10 Νοε 2012

Δεν έχω (αυτο)βιογραφικό


Αν έχει δίκιο ο Μαξ Φρις όταν λέει στο (κορυφαίο) μυθιστόρημά του «Στίλερ» (καμία σχέση με τον Μπεν) «Μπορείς να διηγηθείς τα πάντα εκτός από την πραγματική ζωή σου», τότε τούτη εδώ είναι μια παντελώς αποτυχημένη και ψευδής ανάρτηση, σε αντίθεση με κάποιες παλιότερες, που μοιάζουν ψεύτικες, σουρεαλιστικές, παράλογες, γεννήματα της φαντασίας, κι ήταν εντούτοις απολύτως αυτοβιογραφικές. Ο,τι ακολουθεί παρακάτω είναι πέρα για πέρα ψέματα ή η μία και μοναδική αλήθεια. Γιάννη Βούρο, ρίξε την ατάκα σου.  
Η κακή μέρα απ’ το προηγούμενο βράδυ φαίνεται. Με τσάκισε η αναφορά στον ερπετοειδή εγκέφαλο ως προσέγγιση στο φαινόμενο του νεοναζισμού, αν και εξηγεί επαρκώς τη φράση «τ’ αυγό του φιδιού» και γιατί αποκαλούμε τους χρυσαυγίτες ερπετά. Έφυγα απογοητευμένος, ήπια διψασμένος, ξύπνησα κουρασμένος. Με κουράζει το ουίσκι εσχάτως. Επρεπε να πάω κάπου. Δεν ήθελα να πάω εκεί. Ηθελα να διαβάσω το βιβλίο μου. Πάλεψα ν’ αποφασίσω, να πάω, να μην πάω, κουράστηκα κι άλλο. Εσύ, μου είχαν πει, δεν είσαι για αυτά, μόνο για τσίπουρα είσαι. Έκατσα να γράψω ποστ. Συνήθως δεν μου χρειάζονται περισσότερα από δέκα λεπτά. Δεν μού έβγαινε με τίποτε. Δοκίμασα τα πάντα, μέχρι και που λούστηκα. Τζίφος. Bloggers block. Το μόνο που πέτυχα ήταν ένα άχρηστο λογοπαίγνιο "το φθινοπωρινό θέρετρο είναι φέρετρο και το χειμερινό θέρετρο είναι χέρετρο". Ναι, τόσο καλά. Ματιασμένος, ξεκίνησα τελικά να πάω. Αλλαξα γνώμη, άλλαξα προορισμό. Αν είναι να πάω κάπου, ας είναι στο παζάρι βιβλίου. Μια θάλασσα από κόσμο. Κολύμπι στον ιδρώτα και στους ανθρώπους. Εφυγα χωρίς να βουτήξω. Ήμουν τόσο κουρασμένος που φοβόμουν ότι θα πνιγώ. Να πάω έστω στο σουπερμάρκετ. Στην αλυσίδα της γειτονιάς παίζει ένας γαμάτος ντιτζέη κάτι άμπιεντ ταμάμ με τα σαμπουάν. Στα τυριά, ο ίδιος υπάλληλος που το μπλουζάκι μου των 2L8 τού ΄χει φανεί χρυσαυγίτικο, σήμερα έπιασε κουβέντα με τον παπά «εγώ την κόρη μου κάθε πρωί τη βάζω να προσκυνά την παναγίτσα».
Καλός άνθρωπος, λίγο δεξιός, με ρώτησε πρόσφατα «εσύ Παναγιώτη είσαι ΑΝΤΑΡΣΥΑ;». Σιωπή. «Εγώ», συνέχισε «σκέφτομαι αν γίνουν τώρα εκλογές να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ». Σιωπή. «Εσύ τι λες για αυτό;» επέμεινε. «Σίγουρα», ξεκίνησα σαν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής που κάνει δηλώσεις στον Γιώργο Μίνο, «είναι μια εξέλιξη θετική. Είμαστε μεγάλη ομάδα και σε κάθε παιχνίδι μοναδικός μας στόχος είναι η νίκη. Και τα 11 παιδιά θα δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Και μια που το ‘φερε η κουβέντα, απεργία διαρκείας», ίδρωσα τη φανέλα αλλά το είπα. «Απεργία διαρκείας; Είναι νωρίς ακόμα, κάτσε πρώτα να δούμε τι προβλέπουν τα μέτρα», μου λέγανε παλιά, προχτές επιτέλους αλλάξανε τροπάρι: «Απεργία διαρκείας; Τώρα είναι αργά, ψηφίστηκαν τα μέτρα, τι να την κάνεις την απεργία διαρκείας;».
Εχω δύο ηλιοβασιλέματα σε φωτογραφία. Περίπου δέκα μήνες η χρονική απόσταση μεταξύ τους. Το πρώτο ηλιοβασίλεμα, τραβηγμένο από το μπαλκόνι του γραφείου της επιχείρησης όπου τότε δούλευα, είχε λεζάντα «για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων ακόμα». Λίγες μέρες αργότερα απολύθηκα. Προχτές ή χτες (έχω χάσει το μέτρημα, όλες οι μέρες ίδιες είναι) βγήκα στη λεωφόρο Νίκης. Ακόμη ένα ηλιοβασίλεμα. Υποσυνείδητα έβαλα την ίδια λεζάντα «για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων ακόμα». Στην τελική ο ήλιος δύει και αλλού. Όχι μόνο σε αυτήν την πόλη. Αυτήν την πόλη ειρήσθω εν παρόδω την αγαπώ κι ας το παραδέχομαι σπανίως. Αγαπώ το κέντρο της, αγαπώ και τα δυτικά. Όχι για την ιστορία της ή την ατμόσφαιρά της, ούτε για το ερωτικόν ή το χαλαρόν του χαρακτήρος της. Δεν με νοιάζουν τα κουτσομπολιά της, οι μπουτάρηδες και οι παπαγεωργόπουλοί της. Οι κλίκες της που φαντασιώνονται ότι γράφουν ιστορία. Τα μεγαλόπνοα σχέδια, οι μικροπολιτικές συγκρούσεις, οι αστοί στο τρίγωνο Διαγώνιος, Μητροπόλεως και Αγίας Σοφίας. Δεν είμαι μπαγιάτης, ούτε γνωρίζω όλα της τα στέκια. Δεν θα σου πω εντέλει γιατί την αγαπώ.
Μετά την απόλυση, είναι καιρός και για μια παραίτηση. Γιατί σε λίγο θα με πιάσει σύνδρομο Τουρέτ. Και μάταια θα φωνάζω μετά «Δεν είμαι ο Τουρέτ!»

