30 Μαρ 2015

Ενα καυτό κοινωνικό ζήτημα

Στο πρώτο ένα τρίτο του Ενάντια στη Μέρα, οι περίπου εκατό ήρωες του Τόμας Πίντσον περιφέρονται στη Γη, πάνω αλλά και κάτω από αυτήν, κάποιες φορές με απροσδιόριστους σκοπούς, κάποιες φορές ασκόπως, εμπλεκόμενοι σε λογιώ-λογιώ σουρεαλιστικές ως επί το πλείστον περιπέτετειες, η σύνδεση των οποίων παραμένει χαλαρή και οπωσδήποτε δύσκολα παρακολουθήσιμη, ίσως γιατί, στο πλαίσιο του γαμημένου του μεταμοντερνισμού, ουδόλως ενδιαφέρει τον συγγραφέα να καταλάβεις τα πάντα, αυτό που αντιθέτως φαίνεται να τον ενδιαφέρει είναι η επίδειξη του άψογου στιλ του, ή για την ακρίβεια η επίδειξη των πολλών άψογων στιλ γραφής που μπορεί να υιοθετήσει, διότι το Ενάντια στη Μέρα δεν είναι ενα απλό μυθιστόρημα, είναι τουλάχιστον δέκα μυθιστορήματα σε ένα, γραμμένα το καθένα με το δικό του στιλ, κι αυτό οπωσδήποτε μοιάζει γοητευτικό και απολαυστικό, ίσως όμως και αρκετά χαοτικό, όσο απολαυστική, ίσως όμως και χαοτική, θα ήταν μια ποδοσφαιρική ομάδα αποτελούμενη μόνο από παιχταράδες (και Μέσι και Κριστιάνου Ρουνάλντου ο Αντιπαθητικός και Ρουνάλντου ο Κανονικός ο αποκαλούμενος και Χοντρός και Ρουναλντίνιου και Ζιντάν και Ντελ Πιέρο και Νεκτάριος ο ολυμπιακός που παίζαμε μπάλα μαζί στην αλάνα και τα λοιπά και τα λοιπά), αυτό που ωστόσο λείπει από μια ομάδα στην οποία ξεχειλίζει η τεχνική, είναι η ψυχή ενός Πουγιόλ ή ενός Ματσεράνο, αυτό θέλω να πω, ότι παρά την άρτια τεχνική του, την ακατάπαυστη επίδειξη γνώσεων ιστορικών, επιστημονικών, παρά τα λογοπαίγνια και τα συνεχή υπονοούμενα και κλεισίματα του ματιού, παρά τις ποπ αναφορές και τις απίστευτες λεπτομέρειες που υπάρχουν στο Ενάντια στη Μέρα, η καθεμιά από τις οποίες μπορεί να σε οδηγήσει σε ένα άλλο σύμπαν, ώρες ώρες νιώθω ότι όλα αυτά είναι κάπως άψυχα, χωρίς στάλα συναισθήματος, ότι τέλος πάντων μια κουράδα του Μπουκόφσκι έχει περισσότερο ψυχή από τις χίλιες διακόσιες τόσες σελίδες του Ενάντια στη Μέρα, μην οργίζεσαι πιντσονικέ μου αναγνώστη, κι εγώ τον θαυμάζω και τον απολαμβάνω, απλώς τα βιβλία-τούβλα, τα ογκώδη, είναι τόσο φιλόδοξα, τόσο μεγαλομανή, τόσο αυτάρεσκα, ειδικά στη μορφή του Ενάντια στη Μέρα, το οποίο απαιτεί κι άλλες αναγνώσεις στο μέλλον, που καμιά φορά ξεσπάω και σκέφτομαι «αν είναι δυνατόν, όλη μου τη ζωή δηλαδή με σένα θ' ασχολούμαι, τη στιγμή που υπάρχουν και γράφονται ακόμη και τώρα τόσα βιβλία που αξίζει να διαβαστούν;».
Με πνίγει η αγανάκτηση, καταλαβαίνεις, έχω τα προβλήματά μου.


