Εχεις προσέξει πως, όταν θες να ρωτήσεις "τι κάνεις;" και "πήγες;", αν πληκτρολογήσεις λάθος και πατήσεις λάμδα αντί τόνου, καταλήγεις να γράφεις τι κλανεις και πληγες;
30 Δεκ 2013
28 Δεκ 2013
Στον γάμο του ποιητή
Τελικά και οι ποιητές παντρεύονται. Κι ανάμεσα στα μπουκάλια, μια συλλογη του Καρούζου κι άλλη μια μιας ποιήτριας το ονομα της οποίας δεν θα αποκαλύψω. Σουβλάκια κι η Αρζεντίνα του Μπακιρτζή στην αθήνα, πέρα δώθε στην πλατεία αμερικής, και φανζιν για το ελληνικό χαρντκόρ. Οι αντοχές μας, τα χαμογελά μας, τα γλέντια μας προκαλούν αμηχανία στην εξουσία και στους λακέδες διανοουμενους που μη βρίσκοντας άλλη εξήγηση για τις αντοχές, τα χαμόγελα, τα γλέντια μας, σπεύδουν να ανακοινώσουν το ξεπέρασμα της κρίσης, το τέλος αυτης. Μήπως τελικά να τους κάνουμε τη χάρη, να λυγίσουμε, να τους δείξουμε πόσο απελπισμένοι είμαστε; θα το κάνουμε κι αυτό - κι οι μάσκες μας που θα πέφτουνε θα σκάνε σαν μπόμπες. Θα είμαστε όλοι τρομοκράτες.
27 Δεκ 2013
Υγρή Αθήνα η γκρι Αθήνα
Ένα (ποστ) στα γρήγορα και στα όρθια από το κινητό στον σταθμό λαρίσης
Η φωνή από το πίσω κάθισμα του τρένου εκνευριστική, όχι λόγω ηχοχρώματος, αλλά λόγω του απαιτητικού, κακομαθημένου ύφους. Μιλούσε στο κινητό. Με κοφτές, απότομες εκφράσεις. Μια χάρη από κάποιον ζητούσε. Κάτι είχε η ίδια κάνει λάθος σε κάποια αίτησή της για αυτές τις θέσεις κοινωφελούς εργασίας του οαεδ κι έστελνε κακήν κακώς και άρον άρον έναν κακομοίρη να το διορθώσει. Ατιμη κρίση, ρουφιάνα ανεργία, μας βγάζεις τον χειρότερό μας ευατό. Τρέχα νικο, δεν έχουμε χρόνο. Με ακούς; δεν με ακούς; αυτός να τρέχει να την εξυπηρετήσει κι αυτή στα διαλείμματα της συνομιλίας να τον βρίζει, άχρηστε, καθυστερημένε, δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Να πέφτει κάθε τρεις και λίγο η τηλεφωνική γραμμή και να γκρινιάζει η φωνή αν είναι δυνατόν. Πάντως εγώ άτομο που δεν γνωρίζει ότι δεν έχουν σήμα τα κινητά πάνω σε κινούμενα τρένα δεν θα προσλάμβανα αν ήμουν αφεντικό. (Βεβαίως και μένα κανένα αφεντικό δεν με θέλει εσχάτως). Εντέλει ούτε ευχαριστώ δεν του είπε του ανθρώπου, μόνο ενα "να δεις που μαντάρα θα τα κάνει".
Ηθελα να τη δω. Να βάλω πρόσωπο στη φωνή.
Ειχα αρχίσει να τη φαντασιώνομαι. Κουκλάρα, θεογκόμενα, αυταρχική. Επρεπε να σηκωθώ και ταχαμου τυχαία να ρίξω μια ματιά, να επιβεβαιώσω ή να διαψεύσω τη φαντασίωση. Διπλα μου, ενας πιο τεράστιος από μένα εξηντάρης κοιμόταν μακαρίως. Αδύνατον να τον ξεκουνήσω, το εμπόδιό του να υπερπηδήσω. Εντέλει σίγησε η φωνή, ξεθώριασε κι η φαντασίωση. Δεν γύρισα να την κοιτάξω ποτέ. Τώρα το μετανιώνω.