19 Σεπ 2021

Όλοι θέλουν θεληδοδείκτη

Με κυνηγάει ένας μπάτσος που σου μοιάζει, είπε ο συμπαθής χοντρούλης, που έτρεχε με το πιτόγυρο στο χέρι, στον 50αρη που έπινε ένα μπουκάλι τσόνυ την ημέρα ακούγοντας Μπραμς και δεν έχει κάνει το εμβόλιο, αναισθησιολόγος, παντρεμένος με παιδί, ο οποίος πιστεύει πως όσοι κάνουν ανασκαφές στη μύτη τους δεν βγάζουν απαραίτητα κάτι από μέσα, αλλά όλοι απαρέγκλιτα από αμηχανία τινάζουν στη συνέχεια το χέρι τους και κοιτάνε το δάχτυλο μπας και βρουν κάτι να το κάνουνε μπαλάκι για να παίξουνε ρακέτες στην παραλία μια πόλης όπου τα ζώα κλαίνε και τα τρένα δεν φτάνουνε ποτέ, αυτός φοράει ρούχα απ' την εποχή του πολέμου, κι αυτή του χτενίζει τα μαλλιά, αυτός μιλάει μόνος του κι αυτή δεν θυμάται το όνομά της, σήμερα και κάθε μέρα θα πεθάνουν πάλι, ειδικά όταν την ακούει να τραγουδά στο μπάνιο και νομίζει πως ακούει αγγέλους να τον καλούν, βλέπεις είναι θεοσεβούμενοι κι οι δυο, στο εστιατόριο φωνάζουν γκαρσόν είμαστε η παλαιά αριστοκρατία, αλλά έχουμε χαθεί, μην αντιμιλάς, νεαρέ, τι είναι όλη αυτή η τέχνη και η φασαρία στην εποχή μας, εποχή αβεβαιότητας αλλά και πληθώρας επιλογών για τον μετανεωτερικό άνθρωπο, με αποτέλεσμα ολο και συχνοτερα να ακουγεται η φράση "δεν ξερω τι θέλω" ή "δεν ξέρω τι να (πρωτο)διαλέξω", συναντάς λοιπόν ανθρώπους που δεν ξέρουν τι θέλουν ή που δεν μπορούν να διαλέξουν ανάμεσα στα τόσα που θελουν, γιατι κακά τα ψέματα δεν μπορεί κανείς να εχει ολα οσα θέλει, για αυτό είναι χρήσιμος ο θελεισοδείκτης που προσφέρει λυσεις και ανακουφιση απ' αυτη τη μαστιγα, λέω να πρωτοτυπήσω τώρα και να βάλω μία τελεία, μπα, όχι, μού προκαλούν αμηχανία οι τελείες, οι τέλειες και οι τέλειοι, η τελειότητα εν γένει με την απολυτότητα και την οριστικότητά της, βασικά βαριέμαι και τους τόνους, θα σταματήσω να βάζω, προκειται για μια υπερσυγχρονη συσκευη (για εμβολιασμενους και μη) με ειδικο τσιπακι συμβολικα σχεδιασμενη σε σχημα ΘΗΤΑ, φορητη, που σου δειχνει τι ειναι αυτο που θες - με τον ειδικα σχεδιασμενο αλγοριθμο, αλογοριθμο και αλογομυγα που διαθετει μπορει ειτε να ακουει ειτε να βλεπει οσα θες ή τις διαθεσιμες επιλογες και διαβαζοντας τις χημικες αντιδρασεις του εγκεφαλου σου στην εκαστοτε επιθυμια/επιλογη καταδεικνύει αυτό που θελεις περισσοτερο, με τις χρωματικες εναλλαγες που παιρνει η ιδια η συσκευη αναλογα με το ερεθισμα, απο το λευκο της αδιαφοριας στο κατακοκκινο της φλεγομενης επιθυμιας, τώρα θα ταίριαζε εδώ μια τέλεια τελεία αλλά πάνω απ' όλα το ατελές στιλ, οπότε συνεχίζω ως εξής: αυτη ομως ειναι μονο η μια λειτουργια του θελεισοδεικτη, το σταδιο αλφα, της καταδειξης της κυριαρχης επιθυμιας, με τη συσκευη θητα σε οριζοντια θεση, στο δε σταδιο βητα, η συσκευη θητα βρισκεται σε καθετη θεση, για την τελικη και οριστικη εγκριση της επιθυμιας: ο θελιδοδεικτης αξιολογει την επιθυμια και δινει την οριστικη εγκριση με ενα βελακι που αναβει προς τα πανω ή η την απορρίπτει με ενα βελακι προς τα κατω, με αυτον τον τροπο ο θεληδοδεικτης αποτελει τον απολυτο οδηγο ζωης για τον συγχρονο ανθρωπο, ενας ηλεκτρονικός λάηφ κόουτς που αποκαλύπτει τις πραγματικες επιθυμιες αλλα και προφυλάσσει απο αυτες εφοσον ετσι κρινει η συσκευη θέτοντας έτσι τελος στο βασανο των επιθυμιων, στην επιφαση των επιλογων και στο αλγος της ψευδους ελευθερης βουλησης που προσφερει στον ανθρωπο ο υστερος υστερικος καπιταλισμος, στάσου εδώ πρέπει οπωσδήποτε να μπει τελεία, άνω και κάτω μάλιστα, γιατί φτάσαμε επιτέλους στο τέλος: Το μονο προβλημα για την οριστικη κυκλοφορια στο εμπόριο αυτης της ρηξικελευθης και πρωτοποριακής συσκευης που θα αλλάξει τον κόσμο ειναι οτι δεν μπορουμε να καταληξουμε στην οριστικη της ονομασια: θεληδοδεικτης, θελεισοδεικτης ή εντελει κωλοδαχτυλο;

20 Αυγ 2021

τσακ! τσακ!
(ηχομιμητικόν, όχι Μπερι, όχι Πάλανιουκ, ίσως μόνον Νόρις)

Στον ουρανό απέναντι ακουγόταν κάποιος να κλαδεύει τις τριανταφυλλιές του, αγκάθια πέφτανε χαλάζι σχηματίζοντας ακάνθινα στεφάνια στον αέρα, προτού προσγειωθούν σκάβοντας πληγές στο δέρμα του πλανήτη, που κάποτε ήταν έφηβος με ακμή και τώρα γέρος σε παρακμή, εγώ σκεφτόμουν πόσα δάχτυλα να 'χει άραγε αυτός ο γίγαντας που κόβει τα νύχια του μασουλώντας αδιάφορα κομμάτια από γειτονικά σύννεφα που είχαν γεύση σαντιγί, ή μήπως σαν τη γη, φτύνοντας κουκούτσια ανθρώπους που καθισμένοι στο συννεφάκι τους πετούσαν, ώσπου, έκπληκτοι και αφελείς, πέφτανε απ' αυτό περνώντας μέσα απ' τα ακάνθινα στεφάνια σαν εκπαιδευμένα ζώα του τσίρκου, και ποιος είσαι που θα τους κρίνεις ρε; κοιτάξου στον καθρέφτη! υπάκουος το έκανα, σαν εκπαιδευμένο ζώο του τσίρκου, σαν κακιά βασίλισσα και μάγισσα παραμυθιού, που προσλαμβάνει πληρωμένους δολοφόνους να ξεκάνουν τη Χιονάτη, τη Σταχτοπούτα, την Κοκκινοσκουφίτσα, τα Επτά Κατσικάκια (το Πάσχα), τους Επτά Νάνους κι όλους τους κακούς λύκους, αφήνοντας να ζήσουν μόνο τα τρία γουρουνάκια με στολή αστυνομικού, και είδα τον επίμονο γίγαντα κηπουρό με τον νυχοκόπτη κλαδευτήρι και ψίχουλα νεφών στα μούσια να ρεύεται, να πέρδεται, να ξύνει τα αρχίδια του και να αλλάζει στάση του σώματος (η δε γλώσσα του παρέμεινε ίδια, όπως και το ύφος του, επιτηδευμένα αινιγματικά και ανεξιχνίαστα) και τακτοποίησα καλύτερα τον πλανήτη στους ώμους μου, ουφ, δύσκολη και κουραστική κι η σημερινή μέρα, κάτσε να ξεφορτωθώ κανα-δυο νοματαίους ακόμα. 
Κι η συννεφόπτωση συνεχίστηκε, κι η βρόχα έπεφτε ράητθρου.  