29 Μαρ 2015

Ναι, το ξέρω, τουλάχιστον ακαλαίσθητο, αν όχι κάτι χειρότερο

Τώρα τελευταία, ανταποκρινόμενος στον αίτημα της εποχής για καινοτομία, εργάζοταν ως γράφτης. Γράφτης με ειδικότητα στ' αρχίδια. Επρόκειτο για μια αμφίρροπη αναμέτρηση σε σχήμα φαύλου κύκλου μεταξύ του ιδίου και όλων των υπολοίπων: όσο του πρήζανε τα αρχίδια, τόσο περισσότερο χώρο είχε για να τους γράφει όλους και όλα εκεί πέρα. Είχε κι ένα γραφείο για τα ραντεβού με τους πελάτες του, για να μπορεί να τους γράφει και να μην πηγαίνει ποτέ. Μέσα στο χωρίς έπιπλα γραφείο υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο στο πάτωμα κι ένας αυτόματος τηλεφωνητής που μάζευε τα μηνύματα, απορημένα αρχικά, αγανακτισμένα στη συνέχεια και απειλητικά εντέλει από πελάτες και μη, που ο γράφτης τούς είχε γράψει στα αρχίδια του -με το αζημίωτο φυσικά. Καθότι επρόκειτο για καινοτόμο εγχείρημα, δεν υπήρχε ανταγωνισμός, άρα στις μονοπωλιακές συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά μπορούσε να χρεώνει το γράψιμο κατά το δοκούν. Μια μέρα, απροσδόκητα, ένας αστάθμητος παράγοντας, ψυχολογικός τρόπον τινά, έπληξε την επιχείρησή του: ο γράφτης δεν είχε πια έμπνευση, έπαθε writer's block, κόλλησε, δεν ήξερε πια τι να γράψει στ' αρχίδια του, του φαίνονταν όλα ίδια, παρωχημένα και χιλιοσταρχιδιατουγραμμένα. Κι έτσι χρεοκόπησε, αναγκάστηκε να κλείσει το γραφείο του και να μείνει χωρίς δουλειά, αλλά δεν τον ένοιαξε, το έγραψε κι αυτό στα τέτοια του, παλιά του τέχνη κόσκινο, άλλωστε.


