7 Ιαν 2015

O άνθρωπος με τις μικρές προτάσεις.

Τελευταία, στα γραπτά του, έκανε εγώκαιρo. Εβρεχε λέξεις ασταμάτητα. Οι λέξεις δεν ψάχνανε κανέναν. Μόνο την πρόσκρουση με τη γη. Δίχως παραλήπτη, οι λέξεις ξεχείλιζαν υπομονετικά κι  υπονομευτικά τους υπονόμους. Τριγύρω μόνο ανοιχτές ομπρέλες. Αδιάβροχοι αναγνώστες. Κανείς δεν συμπαθεί έναν εγώκαιρο. Που βρέχει μόνο για πάρτη του. Αυτό δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημά του. Τα κείμενά του αποκάλυπταν ελαττωματικό χαρακτήρα. Χωρίς τελείες, δεν ήταν ατελείωτα αλλά γεμάτα ατέλειες. Τα κείμενα απαιτούσαν. Κάτι να προτείνει. Κι αυτός δεν είχε τίποτε μεγαλεπήβολο κατά νου. Μόνο μικρές προτάσεις. Τα κείμενα ζητούσαν λύσεις. Ιδέες. Εξωστρέφεια επιχειρηματική. Δηλαδή επιχειρήματα για της κοινωνίας την αλλαγή. Πολυτέλεια σε τέτοιους καιρούς να μην κοιτάζεις γύρω σου. Αλλά μόνο στον καθρέφτη. Και να μη σου αρέσει. Αυτό που βλέπεις. Με μικρές φράσεις δεν είναι κείμενο, αλλά τηλεγράφημα. (Τα κείμενα, σαν τα σκυλιά, μοιάζουν στον αφέντη τους, στο γραφιά τους τέλος πάντων, δεν μπορείς να ζητάς από ατσούμπαλους, άχαρους, πληθωρικούς ανθρώπους να γράφουν με στιλ, με τεχνική, αναπόφευκτα τσαλαβουτάν στη λάσπη, στα βρωμόνερά, πετάνε τις λέξεις όπως πετιούνται οι μύξες όταν φταρνίζονται, τα σάλια όταν βλέπουν το φαγητό και τα δάκρυα όταν το φαγητό τελειώνει, ούτε από μεθύστακες να γράφουν λογικά σε μιαν ευθεία γραμμή, με ύφος αυστηρό, με συνοχή και τέλος πάντων κλείσε την παρένθεση). Κι ήρθε μια μέρα που ο ασύρματος σίγησε. Μια σκόνη κάλυψε τα πάντα. Κι οι άλλοι γίνανε χέρια. Οχι βοηθείας, μόνον τυπικής χειραψίας. Γίναν οι λέξεις τυπικές και δεν σημαίναν τίποτε. Για να ελαφρύνει το κλίμα, θυμήθηκε μια δασκάλα του των Αγγλικών που τη λέγαν Μεταλίδου και φυσικά τη φωνάζαν τα παιδιά Χεβιμεταλίδου αλλά το πιο κοντινό σε χέβι μέταλ που τους τραγούδησε ποτέ και μάλιστα ακαπέλα, γιατί απαγορευόταν στην τάξη να φοράς καπέλα, ήσαν οι δασκάλοι τότε αυστηροί, δεν επιτρέπαν τα γιο και τα γιογιό μέσα στην τάξη, ήταν το Like a Prayer της Μαντόνα, μια οπωσδήποτε άβολη στιγμή για τον ίδιον που στα δώδεκά του χρόνια περνούσε ήδη την ψυχεδελική του περίοδο κι ήθελε ν' ακούσει κάτι σε πρώιμους Πινκ Φλόυντ, κι όταν διηγήθηκε αυτήν την ιστορία σε κάποιους απόρησαν, μα η δασκάλα σας τραγούδησε το Λάηκ ε πρέηερ, ε μα ποιος, τσατίστηκε αυτός γιατί διέγνωσε δυσπιστία, η Μαντόνα, αυτοπροσώπως; Φαντάζεσαι την Παναγιά Παρθένα να κάνει τουρνέ στα σχολεία της επαρχίας και τις συναυλίες ν' ανοίγει ο Κρίνος; Φτηνό το αστείο το ήξέρε αλλά ίσως κάποιος φτηνιάρης, κακόγουστος να γελάσει λίγο.