8 Νοε 2012

Πις οφ λάηφ


Είχα μόλις βρει το πιο ακατανίκητο επιχείρημα. Κάρβουνο μου ‘καιγε το στόμα, αδύνατο να συγκρατηθώ, έπρεπε οπωσδήποτε να μιλήσω, να το ξεστομίσω, να τους αποστομώσω, να τους συντρίψω, να τους κάψω με τη φωτιά της αλήθειας. Ζήτησα το χέρι, σήκωσα το λόγο. Δεν μου τον έδινε κανείς. Πήρα μόνος μου να ουρλιάζω. «Να σας πω γιατί είστε μαλάκες ρε, να σας το εξηγήσω τόσο καλά, τόσο καθαρά, που θα συμφωνήσετε μαζί μου». Και το ξέχασα. Το ατράνταχτο επιχείρημα. Έμεινα σιωπηλός. Έφταιγε κι εκείνος ο λωτός που με τάισε ο μπάρμπας σ’ εκείνο το χωριό δίπλα στις λιμνούλες με κείνες τις πάπιες και τον κάστορα που τον έλεγαν Λεόν. Τι την ήθελα την τόση φύση;
«Οξαποδώ, παλιόπαιδο», μού βγάλαν κόκκινη την κάρτα. Αφησα τον κήπο, μπήκα στο μπαρ, που το λειτουργούσαν μια στο τόσο αυτός, ντιτζέη μαζί και μπάρμαν, κοτοπουλάς στο επάγγελμα, ψητά κοτόπουλα στη γειτονιά μου, φορούσε διαρκώς κάτι φαντεζί παπούτσια αντίντας, σε μεγάλη ποικιλία κι αριθμό, μέχρι που μια μέρα, νύχτα ήταν δηλαδή, μύρισε καμένο κοτόπουλο όλη η γειτονιά κι ακολούθως είδαμε τις φλόγες, το ψητοκοτοπουλάδικο παρανάλωμα του πυρός, λες να ήταν εμπρησμός, να τόκανε για τα γκαφρά της ασφαλείας; κι αυτός έκτοτε, εκτός από το μία στο τόσο που έκανε τον ντιτζέη μαζί και μπάρμαν, στεκόταν αξύριστος με κάτι λασπωμένα αμπίμπας έξω από ένα προποτζίδικο και κοίταζε το κίνο, παρεκτός τις μέρες, το ‘παμε αυτό, που μια στο τόσο ντιτζέη μαζί και μπάρμαν είχε μαζί του αυτήν, γκαρσόνα, χορεύτρια, ιέρεια, μαινάδα, θεϊκιά, παραμυθένια, ξεσήκωνε το μαγαζί, για συνοδεία είχε ερπετά, λογιώ λογιώ πολύχρωμα τα φίδια λικνίζονταν αντάμα.
Ετσι δεν ήταν ο χώρος που με πετάξαν όξω. 
(piece of life ή piss off life)

