17 Αυγ 2021

αστείος αστός


Εξαγριωμένοι οι χωρικοί είχαν μαζευτεί έξω απ' το σπίτι όπου φιλοξενούμουν προσωρινά για να με λυντσάρουν, προοπτική που δεν μου φαινόταν αρχικά και τόσο κακή, γιατί πάντα ήθελα να γίνω ταινία του Λυντς, μέχρι που είδα ότι κραδαίνανε απειλητικά μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, και το έγκλημα που είχα διαπράξει, μεταξύ πολλών άλλων, μη αναστρέψιμων, όπως το κακό χιούμορ, ήταν ότι είχα ξοδέψει όλο το ζεστό νερό γιατί είχα τη φριχτή συνήθεια να κάνω ντους μια φορά τη βδομάδα, δηλαδή εβδομαδιαίως μια φορά περισσότερο απ' αυτούς, και καθώς είδα την φασούλα και φοβούμενος μην με κάνουνε ανδριάντα στο μνημείο πεσόντων θαυμαστών του Πεσόα αποφάσισα να διαφύγω στο διπλανό χωριό που ήταν στην κυριολεξία στην απέναντι πλευρά του δρόμου και διέφυγα με τα πόδια, απλώς πέρασα απέναντι, τέσσερα βήματα μετρημένα, ενώ αυτοί τρέχαν να επιβιβαστούν σε αγροτικά, τζιπ, πειραγμένα μάζντα, πειραγμένα μηχανάκια, τρακτερ, αλωνιστικές μηχανές, και μπόρεσα να τους ξεφύγω τελικά γιατί αυτοί πηγαίνανε πιο γρήγορα από μένα και με προσπεράσανε χωρίς να μου δώσουνε σημασία, όπως όλοι στη ζωή που ζούσα πριν, και πεινούσα σαν βρέθηκα στο απέναντι χωριό, παρότι είχα προλάβει να φάω προτού μεσημεριάσει δύο κρουσαν γεμιστά με σοκολάτα, έναν ντάκο, γάλα με δημητριακά, μαύρη σοκολάτα και λιγότερη ζάχαρη, καθώς και τρία κομμάτια παστίτσιο με μια καυτερή πιπεριά και δύο διαφορετικά τυριά ποντιακής προελεύσεως που τ' αγοράσαμε τις προάλλες και είναι ιδιαιτέρως νόστιμα, δεν θυμάμαι πώς λέγονται για να σας τα προτείνω, πίσω στο γειτονικό χωριό, λοιπόν, όπου όλοι με κοροϊδεύαν σαν με είδαν να διασχίζω το δρόμο πεζός, που πας ρε μαλάκα χωρίς αυτοκίνητο ή μηχανάκι, τι σόι άντρας είσαι, μη μου πεις ότι δεν έχεις και τατού ρε σκατόφλωρε, δεν τόλμησα να πω ότι μισώ τα τατού, αν ήταν να ξεστομίσω κάτι τόσο προσβλητικό τουλάχιστον ας ήμουν φαγωμένος, και μπήκα στο τυροπιτάδικο που φαινόταν έτοιμο να κλείσει και ρώτησα μήπως προλαβαίνω πριν κλείσετε να πάρω μια τυρόπιτα κι ένα ζαμποκασέρι, κι ας ήταν και μπαγιάτικα, τι λέτε κυριέ μου, μπαγιάτικα εμείς ποτέ, και βάλανε μπρος τις μηχανές, ανοίγανε φύλλα, αρμέγανε κατσίκες και γελάδια, χτυπούσαν μαγιονέζες, αυγολέμονα, καμπάνες, διαδηλωτές, πρόσφυγες και μετανάστες, μα τι σκατά κάνετε αγανάκτησα, έτσι φτιάχνεις αυθεντική χωριάτικη τυρόπιτα, με αυτά τα υλικά, μου απάντησαν, όλοι το ξέρουν αυτό, μα δεν είναι ανάγκη να κάνετε τόσο κόπο για μένα επέμεινα, καθώς τους είδα να χτυπάνε πισώπλατα μια πόρτα που ποτέ δεν έκανε τίποτε σε κανέναν και πειθήνια άνοιγε και έκλεινε όποτε της το ζητούσαν, μα τι λέτε κύριε, σαν έρχεται ο αφέντης, κάθε του επιθυμία είναι διαταγή, και πήγα να τους πω ότι δεν ήμουν ο αφέντης, αλλά δεν γαμείς, πεινούσα πολύ, έβγαλα το σκασμό μέχρι που ήρθε ο Μέγας Ελεγκτής και με μαρτύρησε ότι ήμουν απατέωνας, και μου τυλίξανε άρον άρον ωμές την τυρόπιτα και το ζαμποκασέρι με μιαν έκφραση αηδίας και αγανάκτησης και δεν τόλμησα να διαμαρτυρηθώ γιατί τους είδα να βγάζουν από την αποθήκη κάτι μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, κι αποφάσισα ότι ήταν ώρα να φύγω, έπρεπε όμως να πληρώσω προτού με τσακώσουν και πληρώσω όλα μου τα εγκλήματα, αλλά ο χωριάτης μου είπε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ πιστωτική κάρτα και να βρω ρευστό και μετά μαλώσαμε για τα ρέστα και μου είπε ότι αν είμαι άντρας πρέπει να έχω μασούρι στην τσέπη και τέλος πάντων άν ήθελα λεφτά να πάω να ληστέψω κάνα παιδάκι στην πλατεία, μα δεν γίνονται αυτά τα πράγματα διαμαρτυρήθηκα, σε καταλαβαίνω μου είπε αυτός, έτσι ένιωσα και εγώ τις προάλλες, την ίδια αγανάκτηση, την ίδια απόγνωση σαν βρέθηκα πρώτη φορά σε σουπερμάρκετ, και προτού καταλάβω τι καλά καλά συμβαίνει, ξύπνησα χοντρός και ιδρωμένος στο κρεβάτι μου στην πόλη και πεινούσα, έφαγα λίγο παστίτσιο ακόμη και τώρα λέω να ξανακοιμηθώ μπας και δω τι γίνεται παρακάτω.