26 Μαρ 2015

Μια μέρα που δεν ήταν Δευτέρα κι ούτε είχε λιακάδα

Μια μέρα, που έμοιαζε αλλά δεν ήταν Δευτέρα, ούτε είχε λιακαδα, με το ποτήρι γεμάτο καθόμασταν, δεν θυμούμαι πόσοι ακριβώς, στο μισογεμάτο ή μισοάδειο μπαρ και παίζαμε κουίζ με τους σελέμπριτι κι ανταλλάσσαμε τυχερούς αριθμούς για το τζόκερ και διαλέγαμε λαχεία ο ένας για τον άλλον υποσχόμενοι δώρα και ποσοστά επί των μελλοντικών κερδών μέχρι που κάποιος θυμήθηκε ότι μια φορά είδε στον ύπνο του πως ήταν στα x-files μαζί με τη Ντέινα Σκάλι αλλά δεν διευκρίνισε τι εννοούσε μαζί, αν δηλαδή τα είχανε ή αν απλώς κοιτούσανε μαζί τα αστέρια, που να κοιτάς μαζί με κάποιον τα αστέρια δεν είναι και τόσο σημαντικό όσο λένε τελικά, γιατί μπορεί να τα κοιτάς και να νιώθεις μόνος, και με τα κέρδη από τα παίγνια στέλναμε ο ένας τον άλλο σε μέρη εξωτικά ή στις μεγαλοπούλεις του κόσμου, Νέα Υόρκη, να πας στο ΜΟΜΑ, όχι αυτά του Καμμένου, και σε μικρές τζαζ σκηνές ν' ακούς αυτοδίδακτους ινδιάνους μουσικούς που έχουν συνεργαστεί μ' όλον τον κόσμο και δεν ξέρω αν στο έχω πει, αλλά θα στο πω τώρα, δεν θέλω πια να γράφω, δοκίμασα με όλους τους τρόπους, δεν κατάφερα τίποτε, γενικότερα τριάντα τόσα χρόνια δεν κατάφερα τίποτα, δοκίμασα να γράψω και σε όλα τα πρόσωπα, πρώτο, δεύτερο και τρίτο, πάντα ενικό, ποτέ πληθυντικό, δεν είχα τέτοια φιλοδοξία, να γίνω η φωνή των πολλών, δεν θέλω πια να γράφω, δεν θέλεις πια να γράφεις, δεν θέλει πια να γράφει, δοκίμασα να γράψω σε όλα τα πρόσωπα ξαναλέω, σε πρόσωπα γνωστά μου αλλά και άγνωστα, ναι, έγραψα και σε σένα, αλλά δεν κατάλαβες τίποτε, ή δεν κατάλαβα να κατάλαβες τίποτε, και είδα ψες στον ύπνο μου ότι προσπαθούσα να θυμηθώ το όνειρο που είχα δει προχθές και το θυμήθηκα αλλά τώρα δεν το θυμάμαι, θυμάμαι όμως που μετά, χθες στον ύπνο μου, κατέβηκα από την ταράτσα εκείνη κάπου στη Νότια Γαλλία για να βρω σπανακοτυρόπιτα κι ήμουν πολύ περήφανος που βρήκα στην πρώτη μπουγατσερί και συνεννοήθηκα άψογα με τα κουτσογαλλικά μου και βγήκαμε μετά στον κατήφορο σ' εκείνη την πλαγιά και τρέχαμε ο ένας πίσω από τον άλλο, και ξέρεις, όταν τρέχεις σε μια βουνοπλαγια προς τα κάτω, επιταχύνεις και δεν μπορείς να σταματήσεις και η μοναδική λύση είναι το αναπόφευκτο να γκρεμοτσακιστείς, ή αν είσαι τυχερός να μπεις σ' ένα ασανσέρ μαζί με τον μακαρίτη τον Φυντανίδη, δεν κάνω πλάκα, έχω έναν φίλο που μπήκε μια φορά στο ασανσέρ μαζί του αλλά δεν βγήκε σοφότερος από το σύντομο διάλογό τους, πού πηγαίνετε; κάτω; ναι, κάτω προς την κόλαση, απάντησε αυτός, κι βγήκε από το ασανσέρ ο φίλος μου δεν ξέρω πού πήγε, αλλά όταν εγώ βγήκα από το ασανσέρ βρέθηκα σε μιαν έρημο με γυμνές φιγούρες να απλώνουν τη σκιά τους κάτω από τον χαμηλοτάβανο ουρανό και στο βάθος σέρνονταν καλώδια σαν φίδια και στο παράθυρο στεκόταν ένας γέροντας να κοιτάει τον καιρό, να κοιτάει τη βροχή, περιμένοντας μπας και σταματήσει, τόση βροχή και τόση έρημος πρώτη φορά στα χρονικά, άραγε γιατί οι ηλικιωμένοι ενδιαφέρονται τόσο πολύ για τον καιρό, αν θα βρέξει, θα χιονίσει, θα κάνει κρύο ή ζέστη; κι έχουμε τώρα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μαζί με κάτι ΑΝΕΛ και μ' εχει πιάσει η σιωπή, δεν έχω τίποτα να πω και ντρέπομαι κάπως γι' αυτό γιατί τίποτε δεν έχει -ούτε προβλέπεται να- αλλάξει, είναι ξες μια τεχνική στο βίντεο αυτή, πολύ απλή, βάζεις τα πάντα να κινούνται γρήγορα, να εξελλίσσονται, να προοδεύουν, και κάθεσαι εσύ ακίνητος να σε προσπερνάνε όλοι, το σύμπαν, οι χελώνες, οι παλιοί συμμαθητές, οι φίλοι κι οι εχθροί, η ζωή η ίδια, φτηνός συμβολισμός αλλά κάπως έτσι νιώθω, νιώθεις, νιώθει και τέλος πάντων για αυτό δεν θέλω πια να γράφω, γράφεις, γράφει, ίσως γιατί οι άλλοι γράφουν καλύτερα, κάνουν καλύτερα, παράγουν καλύτερα, χρησιμεύουν τέλος πάντων περισσότερο. 


10 Μαρ 2015

Λυπαρό και λιπηρό

Στα βιβλία ενός φίλου δίαιτα γύρευα να βρω
τόσες σελίδες και λέξεις, μοναχά θανατικό
τα λόγια των ποιητών δεν είναι γιατρικό
παχαίνω λεπτό με το λεπτό
Πάω να σκάσω (διπλής), στο τέλος θα με πουν χοντρό,
πώς να ξεφύγω από των μπάτσων το κυνηγητό
όλα θα τα ξεράσω για λίγο φαγητό
και στο αντάρτικο πώς θ' ανέβω στο βουνό;