17 Αυγ 2021

αστείος αστός


Εξαγριωμένοι οι χωρικοί είχαν μαζευτεί έξω απ' το σπίτι όπου φιλοξενούμουν προσωρινά για να με λυντσάρουν, προοπτική που δεν μου φαινόταν αρχικά και τόσο κακή, γιατί πάντα ήθελα να γίνω ταινία του Λυντς, μέχρι που είδα ότι κραδαίνανε απειλητικά μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, και το έγκλημα που είχα διαπράξει, μεταξύ πολλών άλλων, μη αναστρέψιμων, όπως το κακό χιούμορ, ήταν ότι είχα ξοδέψει όλο το ζεστό νερό γιατί είχα τη φριχτή συνήθεια να κάνω ντους μια φορά τη βδομάδα, δηλαδή εβδομαδιαίως μια φορά περισσότερο απ' αυτούς, και καθώς είδα την φασούλα και φοβούμενος μην με κάνουνε ανδριάντα στο μνημείο πεσόντων θαυμαστών του Πεσόα αποφάσισα να διαφύγω στο διπλανό χωριό που ήταν στην κυριολεξία στην απέναντι πλευρά του δρόμου και διέφυγα με τα πόδια, απλώς πέρασα απέναντι, τέσσερα βήματα μετρημένα, ενώ αυτοί τρέχαν να επιβιβαστούν σε αγροτικά, τζιπ, πειραγμένα μάζντα, πειραγμένα μηχανάκια, τρακτερ, αλωνιστικές μηχανές, και μπόρεσα να τους ξεφύγω τελικά γιατί αυτοί πηγαίνανε πιο γρήγορα από μένα και με προσπεράσανε χωρίς να μου δώσουνε σημασία, όπως όλοι στη ζωή που ζούσα πριν, και πεινούσα σαν βρέθηκα στο απέναντι χωριό, παρότι είχα προλάβει να φάω προτού μεσημεριάσει δύο κρουσαν γεμιστά με σοκολάτα, έναν ντάκο, γάλα με δημητριακά, μαύρη σοκολάτα και λιγότερη ζάχαρη, καθώς και τρία κομμάτια παστίτσιο με μια καυτερή πιπεριά και δύο διαφορετικά τυριά ποντιακής προελεύσεως που τ' αγοράσαμε τις προάλλες και είναι ιδιαιτέρως νόστιμα, δεν θυμάμαι πώς λέγονται για να σας τα προτείνω, πίσω στο γειτονικό χωριό, λοιπόν, όπου όλοι με κοροϊδεύαν σαν με είδαν να διασχίζω το δρόμο πεζός, που πας ρε μαλάκα χωρίς αυτοκίνητο ή μηχανάκι, τι σόι άντρας είσαι, μη μου πεις ότι δεν έχεις και τατού ρε σκατόφλωρε, δεν τόλμησα να πω ότι μισώ τα τατού, αν ήταν να ξεστομίσω κάτι τόσο προσβλητικό τουλάχιστον ας ήμουν φαγωμένος, και μπήκα στο τυροπιτάδικο που φαινόταν έτοιμο να κλείσει και ρώτησα μήπως προλαβαίνω πριν κλείσετε να πάρω μια τυρόπιτα κι ένα ζαμποκασέρι, κι ας ήταν και μπαγιάτικα, τι λέτε κυριέ μου, μπαγιάτικα εμείς ποτέ, και βάλανε μπρος τις μηχανές, ανοίγανε φύλλα, αρμέγανε κατσίκες και γελάδια, χτυπούσαν μαγιονέζες, αυγολέμονα, καμπάνες, διαδηλωτές, πρόσφυγες και μετανάστες, μα τι σκατά κάνετε αγανάκτησα, έτσι φτιάχνεις αυθεντική χωριάτικη τυρόπιτα, με αυτά τα υλικά, μου απάντησαν, όλοι το ξέρουν αυτό, μα δεν είναι ανάγκη να κάνετε τόσο κόπο για μένα επέμεινα, καθώς τους είδα να χτυπάνε πισώπλατα μια πόρτα που ποτέ δεν έκανε τίποτε σε κανέναν και πειθήνια άνοιγε και έκλεινε όποτε της το ζητούσαν, μα τι λέτε κύριε, σαν έρχεται ο αφέντης, κάθε του επιθυμία είναι διαταγή, και πήγα να τους πω ότι δεν ήμουν ο αφέντης, αλλά δεν γαμείς, πεινούσα πολύ, έβγαλα το σκασμό μέχρι που ήρθε ο Μέγας Ελεγκτής και με μαρτύρησε ότι ήμουν απατέωνας, και μου τυλίξανε άρον άρον ωμές την τυρόπιτα και το ζαμποκασέρι με μιαν έκφραση αηδίας και αγανάκτησης και δεν τόλμησα να διαμαρτυρηθώ γιατί τους είδα να βγάζουν από την αποθήκη κάτι μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, κι αποφάσισα ότι ήταν ώρα να φύγω, έπρεπε όμως να πληρώσω προτού με τσακώσουν και πληρώσω όλα μου τα εγκλήματα, αλλά ο χωριάτης μου είπε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ πιστωτική κάρτα και να βρω ρευστό και μετά μαλώσαμε για τα ρέστα και μου είπε ότι αν είμαι άντρας πρέπει να έχω μασούρι στην τσέπη και τέλος πάντων άν ήθελα λεφτά να πάω να ληστέψω κάνα παιδάκι στην πλατεία, μα δεν γίνονται αυτά τα πράγματα διαμαρτυρήθηκα, σε καταλαβαίνω μου είπε αυτός, έτσι ένιωσα και εγώ τις προάλλες, την ίδια αγανάκτηση, την ίδια απόγνωση σαν βρέθηκα πρώτη φορά σε σουπερμάρκετ, και προτού καταλάβω τι καλά καλά συμβαίνει, ξύπνησα χοντρός και ιδρωμένος στο κρεβάτι μου στην πόλη και πεινούσα, έφαγα λίγο παστίτσιο ακόμη και τώρα λέω να ξανακοιμηθώ μπας και δω τι γίνεται παρακάτω.

