11 Ιαν 2008

Οταν η ζωή αντιγράφει τη λογοτεχνία

Ο Ζαν Μαρσώ, ο επονομαζόμενος Βέλγος -ένας ζητιάνος γύρω στα εξήντα, ανθρωπάκι του θεού σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες-, είχε βρεθεί νεκρός σε μια κατάληψη στο Ωμπερβιλιέ. Είκοσι πέντε πλευρά σπασμένα. Άγριος ξυλοδαρμός. Χτυπήματα, στραγγαλισμός, εσωτερική αιμορραγία. Η αστυνομία είχε συλλάβει ένα ζευγάρι. Τη Ρίτα και τον Ιγνάσιο, δυo περιθωριακούς τύπους, που για να πάρουν μπρος έπρεπε να πιουν δυo λίτρα κρασί την ημέρα. «Ναι», είχαν ομολογήσει, «είχαν πάρει μέρος στον ξυλοδαρμό. Αλλά ο Μουστάκιας ήταν αυτός που τον είχε σκοτώσει, τον Βέλγο. Για να του βουτήξει τη σύνταξή του. Ο Βέλγος μόλις την είχε πάρει, και φαίνεται πως ήταν παχυλή, τουλάχιστον έτσι κοκορευόταν μπροστά σε όλους».

Τέτοια πράγματα συνέβαιναν πολύ συχνά. Άπαξ κι έμενες στο δρόμο, έχανες κάθε σημείο αναφοράς, κάθε ηθικό φραγμό. Η άποψη περί αλληλεγγύης μεταξύ απόκληρων είναι αφελής. Ο Ρικό, όπως και πολλοί άλλοι, το έμαθε γρήγορα αυτό. Στο δρόμο, ο καθένας είναι για τον εαυτό του. Ο ξυλοδαρμός μπορεί να προκύψει για οποιονδήποτε λόγο: για έναν υπνόσακο, ένα νυχοκόπτη, μια τσατσάρα, ένα μπουκάλι κρασί, ένα πακέτο τσιγάρα, ακόμα και ανοιγμένο... Και για τα φράγκα, ειδικά τη μέρα που έπεφτε το επίδομα απορίας. Πόσες φορές τον είχαν σπάσει στο ξύλο, τον Ρικό, από τότε που είχε βγει στο κουρμπέτι; Δεν θυμόταν πια. Η τελευταία φορά ήταν στο Μπυτ-Σωμόν, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα. Κοιμόταν σ' ένα παγκάκι και αισθάνθηκε κάτι χέρια επάνω του. Δυο τύποι, νεαροί, έψαχναν στις τσέπες και στο σώβρακό του. Αντέδρασε, κι οι μάγκες άρχισαν να τον χτυπούν. Του πήραν ό,τι είχε και δεν είχε.


Το απόσπασμα από το αριστούργημα του Ζαν Κλοντ Ιζζό "Ο ήλιος των μελλοθανάτων" (εκδ. Πόλις) με αφορμή αυτήν εδώ την είδηση

Περισσότερα για το βιβλίο κλικ εδώ για να πάτε στο Ριζοσπάστη, από όπου πήρα το εξώφυλλο. Η παραπομπή στο "Ρ" γίνεται, εκτός του ότι πρέπει να αναφέρω την πηγή της φωτογραφίας, για το φοβερό σχόλιο στην κριτική του βιβλίου, ότι "περιγράφει τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο αυτών των δυστυχισμένων μέσα από σωστή πολιτική οπτική γωνία". Διότι πάνω από όλα μην ξεχνάμε ότι ο κνίτης χωρίς γραμμή όχι μόνο δεν γαμεί, ούτε βιβλίο δεν ανοίγει...

Μετά το "Πάρτυ των Στρουμφ"

Από τις αρχές του 1992 κατοστάρικο-κατοστάρικο (αυτό που μου δίνανε οι γονείς για τη σχολική τυρόπιτα) μάζευα τα απαιτούμενα χρήματα για τον Μεγάλο μου Σκοπό. Για κάποιον -σήμερα ανεξήγητο- λόγο, θεωρούσα ότι ο Σκοπός μου θα συναντούσε τη γονική αντίθεση και δεν απεκάλυπτα τίποτε σε κανέναν. Άλλωστε το γεγονός ότι στερούμουν τη σχολική τυρόπιτα συνέβαλε στο να διατηρούμαι σε πολύ καλή σωματική κατάσταση (στιλάκι –είναι οδυνηρό να θυμάσαι ότι κάποτε ήσουν τόσο αδύνατος που στη γειτονιά σε φωνάζαν πιγκουίνο και οι γείτονες αναρωτιόνταν αν το ταΐζει κανείς αυτό το παιδί, οι ίδιοι άνθρωποι βέβαια όταν με συναντάνε σήμερα, εφόσον με αναγνωρίσουν κάτω από τα στρώματα του λίπους αναρωτιούνται από μέσα τους, και το βλέπω στα μάτια τους, κληρονομικό χάρισμα, «μα πώς κατήντησε έτσι αυτό το παιδί;»).