7 Μαρ 2015

Αύριο θα έχει αλλάξει γνώμη

Διψούσε για κυριολεξία. Πέθαινε για λίγη κυριολεξία. Καταλάβαινε την αντίφαση αυτού που έγραφε. Αλλά δεν άντεχε άλλο τις τρολιές, τα hoaxes, την ειρωνεία, τους σαρκασμούς. Δεν άντεχε να ψάχνει να βρει τ' αντίθετο απ' το με τις λέξεις δηλούμενο. Δεν άντεχε να ψάχνει να βρει την πραγματική είδηση μέσα σε έναν κυκεώνα ψευτοειδήσεων, προπαγάνδας και φημών. Δεν άντεχε τη φράση «κλαίω» όταν κάποιος γελούσε. Δεν άντεχε τα ανέκφραστα lol, rofl, τα εμέτικονς των εύκολων και παροδικών -όσο κι η μνήμη του χρυσόψαρου- συναισθημάτων. Δεν άντεχε την ευκολία με την οποία κάποιοι δηλώνανε πως αγαπούν ή μισούν κάτι. Δεν άντεχε το πρώτο ενικό πρόσωπο που κυριαρχούσε στο λεξιλόγιο της εποχής αποθεώνοντας θνητά έξαλλα αυτάρεσκα εγώ. Δεν άντεχε την ανάδειξη του ασήμαντου σε σημαντικο  με μοναδικό κριτήριο το προσωπικό κριτήριο. Δεν καταλάβαινε τις μακρινές ευαισθησίες, τον πόνο για τα πολύ μακρινά, και το κλείσιμο των ματιών, το σήκωμα των ώμων, σε όσα οδυνηρά γίνονται εδώ δίπλα. 
Παλιότερα, έλεγε o ίδιος: «προσεγγίζω ανάλαφρα τα σοβαρά και σοβαρά τα ανάλαφρα». Πάει αυτό, τελειωσε. Δεν αντεχε άλλο την σοβαρή προσέγγιση του ανάλαφρου -ούτε καν του ανάλαφρου, αλλά του σκουπιδιού. Δεν άντεχε την ετεροχρονισμένη δικαίωση της τρας αισθητικής, που και καλά έγινε ρετρό ή βίντατζ, προδίδοντας άγνοια της σημασίας των όρων, άλλο πρόβλημά του κι αυτό, ότι αλλάζανε βίαια, ετσιθελικά, νόημα οι λέξεις, αποκτώντας καμιά φορά το τελείως αντίθετο, δεν άντεχε ν' ακούει ότι και καλά σε όλους αρέσουν τα πολιτιστικά σκουπίδια, αλλά ντρέπονται να το παραδεχτούν, γιατί είναι μια «ένοχη απόλαυση». Οχι. Η σκουπιδοαισθητική είναι σκουπιδοαισθητική. Τελείωσε. Και δεν αξίζει να αφιερώσει τον χρόνο του σε αυτήν. Ο χρόνος δεν είναι πολύς. Τρέχει. Και τα σημαντικά, τα σπουδαία, πάντα περιμένουν, συσσωρεύονται σε μιαν άκρη. Αυτά μπορεί να τα προσεγγίσει και ανάλαφρα, γιατί όχι; Δεν αρνείται την ελαφρότητα, αλλά τη χυδαιότητα. Δεν αρνείται το γέλιο, αλλά τη βλακεία. Δεν αρνείται το λαϊκό, αλλά την ευκολία. Δεν πρόκειται για επιτηδευμένο σούφρωμα των φρυδιών αλλά κάποια στιγμή οι ενασχολήσεις πρέπει να έχουν στόχο κάτι παραπάνω από το προσωπικό ξόδεμα, κάτι παραπάνω από το ευχάριστο πέρασμα του χρόνου. Δεν απαρνείται τη χαρά, αντιθέτως οπλίζεται με αυτήν απέναντι στη μαυρίλα που κυριαρχεί. 
Οι πράξεις και οι λέξεις μας ξεκινούν από μας, αλλά ας έχουν και προεκτάσεις πέρα από τη μύτη μας. Να τα πούμε όλα και κυρίως να τα εννοούμε, χωρίς περικοκλάδες, χωρίς ναζάκια, χωρίς κόγξες, χωρίς τρολιές. Να λέμε αυτό που νιώθουμε πέρα από την επιφάνεια. Και να το εννοούμε. Οπως εκείνος εκεί ο εξαφανισμένος, θεωρούμενος νεκρός πλέον, μουσικός που το χίλια εννιακόσια ενενήντα κάτι, όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο αν τα πιστεύει όλα αυτά που λέει, πήγε και χάραξε μπροστά του στο μπράτσο του τις λέξεις 4 REAL. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, όχι. Λίγη κυριολεξία ρε γαμώτο.