3 Ιαν 2015

Την τρίχα τριχιά

Μια φορά ήταν ένας που ξεκινούσε τις αναρτήσεις του γράφοντας μια φορά ήταν ένας που πολύ θα ήθελε σε αυτό το «που» να προσθέσει την κατάληξη -τσαράς, αλλά συγκρατιόταν γιατί γνώριζε πως κάτι τέτοιο θα ήταν άκομψο, χυδαίο και κάπως φτηνό, άλλωστε ήταν ένας άνθρωπος με αρχές, ήταν ιδανικός ξεκινηματίας, που κάποιες φορές σημαίνει τον άνθρωπο που κάποτε ήταν κινηματικός αλλά τώρα πια βαρέθηκε και την έχει δει καναπεδάκι σε δεξίωση όπου μαζεύονται οι φαταούλες σαπιοκοιλιές που μαζί τα φάγανε, και που άλλες φορές σημαίνει ότι έκανε την ιδανική πάντα αρχή, καθότι άνθρωπος με αρχές, αλλά από τέλη ήταν αρχίδια, αδυνατούσε, παρότι χοντρός, να τελειώσει οτιδήποτε, κι αυτό γενικώς του προκαλούσε μια απογοήτευση, είναι γνωστό άλλωστε πως οι άνθρωποι στην αρχή γοητεύονται και στο τέλος απογοητεύονται ή για να το πούμε αλλιώς, πιο ενεργητικά, λιγότερο παθητικά, άρα πιο κινηματικά και λιγότερο ξεκινηματικά, γοητεύουν και στο τέλος απογοητεύουν, όλοι πλην του εν λόγω τύπου που σπάνια απογοήτευε, δηλαδή σχεδόν ποτέ, από τη στιγμή που ποτέ και κανέναν δεν γοήτευε.
Σκέφτηκε πως αυτό θα ήταν μια καλή αρχή, για να γράψει κάτι. Ηταν ένας άνθρωπος με αρχές. Το είπαμε αυτό, αλλά είχε ξεμείνει από μια προηγούμενη αρχή, χτεσινή, που την είχε φυλαγμένη στη συντήρηση, ως ξεκινηματίας άλλωστε, άνθρωπος μη κινηματικός, απεχθανόταν πια την πρόοδο, προτιμούσε να μένει στάσιμος, γιατί μένοντας στάσιμος καθυστερούσε το τέλος, που κι αυτό το είπαμε πριν, παρότι είχε αρχές, δεν είχε τέλος, δεν είχε σκοπό, δεν ήταν άλλωστε κάποια σημαίνουσα προσωπικότητα για να έχει σκοπούς να τον φυλάνε, πράγμα που του φαινόταν κάπως απωθητικό, τι ήταν καμιά θαυματουργή εικόνα για να τον φιλάνε οι πιστοί, μόνον ο ίδιος φυλούσε στη συντήρηση τις αρχές του, για να διατηρηθούν, ήταν σαν να λέμε συντηρητικών αρχών.
Και τώρα κάτι παντελώς άσχετο, αλλά κρίμα είναι τέτοιος λυρισμός να πάει χαμένος: Στα χωριά όταν βρέχει πέφτει θλίψη. Οταν φυσάει ο αέρας σηκώνει τις στάχτες που κρύβουν τη δυστυχία. Λέρωσε το βιβλίο του με σοκολάτα κι ο λεκές θα έμενε εκεί εσαεί κι αυτός τον βάφτισε κραγιόν για να μη νιώθει άσχημα που κάτω από τα φαγωμένα νύχια είχα πάντα υπολείμματα σοκολάτας, γιατί τα μόνα νύχια που του άρεζε να τρώει ήταν με γέμιση σοκολάτας.
Κάπου διάβασε για κάποιους που δεν κοιμούνται για να μη βλέπουν εφιάλτες, αυτός κοιμόταν διαρκώς γιατί ζούσε έναν εφιάλτη. Βγήκε βόλτα με τ' αμάξι. Ποιος; Ας πούμε, για να υπάρχει κάποια συνοχή, ο τύπος που είχε τις αρχές και τα αρχίδια τέλη. Σκοτάδι. Σ' ενα φανάρι χαλασμένο, ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο, το φιμε τζάμι κατεβαίνει, ίσα που φαίνεται μια κάνη, και το φανάρι βάφεται κόκκινο με συνέπεια να προκληθεί ένα ατελείωτο μποτιλιάρισμα και χιλιάδες οδηγοί να ταλαιπωρηθούν σταματημένοι με τις ώρες σε ουρές χιλιομέτρων, γεγονός που προκάλεσε πλήγμα στην αγορά που αυτές τις μέρες περιμένει για να πάρει τα πάνω της. Ανοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε σ' ένα κομμωτήριο, χιλιάδες καθρέφτες και καρέκλες και κομμωτές και κομμένα κεφάλια να χτενίζονται, ίδια και απαράλλαχτα, ασώματες κεφαλές να κάνουν περμανάντ, το είχε ξαναπάθει αυτό, αλλά από την ανάποδη, μια φορά, παλιά, είχε πάρει κάτι που δεν έπρεπε και βγήκε σ' ένα μπαρ -αλήθεια γιατί λέμε "βγήκα τις προάλλες σ' ένα μπαρ", αφού στα μπαρ μπαίνεις, δεν βγαίνεις, είναι σε κλειστό και όχι σε ανοιχτό χώρο, τέλος πάντων- και σ' εκείνο το μπαρ εκείνη την μέρα που είχε πάρει αυτό που δεν έπρεπε είδε όλον τον κόσμο παρατεταγμένο να σχηματίζει μια πασαρέλα, αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κανενός το πρόσωπο, ήταν όλοι ακέφαλα κορμιά, και να, χρόνια μετά, λύθηκε το μυστήριο, είχαν στείλει τις κεφαλές τους κομμωτήριο.

