23 Φεβ 2014

Σιγά μην τρέξω

Είμαι χοντρός. Μ’ έχεις δει, το ξέρεις. Μ’ έχεις συνηθίσει έτσι, δεν με φαντάζεσαι αλλιώς. Δεν ήμουν πάντα έτσι.
Μου έχουν πει, εγώ δεν το θυμάμαι, πως όταν ήμουνα παιδί, οι γείτονες ανησυχούσανε για μένα, αν θρέφομαι σωστά, αν έχουν χρήματα οι γονείς μου να με ταΐζουν, τόσο αδύνατος ήμουν.
Η αλήθεια είναι ότι και τότε έτρωγα. Πολύ. Κι ας έλεγε ο κύριος που δίδασκε στο κατηχητικό στα παιδιά ηλικίας έως και 12 ετών: θανάσιμο αμάρτημα η λαιμαργία. Το κάπνισμα επίσης. Τα σκουλαρίκια. Τα τατουάζ. Και πολλά ακόμη πράγματα, όπως το να πηγαίνεις για προπόνηση μπάσκετ την ώρα που κανονικά θα έπρεπε να είσαι στο κατηχητικό. Η απουσία από τη λειτουργία της Κυριακής αδιανόητη.
Δεν έλεγε ποτέ «η εκκλησία», έλεγε πάντα «ο ναός», εκεί λοιπόν, στο ναό, έπρεπε να δίνουμε το παρών κάθε Κυριακή πρωί αλλά πώς; Τρέχοντας, γεμάτοι ανυπομονησία να βρεθούμε όσο το δυνατόν ταχύτερα κοντά στον Κύριο.
Ηθελα κι εγώ να τρέχω στην εκκλησία αλλά έμενα απέναντί της ακριβώς. Τι σόι τρέξιμο θα ήταν αυτό; Ούτε πενήντα μέτρα. Προτού μπω, για να φανεί ότι περνούσα κι εγώ ένα κάποιο μαρτύριο προτού πάω να συναντήσω τον Κύριο, έτρεχα δυο τρεις κύκλους γύρω από την εκκλησία, φορώντας τα καλά μου και τα σκαρπίνια μου. Με το καιρό, έτρεχα όλο και περισσότερο προτού φτάσω στην εκκλησία: όσο περισσότερο έτρεχα τόσο μεγαλύτερη η πίστη μου και η χαρά μου που θα συναντούσα τον Κύριο. Φυσώντας ξεφυσώντας ιδρωμένος προσπαθούσα να ανάψω το κερί μου, το μόνο που κατάφερνα ήταν να σβήνω των άλλων.
Τρέχοντας ωστόσο διατηρούσα τη σιλουέτα μου. Τρέχοντας να πάω στην εκκλησία. Τρέχοντας να πάω κατηχητικό. Τρέχοντας να είμαι πρώτος στο σχολειό. Οταν σταμάτησα να πηγαίνω εκκλησία, σταμάτησα να τρέχω λίγο-πολύ για όλα. Άρχισα να απολαμβάνω το σουλατσό. Κάποια στιγμή, επειδή εκεί είχε ωραία κορίτσια κι ήταν μια καλή δικαιολογία να τρέχω ξοπίσω τους, έτρεχα και στις πορείες, λίγο, πολύ λίγο, δυσανάλογα λίγο σε σχέση με τις μπίρες που κατανάλωνα. Δεν ήταν αρκετό για να διατηρηθώ αδύνατος.
Πλέον και στις πορείες σταμάτησα να τρέχω.
Και κάπως έτσι πάχυνα υπερβολικά και έγινα ο χοντρός κύριος με τα μούσια και τα γυαλιά και τα κάπως λιγοστά μαλλιά που μένει στον πέμπτο όροφο μιας καλής πολυκατοικίας στο κέντρο της πόλης.
Καμιά φορά μού 'ρχεται να το βάλω στα πόδια. Αλλά πού να τρέχω τώρα;

Ποιοι κυκλοφορούν κυριακή πρωί με βροχή

Ο τύπος με την μπίρα οκτω και σαράντα το πρωί σταση κολόμβου στην εγνατία η πολη αδεια και η βροχή επίμονη μα σιγανή δεν είδα πού πήγε κοίταζα ήδη  τον αστεγο που τον εχω ξαναδεί τόσες φορες καμιά φορά φορτωνει και βρίζει και βγαζει άναρθρες κραυγές σταμάτησε στο μικρό το καλάθι σκουπιδιών που είναι στη στάση για να πετούν το εισιτήριο που όλοι πετουνε χάμω κι εβγαλε μια τυρόπιτα λιγότερη από μιση την εφαγε μαζί με το χαρτί κι υστερα δεν είδα πού πηγε ηρθε το λεωφορείο κι εβαλα να ακούσω happy mondays sunshine and love κυριακή πρωί με βροχή

13 Φεβ 2014

Ρετιρέ

Τις καθημερινές σηκώνεται από το άγριο χάραμα. Ντύνεται, στολίζεται, αρωματίζεται και φεύγει για δουλειά. Το βράδυ γυρίζει στο σπίτι αργά. Το Σάββατο ξυπνάει νωρίς, φοράει μια παλιά γκρίζα φόρμα της γυμναστικής και κάνει τις δουλειές του σπιτιού, ξεσκονίζει, σκουπίζει, σφουγγαρίζει, μετακινεί τα έπιπλα, καρέκλες, τραπέζια, σηκώνει τα χαλιά, αργά το μεσημέρι έρχονται για φαγητό η μαμά κι ο μπαμπάς. Το βράδυ ντύνεται-στολίζεται, αρωματίζεται βάζει τα τακουνάκια της, βγαίνει έξω για ποτό, αν είναι τυχερή αργά τη νύχτα πέφτει στο κρεβάτι της με ένα αγόρι όμορφο και ζωηρό. Την Κυριακή το πρωί ξυπνάει αργά κι αργεί ακόμη περισσότερο να σηκωθεί από το κρεβάτι. Από νωρίς το απόγευμα μετακινεί ξανά τα έπιπλα, διευθετεί τις τελευταίες λεπτομέρειες, ντύνεται, στολίζεται, αρωματίζεται, βάζει τα τακουνάκια της, ανυπομονεί να έρθει εκείνη η ώρα, δεν τη χωράει ο τόπος, περιμένει επισκέπτες, μα πότε θα έρθουν επιτέλους; συναδέρφους από τη δουλειά, επιφανείς δικηγόρους, για να παίξουν μουσικές καρέκλες και όλη νύχτα κάθεται ο περίεργος από κάτω και βρίζει και δυσανασχετεί για τα τριξίματα από τις καρέκλες και το ποδοβολητό από τα τακουνάκια και για τους μακροσκελείς αποχαιρετισμούς στο κεφαλόσκαλο «περάσαμε πάρα πολύ ωραία, την άλλη Κυριακή πάλι εδώ», κι ύστερα εκκωφαντική σιωπή, επόμενη μέρα εργάσιμη, μένει στα σκοτεινά στη μοναξιά του ο από κάτω να καιροφυλακτεί για κάποιο σούρσιμο παντόφλας, κάποιο τρίξιμο απ’ τις σούστες του κρεβατιού, κάποιο τακουνάκι απ’ το ταβάνι, έτσι για να ΄χει κι αυτός λίγη συντροφιά.