Πάνω στο άδειο γραφείο μια στίβα με βιβλία, που κάποιος συνάδελφος προσφέρει για μια δωρεά που ετοιμάζουμε ως σύλλογος εργαζομένων. Κάθομαι και τα χαζεύω, ωραίο λογοτεχνικό γούστο: Δυο τρεις Κορνήλιοι Καστοριάδηδες, ο καλός στρατιώτης Σβέικ, ένας Μονταλμπάν που δεν έχω (και μου τρέχουνε τα σάλια, αλλά είπαμε: βιβλία κλέβουμε μόνο απ' τα βιβλιοπωλεία), ενας Κουμανταρέας, δυο τρία ιστορικά θρίλερ. Χαζεύω βιβλία σημαίνει νιώθω όμορφα. Αλλά τη σήμερον ημέρα δεν νοείται να νιώθει κανείς όμορφα, ούτε για μια στιγμή. Δυο συνάδερφοι/ισσες χαζεύουν κι αυτοί τα βιβλία και τα δύστυχα αυτιά μου δεν έχουν πιστόλια να τους/τις πυροβολήσουν μετά απ' αυτές τις ατάκες:
α) Για να δούμε τι διαβάζει ο *******. Καλέ τι είναι αυτά; Ανάθεμα κι αν ξέρω έστω κι ένα!
β) Εμ πού να τα ξέρεις; Αφού είναι όλα κομμουνιστικά...
Σας παρακαλώ, επειδή δεν θέλω να ξαναγίνω ελιτιστής, φέρτε μου μια γκιλοτίνα τώρα!
α) Για να δούμε τι διαβάζει ο *******. Καλέ τι είναι αυτά; Ανάθεμα κι αν ξέρω έστω κι ένα!
β) Εμ πού να τα ξέρεις; Αφού είναι όλα κομμουνιστικά...
Σας παρακαλώ, επειδή δεν θέλω να ξαναγίνω ελιτιστής, φέρτε μου μια γκιλοτίνα τώρα!