11 Απρ 2021

ο χρόνος θα μπορούσε να είναι χρήμα

Χαχάνιζε ακούγοντας τους παρουσιαστές ενός ριάλιτι στην τηλεόραση να λένε τις αναμνήσεις τους, και σκέφτηκε πως το χάχανο της τηλεόρασης είναι ακρωνύμιο, Χ.Α.ΧΑ., χρηματιστήριο αξιών χάνων ρε παιδάκι μου, είτε χάνων, δηλαδή ψαριών που τσιμπάνε το δόλωμα, είτε ανθρώπων που τα έχουν χάσει (όλα, μεταφορικά και κυριολεκτικά), και που τέλος πάντων αυτό το χρηματιστήριο αξιών καταμετρά την επιτυχία του δολώματος που ρίχνει το σύστημα στην κοινωνία, και μετά σκέφτηκε ότι πολύ θα ήθελε να βγει στην τηλεόραση να πει κι αυτός τις αναμνήσεις του, αλλά ποιος να τον καλέσει αυτόν και για ποιες άξιες λόγου αναμνήσεις να μιλήσει; ωστόσο θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ένα ριάλιτι αναμνήσεων, ένας Αναμνηστικός Διαγωνισμός, ο απόλυτος και απολύτως τελευταίος, πολύ προχωρημένος και κουλτουριάρικος, που κάθε επεισόδιο θα γυριζόταν από σπουδαίους σκηνοθέτες, απ’ τον Μπιρσίμ ως τον Ταρκόφσκι, και όπου κάθε πολίτης θα διαγωνιζόταν με τον άλλο σε επίπεδο αναμνήσεων, και θα έβγαινε ο καθένας ανά επεισόδιο και θα διηγούταν τις αναμνήσεις του και θα παρουσίαζε το σχετικό αρχειακό υλικό, φωτογραφίες παλιές από το μάησπέης και προσωπικά κειμήλια όπως ο πρώτος ιός που κατέστρεψε τον σκληρό του δίσκο, και μετά το κοινό θα αποφάσιζε ποιανού αναμνήσεις ήταν καλύτερες και κάπως έτσι θα δημιουργούταν μια καινούργια αγορά, αυτήν των αναμνήσεων, καθώς έτσι θα παρουσιαζόταν μια ευκαιρία για κατασκευή, εμπόριο, πώληση, αγορά, μεταπώληση και ανταλλαγή αναμνήσεων για κάθε φέρελπι παίχτη του Αναμνηστικού Διαγωνισμού, θα δημιουργούταν αναπόφευκτα και ένα Χρηματιστήριο Αξιών Αναμνήσεων, και εντέλει απολογισμού ζωής για τον καθένα.

Και όποιος θα ‘φευγε απ’ το ριάλιτι, το σύστημα θα έσβηνε τις αναμνήσεις του, μαζί και την ανάμνηση της ύπαρξής του.    


15 Μαρ 2021

395 λέξεις άλλων*

Πολύ πρωί στην έπαυλη στο βουνό, ήμασταν ακόμη γεμάτοι γκλίτερ από την περασμένη νύχτα, η ανατολή δεν ήταν η πιο τέλεια που είχαμε δει, αλλά, δεν βαριέσαι, μας ήταν αρκετή, κι όταν τα μάτια μας συνήθισαν το φως, είδαμε το κρασί στο φούρνο μικροκυμάτων, το πιστόλι στο τραπέζι, την παρέλαση των περιπλανώμενων αγγέλων που τραγουδούσαν θλιμμένοι ύμνους για τη νύχτα που είχε περάσει και στρατιώτες που πουλούσαν τσιγάρα εγκατεστημένοι κάπου κοντά στα αστέρια. Μέχρι τότε, τα μόνο αστέρια που είχε δει ήταν αυτά του σινεμά, παρότι δεν έπαιξε ποτέ της σε ταινία. Τα γόνατά της ήταν γεμάτα πληγές γιατί κάθε φορά, προτού πάρει τη δόση της, έλεγε γονατιστή μια προσευχή, ύστερα έφτιαχνε τόστ και τάιζε τους γλάρους, που περνούσαν τον καιρό τους μαλώνοντας για ψίχουλα (περίπου σαν τους ανθρώπους), τους κερνούσε ένα τσιγάρο μετά και χάπια αντιψυχωτικά. Εκείνο το καλοκαίρι δούλευα καθαριστής χαλιών σε ένα ξενοδοχείο που το στοίχειωνε το φάντασμα ενός ναύτη που τον είχανε δολοφονήσει για να του κλέψουνε το θησαυρό. Αυτή ζούσε τη ζωή δύο ανθρώπων (ή και παραπάνω) σε ένα κορμί. Από τη μια πουλούσε λογισμικό αύξησης της παραγωγικότητας σε εταιρίες, νοσοκομεία και κυβερνητικές υπηρεσίες, παρότι δεν εμπιστευόταν τους υπολογιστές που φτιάχνανε και πουλούσανε όνειρα, όπως και καθετί άλλο που δεν έδειχνε κατανόηση στην ανθρώπινη ροπή για υποταγή σε νεαρούς δισεκατομμυριούχους που φοράνε ροκ τισέρτ και στήνουν αγάλματα προς τιμήν του εαυτού τους και των έργων τους, και από την άλλη εκανε διαρκώς εμετό που τον κάλυπτε με πριονίδι και αστερόσκονη, λες και δεν θα την παίρναμε χαμπάρι, σε εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα πολυτελείας όπου κάθε σαββατοκύριακο συνέρρεαν τα πλήθη για να βιώσουν την ανάληψη στους ουρανούς. Με φίλησε υπό το βλέμμα των μπάτσων που μου προκαλούσαν νευρικότητα και οι οποίοι, αφού γκρέμισαν την πόρτα, αποφάνθηκαν πως όλο αυτό το αίμα αποκλείεται να προήλθε από μια απλή ρινορραγία, και των γιατρών που επέμεναν πως πρέπει να ακολουθήσω κατά γράμμα την θεραπευτική αγωγή και πως το μόνο που θέλουν είναι να με βοηθήσουν να πάρω τις σωστές αποφάσεις για την υγεία μου. Ύστερα μου είπε, σόρυ έχω μια πολύ σημαντική συνάντηση και έχω αργήσει, πρέπει να φύγω, τα λέμε άλλη φορά, και μπήκε μέχρι τη μέση στη θάλασσα. Γύρισε κοιτώντας την κάμερα με ορθάνοιχτα μάτια κι ύψωσε θριαμβευτικά το μεσαίο της δάχτυλο κι από τα νύχια της βγήκε καπνός που σχημάτισε παρουσιάσεις powerpoint και μιαν υπενθύμιση, ότι όντως η αγάπη θα μας κάνει κομμάτια. 
 