2 Νοε 2012

Πραγματική μη(θ)ιστορία

Ψηλός, πολύ ψηλός, ετών 65 συν, λεπτός, πολύ λεπτός, ομοιάζει τον κύριο Γουργούρη, τον ειρηνιστή φαρμακοποιό του Παντελή Καλιότσου στα "ξύλινα σπαθιά", θα μπορούσε να είναι φαρμακοποιός, ή και γιατρός, δεν ξέρω τι ήτανε ο άνθρωπος ούτε το παρελθόν του, πάντως όσο καιρό ζω εδώ τριγύρω, μάλλον συνταξιούχος σκέτο είναι. Στη διάσταυρωση δεν λέμε ποτέ μας καλημέρα, σαν το ύψος του να τον βαραίνει περπατεί σκυφτός, κρατεί κάτω απ' τη μάσχαλη θες βιβλίο, θες εφημερίδα, πάντα ντυμένος σπορ, νεανικά, ακόμη και τα στρόγγυλα γυαλιά του τζονλενίζουν επικίνδυνα, φοράει απλά τισέρτ, μονόχρωμα, και τζήν παντελόνια, που λόγω σωματοδομής μοιάζουν με σωλήνα, φάση γεροπανκιό, το αποκορύφωμα δε είναι τα παπούτσια, πολύ φαντεζί μποτάκια, σπορτέξ, που λέγαμε παλιά, υπερβολικά χοντροκαμωμένα για τα λεπτά μπατζάκια και τα λεπτά κανιά του, θα μπορούσες να τον φανταστείς και με αρβύλα, ντοκ μάρτενζ και μαλλί μοχόκ. Συχνάζουμε στο ίδιο μπαρ, κάθεται μονάχος και ρουφάει κάτι εσπρέσους, σταυροπόδι, σκυφτός, σκεφτικός, συχνα με το 'να χέρι κρατάει το κεφάλι, διαβάζει συνήθως δυστυχώς την εφημερίδα Εστία, συμπαθητική συντηρητική γραφικότητα το θεωρώ, αλλά ποιος ξέρει, μπορεί να 'ναι γεροφασίστας, γερολαδάς, γερομπισμπίκης, γεροξούρας, πάντως μια φορά που στο διπλα απ' αυτόν τραπέζι έβριζα στον Clopy τους δεξιούρες γείτονές μου, είδα τα γέρικα, εκπαιδευμένα αυτιά του να στρέφονται σε μένα, να μού ρουφούν τα λόγια, είδα τη  μαγνητοταινία να γυρνά στον εγκέφαλό του, και αργότερα φορώντας δερμάτινη καμπαρντίνα έδωσε αναφορα, "πού να στα λέω, κυρα-σπιτονοικοκυρά του Πάνου, κομμούνια κι αυτός κι η συζυγός του".