Συνοδοί κάποιου ασθενούς λαγοκοιμούνται στις πλαστικές καρέκλες στους διαδρόμους. Αλλοι πιάνουν ψιλή κουβέντα, «εσείς τι έχετε, εμείς έχουμε την τάδε αρρώστια, οι γιατροί είναι έτσι, οι νοσοκόμες αλλιώς, τι να πει κανείς, ρουφιάνοι γιατροί, δεν είναι κατάσταση αυτή, μωρέ περαστικό να είναι, δεν υπάρχει κράτος, φταίμε κι εμείς που…». Εκτακτο περιστατικό, ένας τσιγγάνος στο φορείο, αναίσθητος, και πίσω του μια κουστωδία δικών του ανθρώπων που κλαίνε, μοιρολογούν, κάνουν απίστευτο σαματά. Έπεσε σε κώμα, λέει. ενας θεός ξέρει από τι. Οι υπεύθυνοι παίρνουν τον αναίσθητο, την κουστωδία την πετάνε έξω. Εχουν αναστατώσει τους υπόλοιπους ασθενείς. Αργα το μεσημέρι, σήμερα, φεύγοντας επιτέλους, τους βρίσκω σε μια γωνία στο προαύλιο, ακόμα περισσότερους, να μοιρολογούν ασταμάτητα. Ρωτώ. Ακόμη σε κώμα, μαθαίνω. Παραπέρα στην καφετέρια του νοσοκομείου νικοτίνη και καφές. Κάποιοι ενοχλημένοι από το μοιρολόι, άλλοι κάνουν ότι δεν ακούν, άλλοι περίεργοι μα δεν καταδέχονται να ρωτήσουν. Στην επιστροφή ο ταξιτζής άκουγε στο Ράδιο Θεσσαλονίκη τη βαρυσήμαντη συνέντευξη Παπαθεμελή. Στο τέλος τον γαμοσταύρισα για τα ψιλά που ούτε εγώ είχα, ούτε κι αυτός, αλλά δεν ένιωσα καλύτερα. Λες να το πάρει ο ΠΑΟΚ το διπλό στην Ξάνθη;

νοσοκομεία, στον αυλόγυρο, άλλοι βιαστικοί, γρήγορες, μεγάλες, βαθιές ρουφηξιές, άλλοι αραχτοί στα πεζούλια, έχουν συνηθίσει στην αναμονή. Παντού φραπεδοπλαστικά και αποτσίγαρα. Μέσα πάλι. Είπαμε, οι συνωστισμοί στα ασανσέρ δεν είναι για την ελίτ. Σκάλες. Πρώτος όροφος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, τέταρτος, πέμπτος, σκατά, πού είναι η πτέρυγά μου, πού είναι οι σέξι νοσοκόμες. Μαλάκα Πάνο, έχασες το μέτρημα, λάθος όροφος. Χάνομαι στους διαδρόμους. Πραγματικά άφαντες οι σέξι νοσοκόμες. Κόσμος πάει κι έρχεται φορτωμένος λουλούδια. Παραδίπλα είναι η μαιευτική. Μπαμπάδες με κάτι μικροσκοπικά μωρά στην αγκαλιά, νεογέννητα, να τα δώσουν για θηλασμό στις μάνες. Ομορφιά. Τρελαμένοι, φρεσκοι πατεράδες. Ενας πελώριος τύπος -καζάχος, ουκρανός, ρωσοπόντιος, ελληνοπόντιος, τι σημασία έχει- κάνει σα μικρό παιδί από τη χαρά του. Από το διπλανό κρεβάτι η συνοδός μιας νεαρής κοπέλας, τσιγγάνας, που βογκά από τον πόνο, γυρνάει και μου λέει με νόημα: "Γέμισε ο τόπος ξένους. Δεν θα μείνουμε έλληνες στην Ελλάδα». Ξαφνικά σαν να μου στέρησε τον αέρα. Σιγά μην καταδεχτώ να δω τον κόσμο από τα μάτια της. Δεν τη βρίζω, δεν της λέω καν τη δική μου διαφορετική άποψη, όπως δεν το έκανα και με τον βλάκα τον 25αρη ταξιτζή που με έκανε για σαραντάρη από τα μουσια και έβγαζε γούστα με τα κλαρίνα στη διαπασών. «Ελλάς ελλήνων χριστιανών" κραύγασε. Οταν τον κοίταξα στραβά, μαζεύτηκε "όπως το πάρει κανείς δηλαδή". Πέντε ορόφους κάτω, έξω, με αυτούς που καπνίζουν έξω από τα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία τη νύχτα αλλάζουν. Γίνονται απειλητικά, σαν να παραμονεύουν σκιές στο μισόφωτο. Συνοδοί κάποιου ασθενούς λαγοκοιμούνται στις πλαστικές καρέκλες στους διαδρόμους. Αλλοι πιάνουν ψιλή κουβέντα, «εσείς τι έχετε, εμείς έχουμε την τάδε αρρώστια, οι γιατροί είναι έτσι, οι νοσοκόμες αλλιώς, τι να πει κανείς, ρουφιάνοι γιατροί, δεν είναι κατάσταση αυτή, μωρέ περαστικό να είναι, δεν υπάρχει κράτος, φταίμε κι εμείς που…». Εκτακτο περιστατικό, ένας τσιγγάνος στο φορείο, αναίσθητος, και πίσω του μια κουστωδία δικών του ανθρώπων που κλαίνε, μοιρολογούν, κάνουν απίστευτο σαματά. Έπεσε σε κώμα, λέει. ενας θεός ξέρει από τι. Οι υπεύθυνοι παίρνουν τον αναίσθητο, την κουστωδία την πετάνε έξω. Εχουν αναστατώσει του υπόλοιπους ασθενείς. Αργα το μεσημέρι, σήμερα, φεύγοντας επιτέλους, τους βρίσκω σε μια γωνία στο προαύλιο, ακόμα περισσότερους, να μοιρολογούν ασταμάτητα. Ρωτώ. Ακόμη σε κώμα, μαθαίνω. Παραπέρα στην καφετέρια του νοσοκομείου νικοτίνη και καφές. Κάποιοι ενοχλημένοι από το μοιρολόι, άλλοι κάνουν ότι δεν ακούν, άλλοι περίεργοι μα δεν καταδέχονται να ρωτήσουν. Στην επιστροφή ο ταξιτζής άκουγε στο Ράδιο Θεσσαλονίκη τη βαρυσήμαντη συνέντευξη Παπαθεμελή. Στο τέλος τον γαμοσταύρισα για τα ψιλά που ούτε εγώ είχα, ούτε κι αυτός, αλλά δεν ένιωσα καλύτερα. Λες να το πάρει ο ΠΑΟΚ το διπλό στην Ξάνθη;

Καλύτερα πάντως, αντί να διαβάζατε ολόκληρη την από πάνω μαλακία, να κάμνατε κλικ για να βλέπατε μια ζωντανη εκτέλεση του υπέροχου Smokers outside hospital doors των Editors...