* σκόρπιες λέξεις, όλες κλεμμένες από το υπέροχο άλμπουμ open door policy των Hold steady

20 Φεβ 2021

Δαρβίνος, η εξέλιξη των χαζών λογοπαιγνίων

Ήταν ένας άνθρωπος που δούλευε στην ΚΥΠ, κυπατζής στο τμήμα παρακολούθησης οπτικού ουτοπικού υλικού αλλά απολύθηκε γιατί αντί να βλέπει τα αντικείμενα, τα υποκείμενα και τα κατηγορούμενα παρακολούθησης, έβλεπε ολημερίς βίντεο στο γιουτιούμπ, απ’ αυτά με τα γατάκια, τα σκυλάκια, τα πιγκουινάκια και τα άλλα ζωάκια, και δεν παρέλειπε να πατά το κουμπί skip ad, για να αποφύγει τη διαφήμιση, κι εντέλει απολύθηκε γι’ αυτό, άραγε ποιο απ’ τα δυο; την εργασιακή του αμέλεια ή μήπως λόγω του σκιπ αντ, υπομονή η αλήθεια είναι κοντά, και για να τον εκδικηθούν οι μυστικές υπηρεσίες τον προσλάβανε στη θυγατρική τους, τον διαφημιστικό κλάδο, ως Skipατζή, δηλαδή κάποιον που θα πληρωνόταν να βλέπει ολημερίς βίντεο στο γιουτιούμπ, απ’ αυτά με τα γατάκια, τα σκυλάκια, τα πιγκουινάκια και τα άλλα τα ζωάκια, με την υποχρέωση να βλέπει ολόκληρες τις διαφημίσεις και μετά να σπεύδει skip βίντεο, μόλις ξεκινούσε το κανονικό βίντεο,  και επειδή χάζεψε από την πολλή διαφήμιση, κι έκανε διαρκώς ευτυχής χιχιχι, κατεληξε πίσω απ’ κάγκελα όχι της φυλακής, αλλά του ζωολογικού κήπου, ως χιμπατζής, διότι άμα τον βάζανε φυλακή, θα ήταν φυλπατζής, και τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει (ακόμα)

Εκεί (πού εκεί; μη μου πεις ότι δεν καταλαβαίνεις!) γνώρισε και τον τύπο που έτρωγε σουβλάκια, που μόλις είχε βγει απ’ το καζίνο, τι πιο φυσιολογικό από έναν ζωολογικό με πρώην κυπατζήδες νυν χιμπατζήδες σε κλουβιά στον προαύλιο χώρο ενός καζίνου που σερβίρει σουβλάκια, τραβάς τον μοχλό του κουλοχέρη σε σχήμα σουβλακίου και άμα κερδίσεις βρέχει σουβλάκια, και αντί για μάρκα ποντάρεις σουβλάκια, κι όλα αυτά γίνονταν εξαιτίας ενός ηλίθιου λογοπαιγνίου, που έκανε ένας άνθρωπος που έκανε ηλίθια αστεία, τι τρώνε ρε φίλε στα καζίνα; σουβlucky, για καλή επιτυχία, αστείο ε; χιχιχιχι, έκανε ο χιμπατζής, skip skip τι μαλακία είναι αυτή, φώναξε ο σκιπατζής, ενώ την ίδια στιγμή ο άοκνος κυπατζής παρακολουθούσε και κατέγραφε με την καμέρά του τα πάντα. 

13 Φεβ 2021

ο ενασανθρωποσπου

Ήταν ένας άνθρωπος που έγραφε παρατατικά κάτι αοριστίες, απερίγραπτες παρελθοντολογίες, που ξεκινούσαν συχνά με τη φράση «ήταν ένας άνθρωπος που», χωρίς καμία άλλη περιγραφή, γενικώς απέφευγε τις περιγραφές (τις μεταγραφές, τι προγραφές, τις απογραφές, τις γραφές, αγίες και αμαρτωλές) γιατί δεν ήξερε πώς να τις κάνει, ήταν ο χειρότερος στις περιγραφές, σαν σπίκερ ποδοσφαίρου που περιγράφει καλλιτεχνικό πατινάζ, το οποίο σημαίνει ότι ο άνθρωπος που έγραφε δεν ήξερε καθόλου τους άλλους ανθρώπους, παρά μόνον τον εαυτό του, δηλαδή ούτε κι αυτόν, είχε μείνει πολύ πίσω μεταξεταστέος στην πρώτη δημοτικού στο μάθημα της αυτογνωσίας, που είναι η μοναδική πραγματική πατριδογνωσία, διότι πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια, έτσι του είπαν κάποτε κι εντυπωσιάστηκε, αν και τα δικά του δεν θα καλοθυμόταν, για αυτό και δεν μπορούσε να τα περιγράψει, και κάπως έτσι, σαν τραύμα της παιδικής ηλικίας προέκυψε η αδυναμία του στις περιγραφές, εξ ανάγκης λοιπόν έγραφε γενικώς και αορίστως για «έναν άνθρωπο που», μέχρι που σκέφτηκε ότι έτσι υποσυνείδητα αποσκοπεί στο να ταυτιστεί ο κάθε αναγνώστης με τον «ενασανθρωσπου», δηλαδή με τον περιαυτολόγο, περιττολόγο, περιτωμματολόγο συγγραφέα, διότι χάριν της αοριστίας θα νιώσει πως αυτός ο ίδιος είναι ο «ενασανθρωσπου» και κατά συνέπεια έτσι, αν διαβαστούν αυτές οι αοριστολογίες απ’ όλον τον κόσμο, όλος ο κόσμος θα είναι ο ένασανθρωπουσπου, και άρα ο συγγραφέας, ο οποίος, όπως κάθε καλλιτέχνης μόνο με τον εαυτό του ασχολείται, δεν είναι και τόσο εγωκεντρικός εντέλει.

 


7 Φεβ 2021

ο άνθρωπος που αφού την άκουσε την είδε

Ήταν ένας εθισμένος στον ήχο που ήταν ηχολήπτης, δηλαδή λάμβανε ήχους, ταχυδρομικά απ’ όλον τον κόσμο, μέσα σε φακέλους, ήχους καθημερινούς αλλά και σπάνιους, ήχους εύθραυστους καλά τυλιγμένους με μπλίστερ, με τις φυσαλίδες ντε, που εννιά στους δέκα έχουν την τάση να τις σκάνε πατπατπατ, αλλά και ήχους βαριούς και ασήκωτους, βιομηχανικούς και μεταλλικούς μέσα σε τεράστια δέματα, και κάθε φορά είχε ένα έξης δίλημμα που ήταν το εξής, να ανοίξει τον φάκελο και ν’ ακουστεί ο ήχος, με κίνδυνο να μην ηχογραφηθεί και έτσι για πάντα να χαθεί, ή να κρατήσει τον φάκελο κλειστό, διατηρώντας τον ήχο για πάντα σφραγισμένο, ποτέ απελευθερωμένο,  με συνέπεια να μην ακουστεί ποτέ, καθιστώντας τον ήχο ανήκουστο, αρνούμενος έτσι στον ήχο την ίδια του την ύπαρξη, το έναν και μοναδικό του σκοπό, που είναι να ακούγεται, καθιστώντας τον μη-ήχο, άηχο, προφυλάσσοντας όμως έτσι τον κόσμο από ανεπιθύμητους ήχους, όπως του ρεψίματος, της κλανιάς, του κομπολογιού, του ταβλιού, των φρένων των λεωφορείων του ΟΑΣΘ, της τηλεόρασης, του κλιματιστικού, της ηλεκτρικής σκούπας, των εσεμές, των ρινγκτόουν, αλλά και στερώντας του υπέροχους ήχους όπως της φωνής της/του/των και του γέλιου της/τους/των, της σιγανής καλοκαιρινής βροχής, ακόμη και του τελευταίου χτυπήματος στην κιθάρα που γίνεται πηδώντας στον αέρα και χτυπώντας τις χορδές την κατάλληλη στιγμή, που ακόμη δεν έχω αποφασίσει αν αυτή η στιγμή είναι στην κορυφή του αλματος ή ακριβώς μόλις τα πόδια αγγίξουν τη γη,  και στη συνέχεια έγινε ο ηχολήπτης εγωιστής, δηλαδή άρχισε να ακούει τους ήχους μόνον αυτός, κρατώντας τους φακέλους κλειστους, αλλά με κάτι τεράστια ακουστικά σαν του γιατρού, στηθοσκόπια ντε, που αυτός τα έλεγε ηχοσκόπια, και μετά αποφάσισε να γίνει έμπορος των καλών ήχων,  να τους πουλά έναντι αδράς αμοιβής, και από ηχολήπτης κατήντησε παραλήπτης, δηλαδή λάμβανε ταχυδρομικά παράδες απ’ όλον τον κόσμο μέσα σε φακέλους. 