Καμιά φορά πεινούσα και ζήλευα τον Κωστάκη, τον Γιαννάκη, τον Νικολάκη, όταν τρώγανε τη σχολική τυρόπιτά τους. Ωστόσο ο Σκοπός αγιάζει τα μέσα, έλεγα, κι ας μην ήμουν κνίτης.

Το βράδυ πριν από το μοιραίο Σάββατο κατέστρωσα προσεχτικά τις κινήσεις μου. Μητέρα και πατέρας στη δουλειά μέχρι το μεσημέρι, Μεγάλος Αδερφός κάποια στιγμή θα πάει για καφέ, και θα επιστρέψει το μεσημέρι. Εδωσα στον ευατό μου τρεις ώρες πάνω κάτω για την επίτευξη του Σκοπού.

Ξημέρωσε η 29η του Φλεβάρη, 1992. Οταν ήρθε η ώρα για τον Μεγαλοαδερφικό καφέ, ντύθηκα και έβαλα τα κατοστάρικα στην τσέπη μου. Περίμενα δέκα λεπτά, να σιγουρευτώ ότι και το τελευταίο εμπόδιο για την επίτευξη του Σκοπού μου είχε απομακρυνθεί αρκετά. Εβαλα τη στολή παραλλαγής κι έκανα έρπιγκ μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Μέσα στο 34 έκανα κάλυψη-απόκρυψη πίσω από μια εφημερίδα. Κατέβηκα στο τέρμα, τότε στην πλατεία Δικαστηρίων. Συμβουλεύτηκα το ειδικό ρολόι-πυξίδα-διόπτρα νυχτερινής όρασης... Επρεπε να βιαστώ. Τοίχο-τοίχο προχώρησα στην Εγνατία, μέχρι την Καμάρα, απεκεί στον πεζόδρομο της Γούναρη, και στη Σβώλου (τότε μπορεί ακόμη να τη λέγανε και Πριγκήπος Νικόλάου) αριστερά. Στην είσοδο του μαγαζιού έβγαλα την μπαλακλάβα, μην με περάσουν για τρομοκράτη.

Το ποθητό αντικείμενο του Σκοπού το βρήκα εύκολα. Το πήγα στο ταμείο, όπου καθόταν ένας ψαρομάλλης τύπος που από την ώρα που μπήκα με κοίταζε με απορία (πράγματι λοκατζή πιγκουίνο δεν βλέπει κάνείς συχνά στις μέρες μας). «2.850», μου είπε.

Χλόμιασα.

Σκατά.

Είχα μόλις 2.400, σε κατοστάρικα.

Και τώρα;

«Εεεε... ξέρετε, εεε... Μήπως τον έχετε πουθενά φθηνότερο;» (άσχετο και ηλίθιο αλλά αυτό είπα).

Αυτός άρχισε να γελάει.

«Όχι» μου λέει. «Πόσα έχεις...»

«Εεε, ξέρετε κι ο Μεγάλος μου Αδερφός είναι πελάτης σας, ο ******, και...»

«Είσαι αδερφός του ***** και δεν το λες τόση ώρα; Δώσε, παιδί μου, όσα έχεις και πάρτον δίσκο».

Δεν ήταν κάτι καινούργιο αυτό. Πολλές φορές ο Μεγάλος Αδερφός με είχε βγάλει από τη δύσκολη θέση.

Με το «Into the Great Wide Open» του Tom Petty στην πλαστική σακούλα έφυγα τρέχοντας -με τα αυτιά κατακόκκινα- για το λεωφορείο. Σιγά το δίσκο, θα μου πει κάποιος. Εγώ ακόμη και σήμερα τον θεωρώ δισκάρα, άλλωστε είναι ο πρώτος που αγόρασα και θυμάμαι απ’ έξω όλους τους στίχους. Το γαμάτο βιντεοκλίπ του ομώνυμου τραγουδιού, με τον Johnny Depp (νομίζω πως παίζει και η Faye Dunaway, αλλά σιγά μην την ήξερα τότε, άλλωστε δεν έπαιζε στo 21 jump street), ήταν που με ώθησε να τον αγοράσω.

Στο σπίτι, λόγω κίνησης, έφτασα αργοπορημένος. Οι γονείς ήταν ήδη εκεί. Ο Μεγάλος Αδερφός όχι.

Φυσικά δεν έγινε ο χαμός που φοβόμουν. Οι γονείς μου είπαν απλώς άλλη φορά να τους λέω τι θέλω, να μου δίνουν τα λεφτά.

Αργότερα ήρθε κι ο Μεγάλος Αδερφός.

«Πέρασα από τον Ηχο», μου είπε. «Πήγες απεκεί; Με ρωτάγανε αν σε ταΐζει κανείς τίποτε».




10 Ιαν 2008

Oh any tree, oh any tree

Κι εγώ 30-12...