11 Απρ 2021

ο χρόνος θα μπορούσε να είναι χρήμα

Χαχάνιζε ακούγοντας τους παρουσιαστές ενός ριάλιτι στην τηλεόραση να λένε τις αναμνήσεις τους, και σκέφτηκε πως το χάχανο της τηλεόρασης είναι ακρωνύμιο, Χ.Α.ΧΑ., χρηματιστήριο αξιών χάνων ρε παιδάκι μου, είτε χάνων, δηλαδή ψαριών που τσιμπάνε το δόλωμα, είτε ανθρώπων που τα έχουν χάσει (όλα, μεταφορικά και κυριολεκτικά), και που τέλος πάντων αυτό το χρηματιστήριο αξιών καταμετρά την επιτυχία του δολώματος που ρίχνει το σύστημα στην κοινωνία, και μετά σκέφτηκε ότι πολύ θα ήθελε να βγει στην τηλεόραση να πει κι αυτός τις αναμνήσεις του, αλλά ποιος να τον καλέσει αυτόν και για ποιες άξιες λόγου αναμνήσεις να μιλήσει; ωστόσο θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ένα ριάλιτι αναμνήσεων, ένας Αναμνηστικός Διαγωνισμός, ο απόλυτος και απολύτως τελευταίος, πολύ προχωρημένος και κουλτουριάρικος, που κάθε επεισόδιο θα γυριζόταν από σπουδαίους σκηνοθέτες, απ’ τον Μπιρσίμ ως τον Ταρκόφσκι, και όπου κάθε πολίτης θα διαγωνιζόταν με τον άλλο σε επίπεδο αναμνήσεων, και θα έβγαινε ο καθένας ανά επεισόδιο και θα διηγούταν τις αναμνήσεις του και θα παρουσίαζε το σχετικό αρχειακό υλικό, φωτογραφίες παλιές από το μάησπέης και προσωπικά κειμήλια όπως ο πρώτος ιός που κατέστρεψε τον σκληρό του δίσκο, και μετά το κοινό θα αποφάσιζε ποιανού αναμνήσεις ήταν καλύτερες και κάπως έτσι θα δημιουργούταν μια καινούργια αγορά, αυτήν των αναμνήσεων, καθώς έτσι θα παρουσιαζόταν μια ευκαιρία για κατασκευή, εμπόριο, πώληση, αγορά, μεταπώληση και ανταλλαγή αναμνήσεων για κάθε φέρελπι παίχτη του Αναμνηστικού Διαγωνισμού, θα δημιουργούταν αναπόφευκτα και ένα Χρηματιστήριο Αξιών Αναμνήσεων, και εντέλει απολογισμού ζωής για τον καθένα.