4 Φεβ 2021

η φαντασία στην εξουσία βλάπτει σοβαρά την υγεία

Ήταν ένας τύπος που είχε μπερδέψει την έννοια του φανταστικού, είχε ας πούμε κάτι φίλους, που ήταν οι καλύτεροι φίλοι που θα μπορούσε να έχει άνθρωπος, φανταστικοί ποιοτικά, μεταφορικά πώς το λέμε, αλλά αυτός ήταν πεπεισμένος ότι ήταν φανταστικοί κυριολεκτικά, αποκυήματα της φαντασίας του δηλαδή, και επειδή δεν ήθελε να έχει ψευδαισθήσεις, μια μέρα σταμάτησε να τους μιλά και άρχισε να τους αγνοεί, άλλωστε δεν υπήρχαν κυριολεκτικά, και όχι μεταφορικά,  και οι φίλοι του, αφού κάνανε και κάνανε υπομονή, ταπηροκρανιάστηκαν και γίνανε εχθροί του,  αλλά αυτόν δεν τον ένοιαξε γιατί ήταν πεπεισμένος πως και οι εχθροί του ήταν φανταστικοί, γεννήματα της φαντασίας του δηλαδή, και μετά αρρώστησε, και νόμισε πως ήταν κατά φαντασίαν ασθενής, ένεκα η αρρωστημένη φαντασία του, και κάπως έτσι τελείωσε η ζωή του, για την οποία ήταν πεπεισμένος ότι φανταστική κυριολεκτικά και μεταφορικά,  αλλά ήταν φανταστική ποιοτικά μόνο κατά φαντασίαν, κατά τ’ άλλα ήτο απολύτως πραγματική, άρα και βαρετή, όπως κι ο θάνατός του, που δεν είχε τίποτε φανταστικό, μεταφορικά και κυριολεκτικά,  ήταν απλώς αμετάκλητα οριστικός και αναξιοσημείωτος. 

31 Ιαν 2021

Κυριακή πρωί με την Ντίνα Καρρά

Αγαπημένο μου ιστολόγιο, όπως ίσως ξέρεις, αλλά μπορεί και να μην το ξέρεις, διότι δεν σου έχω γράψει τίποτε σχετικό όλον αυτόν τον καιρό, ζούμε μιαν πανδημία και ένα λοκντάουν και ένα αντεγαμηθείτεόλοι και κάθε Κυριακή όλοι οι Σαλονικείς φοράμε τα καλά μας και βγαίνουμε να αθληθούμε με ένα εσπρέσο στο χέρι στην παραλία, για το λόγο αυτό, επειδή με αρέσει να είμαι εναλλαχτικός, σήμερα έβαλα το καλό μου κοτλέ και τα γαλάζια αθλητικά μου, που καθόλου δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, και κίνησα για τους Κήπους του Πασά, μακριά από την παραλία, και μόλις βγήκα από το σπίτι είδα μπάτσους μπάτσους μπάτσους και κλούβες παντού, αλλά δεν περίμεναν εμένα, αυτοί από τότε που έχουμε ΝΔ είναι πάντα εκεί, λίγο παρακάτω άκουσα δυο τύπους σε ένα περίπτερο να συζητούν πολύ στοχαστικά και νηφάλια για τις πρόσφατες αποκαλύψεις παρενοχλήσεων στον καλλιτεχνικό χώρο και αργότερα, στην επιστροφή, οι ίδιοι τύποι αμετακίνητοι, εξίσου στοχαστικοί και νηφάλιοι συζητούσαν για τον Μπέρνι Σάντερς και την αμερικανική αριστερά, και στο μεσοδιάστημα μπήκα στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, είδα τάφους πολλών επιφανών και καθόλου τάφους φτωχών, και επειδή με τόση άθληση και με τόσο θανατικό μ' είχε πιάσει μια πείνα είπα να φάω καμια μπουγατσούλα κάνα ζαμποκασέρι, κι επειδή το μπουγατσοζαμπονοκασεράδικο της γειτονιάς μου εσχάτως δεν παίζει με ποιότητα ως άλλος Τσιτσιπάς, είπα να σταματήσω σε έτερο μπουγατσοζαμπονοκασεράδικο, για το οποίο είχα ακούσει λόγια επαινετικά ως προς την ποιότητα των προϊόντων, αλλά και κατηγορίες περί ιδιότροπου γερομπουγατσοζαμπονοκασεροπώλη, και οι φήμες αποδείχθηκαν κατά το ήμισυ αληθείς, δηλαδή ο μπουγατσοζαμπονοκασεροπώλης ήταν όντως ιδιότροπος (και ρουφομυξομύτης), προσωρινά εκτός λειτουργίας το ΠιΟΕς, είπε, εντάξει δεν πειράζει επιστρέφω αμέσως, του είπα, αφού του πρόσφερα χαρτομάντιλο, κι έτρεξα στην κοντινότερη τράπεζα τρία τετράγωνα μακριά αλλά το αρχίδι ο ρουφομυξομύτης γερομπουγατσοζαμπονοκασεροπώλης δεν μου είπε εγκαίρως ότι δεν έχει ρέστα από εικοσαυρω, οπότε αφού γύρισα από την τράπεζα και μου είπε ότι δεν έχει ρέστα, του είπα για δεύτερη φορά, αφού πρώτα για δεύτερη φορά του πρόσφερα χαρτομάντιλο, δεν πειράζει επιστρέφω αμέσως και έτρεξα σε πλησίον ξηροκαρπάδικο, όπου με το ζόρι μου χαλάσαν τα λεφτά, μόνον όταν τους είπα ότι είναι για τον καημένο τον ρουφομυξομύτη γερομπουγατσοζαμπονοπώλη που δεν έχει ούτε ένα ευρώ στην ταμειακή, και τέλος πάντων για τις φήμες έλεγα, που αποδείχθηκαν κατά το ήμισυ αληθείς, όντως ιδιότροπος ο μπουγατσομπανοκασεροπώλης, αλλά τα προϊόντα του ήταν δεν ήταν καλά, για την ακρίβεια ήταν σκατά και μάλιστα ακριβά, μιλάμε για το χειρότερο και ακριβότερο ζαμπονοκασέρι στην αγορά, και επειδή στεναχωρέθηκα από την τροπή που είχαν πάρει τα γεγονότα είπα να ανηφορίσω προς την αγαπημένη μου κάβα να πάρω καμιά μπίρα μαύρη κερκυραϊκή και κάνα ασπρολαγό βιδιανό κρασί, ξεχνώντας όμως πως είναι Κυριακή, και η κάβα ήτο κλειστή, και είχε αρχίσει να στραβώνει πολύ η διάθεσή μου, οπότε είπα για να με γλυκάνω να πάρω κάνα γλυκό, και μπήκα στο πρώτο ζαχαροπλαστείο που βρήκα μπροστά μου, να πάρω δύο μιλφέιγ, διότι το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς μου δεν παίζει (κι αυτό!) με ποιότητα εσχάτως ως άλλος Τσιτσιπάς, και ζήτησα κάτι ρυζόγαλα (όχι για μένα) και δύο μιλφέιγ (για μένα) και η μιλφεϊγοπώλισσα με έβαλε σε δίλημμα τρελό, θέλετε μιλφέιγ το κλασικό ή το καινούργιο με αγριοκέρασο; κόντεψα να πάθω πανικό, έψαχνα ξουράφια να χαρακωθώ, δεν ήξερα τι να διαλέξω, πήρα δύο και απ' τα δυο, και ευτυχώς, ευτυχώς, θεέ των γλυκών, που συγχώρεσες τον Παναή, το μιλφέιγ ήτο εξαιρετικό και όταν πέρασα μπροστά από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς που την είδε Τσιτσιπάς σήκωσα ψηλά τη σακούλα του ανταγωνισμού και το μεσαίο μου δάχτυλο και φαντάστηκα το βράδυ την σοκαρισμένη υπάλληλο να γράφει στο αγαπημένο της ημερολόγιο για τον τρελό που πέρασε από το μαγαζί και έκανε άσεμνες χειρονομίες και πλησιαζοντας προς το σπίτι είδα μπάτσους, μπάτσους, μπάτσους, κλούβες, αλλά δεν ήταν για μένα, αυτοί από τότε που έχουμε ΝΔ είναι πάντα εκεί, και ανέβηκα στο σπίτι να ακούσω λίγη μουσική και διαπίστωσα πως στη σιντιέρα του γραφείου είχα μέσα το Closer των Joy Division και στου σαλονιού το Unkown Pleasures των ιδίων και είπα βάλε ρε χλεχλέ κάτι χαρούμενο, κι έβαλα ένα του Λένον που δείχνει κάτι εξοχές στο εξώφυλλο και που ξεκινά με κάτι πένθιμες καμπάνες και μετά μόλις πήρα να γράφω ο Μπαγλαμάς (γάτος) πήδηξε στην αγκαλιά μου.
Και γλυκάναν όλα.  