2 Ιαν 2015

η μικρότερη ταινία μικρού μήκους όλων των εποχών

Μια φορά, νόμισε πως έγραψε ένα σενάριο για έναν τύπο που έγραφε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο ένας αποτυχημένος σεναριογράφος ξυπνά ένα πρωί και πυροβολεί το ξυπνητήρι του και στη συνέχεια σέρνει τα γυμνά του πόδια σε ένα δάπεδο γεμάτο αποτσίγαρα, μπουκάλια, περιτυλίγματα σοκολάτας και σκόνη, πάει στο μπάνιο, ανάβει το φως, ένα τρεμάμενο φως, που όλο πάει να σβήσει, κατουράει χωρίς να σηκώσει το καπάκι και χωρίς να τραβήξει το καζανάκι, δεν πλένει τα χέρια του, κοιτά το πρόσωπό του στον καθρέφτη -δανείζεται τον στίχο από τα Μωρά στη Φωτιά- κι είναι φρίκη μα δεν τον νοιάζει πια, φτιάχνει έναν σκατά καφέ, καπνίζει, καπνίζει, καπνίζει, κάθεται στο γραφείο του και γράφει την αρχή ενός σεναρίου για το πρωινό ξύπνημα ενός αποτυχημένου σεναριογράφου που σκοτώνει το ξυπνητήρι του κι αφού κατουράει πίνει έναν σκατά καφέ καπνίζοντας μέχρι που ξαφνικά παίρνει το μπιστόλι και τινάζει τα μυαλά του στον αέρα, και ο αποτυχημένος σεναριογράφος που γράφει ενα αυτοβιογραφικό σενάριο για έναν αποτυχημένο σεναριογράφο σύμφωνα με το σενάριο ενός σεναριογράφου για τον οποίο νόμιζα πως είχα γράψει ένα σενάριο ταινίας μικρού μήκους, που δοκιμάσαμε μια φορά να τη γυρίσουμε με μένα πρωταγωνιστή αλλά δεν προχωρήσαμε πέρα από την πρώτη τη σκηνή, φρικαρισμένος λέει «μα τι μαλακίες γράφω Χριστέ μου» και πατάει μανιασμένα το ντιλίτ και τα σβήνει όλα και κάνει rewind στην αρχή της ταινίας με το ξυπνητήρι να χτυπά μανιασμένα και τον σεναριογράφο (κάποιον απ' όλους, δεν ξέρω ποιον ακριβώς) να ξυπνά και αυτή τη φορά να μη χάνει τον καιρό του με περιττές ενέργειες: δεν πυροβολεί το ξυπνητήρι, αλλά τινάζει τα μυαλά του στον αέρα ευθύς εξαρχής. Ιδού, η μικρότερη ταινία μικρού μήκους όλων των εποχών.

Οι Roll the Dice -δεν το ξέρουν- γράψανε το soundtrack