Και όποιος θα ‘φευγε απ’ το ριάλιτι, το σύστημα θα έσβηνε τις αναμνήσεις του, μαζί και την ανάμνηση της ύπαρξής του.    


15 Μαρ 2021

395 λέξεις άλλων*

Πολύ πρωί στην έπαυλη στο βουνό, ήμασταν ακόμη γεμάτοι γκλίτερ από την περασμένη νύχτα, η ανατολή δεν ήταν η πιο τέλεια που είχαμε δει, αλλά, δεν βαριέσαι, μας ήταν αρκετή, κι όταν τα μάτια μας συνήθισαν το φως, είδαμε το κρασί στο φούρνο μικροκυμάτων, το πιστόλι στο τραπέζι, την παρέλαση των περιπλανώμενων αγγέλων που τραγουδούσαν θλιμμένοι ύμνους για τη νύχτα που είχε περάσει και στρατιώτες που πουλούσαν τσιγάρα εγκατεστημένοι κάπου κοντά στα αστέρια. Μέχρι τότε, τα μόνο αστέρια που είχε δει ήταν αυτά του σινεμά, παρότι δεν έπαιξε ποτέ της σε ταινία. Τα γόνατά της ήταν γεμάτα πληγές γιατί κάθε φορά, προτού πάρει τη δόση της, έλεγε γονατιστή μια προσευχή, ύστερα έφτιαχνε τόστ και τάιζε τους γλάρους, που περνούσαν τον καιρό τους μαλώνοντας για ψίχουλα (περίπου σαν τους ανθρώπους), τους κερνούσε ένα τσιγάρο μετά και χάπια αντιψυχωτικά. Εκείνο το καλοκαίρι δούλευα καθαριστής χαλιών σε ένα ξενοδοχείο που το στοίχειωνε το φάντασμα ενός ναύτη που τον είχανε δολοφονήσει για να του κλέψουνε το θησαυρό. Αυτή ζούσε τη ζωή δύο ανθρώπων (ή και παραπάνω) σε ένα κορμί. Από τη μια πουλούσε λογισμικό αύξησης της παραγωγικότητας σε εταιρίες, νοσοκομεία και κυβερνητικές υπηρεσίες, παρότι δεν εμπιστευόταν τους υπολογιστές που φτιάχνανε και πουλούσανε όνειρα, όπως και καθετί άλλο που δεν έδειχνε κατανόηση στην ανθρώπινη ροπή για υποταγή σε νεαρούς δισεκατομμυριούχους που φοράνε ροκ τισέρτ και στήνουν αγάλματα προς τιμήν του εαυτού τους και των έργων τους, και από την άλλη εκανε διαρκώς εμετό που τον κάλυπτε με πριονίδι και αστερόσκονη, λες και δεν θα την παίρναμε χαμπάρι, σε εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα πολυτελείας όπου κάθε σαββατοκύριακο συνέρρεαν τα πλήθη για να βιώσουν την ανάληψη στους ουρανούς. Με φίλησε υπό το βλέμμα των μπάτσων που μου προκαλούσαν νευρικότητα και οι οποίοι, αφού γκρέμισαν την πόρτα, αποφάνθηκαν πως όλο αυτό το αίμα αποκλείεται να προήλθε από μια απλή ρινορραγία, και των γιατρών που επέμεναν πως πρέπει να ακολουθήσω κατά γράμμα την θεραπευτική αγωγή και πως το μόνο που θέλουν είναι να με βοηθήσουν να πάρω τις σωστές αποφάσεις για την υγεία μου. Ύστερα μου είπε, σόρυ έχω μια πολύ σημαντική συνάντηση και έχω αργήσει, πρέπει να φύγω, τα λέμε άλλη φορά, και μπήκε μέχρι τη μέση στη θάλασσα. Γύρισε κοιτώντας την κάμερα με ορθάνοιχτα μάτια κι ύψωσε θριαμβευτικά το μεσαίο της δάχτυλο κι από τα νύχια της βγήκε καπνός που σχημάτισε παρουσιάσεις powerpoint και μιαν υπενθύμιση, ότι όντως η αγάπη θα μας κάνει κομμάτια. 
 
* σκόρπιες λέξεις, όλες κλεμμένες από το υπέροχο άλμπουμ open door policy των Hold steady