30 Ιαν 2021

ο άνθρωπος που ήταν φίλος με τον ήχο

Ηταν ένας τύπος που άκουγε πολλή μουσική, και μάλιστα όχι μόνον πολλή αλλά και καλή μουσική, κάθε μέρα όλη μέρα, και μια μέρα αποφάσισε ότι πρέπει να ακούει καλύτερα την πολλή και καλή μουσική, και αφού πρώτα έκανε πολυετή ενδελεχή έρευνα αγοράζοντας με λαμπρό ζήλο οτιδήποτε ηχοφιλικό περιοδικό,  πήγε και αγόρασε ένα σούπερ ουάου ηχοσύστημα και κάτι μείχτες και κάτι φέτες, όχι ψωμιού, όχι τυριά, όχι μποντιμπιλντερά, και συνέχιζε να ακούει πολλή και  καλή μουσική όλη την ώρα, πεισματικά, σαν το φανάρι που έπεσε αφού έπεσε απάνω του κάποιος ασυνείδητος οδηγός, και πεισματικά συνεχίζει να δουλεύει, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τους ανθρώπους, πέφτουν,  ξαναπέφτουν, αλλά περιέργως συνεχίζουν πεισματικά να λειτουργούν, άκουγε λοιπόν καλύτερα πολλή και καλή μουσική με έναν τρόπο σπασαρχίδικο για τον περίγυρό του, ζώντα και μη, και επειδή κάποιος του είπε πως ο,τι υπάρχει στο χώρο επηρεάζει την ποιότητα ακρόασης της μουσικής, πήρε να αλλάζει θέση στους ανθρώπους και στα πράγματα, αλλά οι άνθρωποι τσατίστηκαν και φύγανε και τον αφήσανε μόνο του στο επιπλωμένο σαλόνι, και  κάθε φορά που άκουγε καλύτερα την καλή και πολλή μουσική, άλλαζε θέση στα έπιπλα, έβαφε στο χρώμα που μισούσε τις κουρτίνες, τα χαλιά και τα κιλίμια, έσπαγε τις πορσελάνες Βοημίας, πετούσε τις πολυθρόνες από το παράθυρο και στο φωταγωγό παλιές ελαιογραφίες του Γκόγια, τα σκυλιά  του έδωσε στον Μπόγια, μέχρι που κατάλαβε ότι αυτή η κατάσταση δεν γινόταν να συνεχιστεί, και μία βρήκε μόνον λύση: σταμάτησε να ακούει μουσική. Κι απόμεινε ολότελα μονάχος, να απολαμβάνει τον ήχο της σιωπής. 

22 Ιαν 2021

Γιατί ήταν ή ταν ή επί τας αδήριτος ανάγκη το επαναλειτουργείν των ΟΠΑΠτζίδικων και πώς καθιερώθηκε η φράση μη μου τους κύκλους τάραττε ως fashion statement σε εποχές πανδημίας

Ήταν μια φορά ένας τύπος σε ένα οπαπτζίδικο, απ’ αυτούς που ξημεροβραδιάζονται εκεί πέρα παίζοντας ΚΙΝΟ και στο μεσοδιάστημα των κληρώσεων δηλώνοντας ότι ο Αριστοτέλης ήταν ή ταν επί τας σπουδαιότερος του Πλάτωνος και αφηγούμενος έξοχες ιστορίες όπως την ακόλουθη, ήταν ή ταν ή επί τας μια φορά κάτι τύποι τραγουδιστές σε σκυλάδικο και κάνανε πρόβα στο διαμέρισμα του πληχτρά, που τον φωνάζανε μεταξύ τους χλευαστικά «ο μαέστρος» και ο οποίος στα νιάτα του διατέλεσε μέλος μπλακμέταλ συγκροτήματος, μέχρι που έξαλλος και ημίγυμνος ο γείτονας, άνδρας με τα όλα του των ΜΑΤ της εποχής, που είχε νυχτερινή βάρδια στο ξυλοκοπείν, αλύχτισε σκασμός ουστ κοπρόσκυλα, και πετάχθηκε από την μπανιέρα του ο έτερος γείτων, ο την άνωση σκεπτόμενος και σε αγαπησα στο μέγιστο βαθμό μερακλωμένος Αρχιμήδης και γυμνός χλιμίντρισε μη μου τους σκύλους mutάρετε κωλόμπατσε, και κάπως έτσι ξεκίνησαν τα διάφορα αστεία αυτού του τύπου, σε φάση μη μου τους κούκλους τάραττε, μη μου την Κου Κουξ Κλαν τάραττε, μη του τους Κλάιν Μάιν τάραττε και σε μια εξέλιξη ακραίου μιμητισμού ο καθ’ έξιν και κατ’ εξακολούθησιν ημιγυμνισμός και γυμνισμός, Σόδομα και Γόμορα, μέχρι που φτάσαμε στο μη μου τους κύκνους τάρανδε, που άκουσε μια μέρα ένας κιορατάς κυκνόφιλος, και καθότι ετι χειροτέρα της πανδημίας ημιγυμνισμού και γυμνισμού είναι αυτή των κακών λογοπαιγνίων των Σεμοδα Γομαριών, σαν κι εκείνο που σκότωσε εντέλει τον Αρχιμήδη, ο οποίος, καθότι θιασώτης του γυμνισμού, έφτιαχνε με τον φαλλόν του κύκλους εις την άμμο τραγουδώντας προφητικα ως έτερος Πάνος Γαβγαλας "είναι κακό στην άμμο να φτιάχνεις κυκλάκια, ο μπάτσος θα τα κάνει συντρίμμια κομμάτια" και ψέλλισε μη μου τους κύκλους τάραττε προτού βρει φριχτό θάνατο από τον άυπνο κυριολεκτικά και μεταφορικά φρουρό του νομου γείτονά του, επαγγελματία του ξυλοκοπείν, όστις έφερε βαρέως το αρχικό λογοπαίγνιον, ως προσβολήν της αισθητικής του μεγαλυτέρα απ’ αυτήν της τιμής του, που συνιστούσε η ύβρις κωλόμπατσε, και κάπως ούτως οι αρχές αποφασίσαν να καθιερώσουν πάραυτα τη φράση μη μου τους κύκλους τάραττε που, εντάξει, μεταξύ μας, τώρα, κανείς δεν θέλει να τη θυμάται γιατί ουδείς επιθυμεί να φαντάζεται τον Αρχιμήδη γυμνό. 

Γι’ αυτό να χαίρεστε που ξανανοίγουν τα οπαπτζίδικα.

 

18 Ιαν 2021

O ΜΙΚΡΟΠΟΥΤΣΟΠΟΥΚΑΜΙΣΑΚΗΣ

Δούλευε ως εναλλακτικό κοινωνικό μοντέλο, την ημέρα της ενηλικίωσής του όμως έγινε λιάρδα και πήρε να συλλογάται (ελεύθερα, διότι όποιος συλλογάται ελεύθερα συλλογάται καλά, αλλά όποιος συλλογάται καλά δεν συλλογαται εξ ορισμού και ελεύθερα, οι δε ελεύθεροι καθόλου δεν συλλογούνται, οι μεν καλοί όλη την ώρα) την επερχόμενη, ενήλικη αλλαγή στην εμφάνισή του, στον ενδυματολογικό του κώδικα, τέλος πια τα σταμπωτά μπλουζάκια συγκροτημάτων που είχαν σαρανταρίσει, όπως κι αυτός, ή κάτι άλλα ανώριμα σαν κι εκείνο με τις τυπωμένες δυσδιάκριτες πούτσες που φορούσε τελευταία και αποτέλεσε αφορμή να τον φωνάζουν ο ΜΙΚΡΟΠΟΥΤΣΟΜΠΛΟΥΖΑΚΗΣ, στροφή πλέον στην ενήλικη ενδυμασία, πουκάμισα κυρίως, είχε να φορέσει πουκάμισο από τότε που φορούσε καρώ γκραντζ πουκάμισο πάνω από μια μωβ ξεχειλωμένη τρύπια φόρμα και κυκλοφορούσε στα πιο τρέντι μπαρ των Αθηνών και περιχώρων, αλλά τι είδους πουκάμισα, πουκάμισα με λαχούρια, ή με μικρά αστεράκια, πολύ μικρά, δυσδιάκριτα, και γιατί αστεράκια και όχι πουτσάκια; σκέφτηκε, και φόρεσε ένα υποκάμισο γιομάτο πούτσες, τόσο μικρές που δεν τις έπιανε ανθρώπου μάτι (ούτε χέρι), και από κείνη την ημέρα κυκλοφορούσε κορδωτός στο δρόμο με το υποκάμισο και τον φωνάζανε ο ΜΙΚΡΟΠΟΥΤΣΟΚΑΜΙΣΑΚΗΣ.
Αξίζει δε να σημειωθεί, για λόγους ιστορικούς (διότι η ιστορία θα επαναληφθεί ως φάρσα, ως τραγωδία, ως κωμωδία, και λαοί που δεν μαθαίνουν από την ιστορία, δηλαδή τη φάρσα, την τραγωδια, την κωμωδία, θα καταστραφούν) πως το υποκούμισο ήτο ηλεχτρονικό, τελευταία λέξη της μοδός και τεχνολογικώς, και κάθε φορά που ο ΜΙΚΡΟΠΟΥΤΣΟΠΟΥΚΑΜΙΣΑΚΗΣ ένιωθε λυπημένος τα πουτσάκια ήτο στραμμένα προς τα κάτω, σε νορμάλ συναισθηματική κατάστασιν σε θέση οριζόντια, ενώ όποτε ένιωθε τυχερός και με έξαψη τα πουτσάκια ορθώνονταν καθέτως, μόνο που εντέλει ουδεμία σημασία είχε αυτό, καθότι τα πουτσάκια ήταν τόσο μικρά που ουδείς μπορούσε να διακρίνει την ακριβή τους θέση.
Μήπως ρε φίλε θεωρηθεί αυτό το κείμενο Ο ΜΙΚΡΟΠΟΥΤΣΟΠΟΥΚΑΜΙΣΑΚΗΣ, οι χαρακτήρες και ο γράφων ο ίδιος και έτι χειρότερα το ίδιο το υποκάμισο προσβολή της αισθητικής, της κοινής λογικής, της αξιοπρέπειας, της δημοσίας αιδούς, κακόγουστο αισθητικά, καλλιτεχνικά και ενδυματολογικά;
Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. 

17 Ιαν 2021

Πώς βγήκε η φράση «ακόμη κι αν ήσουν το τελευταίο άτομο στη γη»


Ηταν μια φορά ένα άτομο που αγαπούσε ένα άλλο άτομο, και το δεύτερο άτομο είπε στο πρώτο άτομο «κοίτα να δεις, δεν είμαι ακόμη έτοιμο για ένα άτομο σαν και σένα, δεν είναι ακόμη ο καιρός για μας, για να στο κάνω πιο λιανά, μόνο αν ήσουν το τελευταίο άτομο στη γη θα μπορούσε να γίνει κάτι μεταξύ μας» και, μην έχοντας τίποτε καλύτερο να κάνει εκείνη αλλά και τις πάρα πολλές επόμενες ημέρες, είχε και λιακάδα, τυμπανοκρουσίες, σημαιάκια, άψογους σχηματισμούς των αντιαεροπορικών μας σκαφών, γιορτή του έθνους, της σημαίας και του πυροβολικού, κανονιοβολισμοί, μπαμ-μπουμ, μπαμ μπ-ουπς! ξεφύγαμε και αλλάξαμε κανάλι, το πρώτο άτομο στήθηκε στην ουρά και περίμενε να έρθει ο καιρός να γίνει κάτι μεταξύ τους, αλλά η ουρά δεν προχωρούσε, άλλωστε ήταν στην κυριολεξία το τελευταίο άτομο στην ουρά όλων των ατόμων της γης, κι αφού το καλοσκέφτηκε, μετέτρεψε σε πλεονέκτημα τη μειονεκτική αυτή θέση και πήρε να μαχαιρώνει πισώπλατα όλα τα μπροστινά του άτομα, κι έγινε έτσι το πρώτο «κατά συρροήν δολοφόνος» άτομο στην ιστορία, κι έτσι κάπως οι αρχές αποφάσισαν να μη δίνονται κίνητρα για αντίστοιχες ενέργειες και διέταξαν πάραυτα τη μετατροπή της επίμαχης φράσης σε «ακόμη κι αν ήσουν το τελευταίο άτομο στη γη».

15 Ιαν 2021

η λύση για τα καμένα λίπη

Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει εντρεπρενούρ άπλωσε προσεχτικά την κρέμα απολέπισης στις σκληρές σαν πέτρα που πετάχτηκε στους μπάτσους και κοφτερές σαν ξυράφι νεογιάπη ανθυποστελέχους πολυεθνικής με μεγάλα όνειρα φτέρνες του και περίμενε υπομονετικά να πέσουν τα νεκρά κύτταρα από το πέλμα του όπως η πιτυρίδα του στο βιβλίο του Σχολικού Επαγγελματικού Προσνατολισμού, τελευταία ώρα και τελευταίο θρανίο στο λύκειο, και ξάφνου στο άδειο, σκοτεινό και αραχνιασμένο του μυαλό, σαν νεόδμητο διαμέρισμα που έχει μείνει χρόνια απούλητο ένεκα η κρίση, άναψε ένας γλόμπος και πήρε να σκέφτεται ότι εφόσον υπάρχουν τα προϊόντα απολέπισης (πίλινγκ), που απομακρύνουν τα νεκρά κύτταρα από το δέρμα, θα ήταν καλό και κερδοφόρο να υπάρχουν και προϊόντα απολύπησης (λύπινγκ) που διώχνουν τη λύπη από τον άνθρωπο, «και ποια να είναι άραγε αυτά τα προϊόντα;» τον ρώτησε μια πιο έξυπνη απ’ αυτόν φωνή, και κόλλησε και δεν ήξερε τι να αποκριθεί και ώρες μετά, αφού η απολέπιση είχε ολοκληρωθεί, σκέφτηκε ότι την απολύπηση τη φέρνουν τα χαμόγελα, τα γέλια, οι κουβέντες και οι αγκαλιές των άλλων και μετά σκέφτηκε ότι ευτυχώς ή δυστυχώς τίποτε απ’ αυτά δεν είναι προϊόν, άρα δυστυχώς δεν πρόκειται να πιάσει την καλή με την απολύπηση, ωστόσο ένιωσε αρκετά χαρούμενος που το σκέφτηκε όλο αυτό και έστω για λίγο έδιωξε τη λύπη μακριά.  


2 Ιαν 2021

Κάλορ μάη λάηφ γουιδ δε κέηος οβ τρομπλ

ο άνθρωπος που δεν προλάβαινε να εκπληρώσει τα καθήκοντά του είτε επειδή ήταν πολύ αργός είτε επειδή μισούσε τα καθήκοντά του είπε δεν γαμείς ούτως ή άλλως δεν προλαβαίνω και βγήκε έξω να κάνει ένα τσιγάρο στο πεζουλάκι στη Μητρόπολη και πήρε να παρατηρεί τον κόσμο που στεκόταν στη στάση του λεωφορείου και είδε δύο πράγματα που του φάνηκαν πολύ αστεία και ένας γλόμπος άναψε στο μυαλό του, και σταμάτησε τον πρώτο τυχόντα περαστικό και του είπε άκου να σου πω μια αστεία ιστορία, στη στάση του λεωφορείου έτρεχε μια κυρία να προλάβει το λεωφορείο φορτωμένη κάτι σακούλες με γλυκά, τσουρέκια μάλλον, από γνωστό ζαχαροπλαστείο της πόλης, και σκάλωσαν οι σακούλες στα καγκελάκια του πεζοδρομίου και σκίστηκαν και πέσαν τα γλυκά, και δεν πρόλαβαν το λεωφορείο ούτε τα γλυκά ούτε οι σακούλες ούτε η κυρία που τις κουβαλούσε, ηθικό δίδαγμα ποτέ να μην τρέχεις κρατώντας σακούλες με γλυκά, και μετά η κυρία αφού κοντοστάθηκε είπε να πάει να ανάψει ένα κεράκι στο παρεκκλήσι της μητρόπολης που ήταν κοντά στη στάση αλλά δεν πρόλαβε να ανάψει το κερί και ένα άλλο λεωφορείο πέρασε και η κυρία έκανε μεταβολή να προλάβει το καινούργιο λεωφορείο χωρίς να προλάβει να ανάψει το κερί, αλλά πάλι δεν πρόλαβε το λεωφορείο, έμεινε με το σβηστό κερί στο χέρι, και εντέλει ξαναμαναστράφηκε να ανάψει το κεράκι της, ηθικό δίδαγμα ποτέ να μην ανάβεις κερί περιμένοντας το λεωφορείο ή και το αντίθετο, ποτέ περιμένεις το λεωφορείο όταν ανάβεις ένα κερί, και ο πρώτος τυχών περαστικός είπε του ανθρώπου που δεν προλάβαινε «μα πού το βρίσκεις το αστείο, είσαι καλά άνθρωπέ μου;», κι ο άνθρωπος που δεν προλάβαινε του είπε στάσου να δεις όμως τι ωραία ιστορία μπορεί να γραφτεί, κι ο πρώτος τυχών περαστικός του είπε «χέσε με φιλάρα, δεν έχω χρόνο να ακούω τις μαλακίες σου», κι έτσι δεν άκουσε ότι ο άνθρωπος που δεν προλάβαινε σκέφτηκε να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο που θα ξεκινάει με την κυρία με τις σακούλες με τα γλυκά στο χέρι να τρέχει να προλάβει το πρώτο λεωφορείο και να το χάνει και θα τελειώνει με την κυρία που με το κερί στο χέρι έχοντας χάσει και δεύτερο λεωφορείο ξαναμαναστρέφεται προς το παρεκκλήσι, και στο κυρίως μέρος, σε αυτά τα ελάχιστα δευτερόλεπτα μεταξύ χασίματος λεωφορείου και ξαναμαναστρεψίματος προς άναμμα κεριού, αυτή θα σκέφτεται και ο συγγραφέας θα εξιστορεί όλη τη ζωή της, μια ζωή γιομάτη απωθημένα, γιομάτη πράγματα που δεν πρόλαβε να κάνει, κι ο πρώτος τυχών περαστικός που είχε ήδη φύγει δεν πρόλαβε να δει τον άνθρωπο που δεν προλάβαινε να μην προλαβαίνει να γράψει το βιβλίο, γιατί καθώς βιαστικός πήγε να περάσει το δρόμο, τον πήρε παραμάζωμα ένα άλλο λεωφορείο (ηθικό δίδαγμα, πάντα κοιτάμε στο δρόμο προτού τον διασχίσουμε), στο οποίο επιβιβάστηκε θριαμβευτικά η κυρία που στο μεταξύ είχε προλάβει να ανάψει ένα κεράκι.