7 Μαΐ 2022

εισαγωγικό πείρα(γ)μα


Καθισμένη στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, με τις οθόνες των ματιών σου καρφωμένες στη λεζάντα της όχι ιδιαίτερα κολακευτικής φωτογραφίας μου σε μια εφημερίδα που επιβεβαίωνε μια θεωρία συνωμοσίας σαράντα χρόνων, με κυρτωμένους τους ώμους και τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα στα κάγκελα με ρώτησες «πού θα πας;» και αντί απάντησης σου αφηγήθηκα την ιστορία μιας γυναίκας που στη νεκρική της κλίνη φώναζε «ποια είναι η απάντηση;», κι όταν δεν έλαβε καμία, επέμενε να μάθει τουλάχιστον την ερώτηση.

Σου είχα ήδη πει για κείνη την άσεμνη γριά που ντυμένη νεανικά, σαν παλιοκόριτσο του σήμερα, καθημερινά αντιμετώπιζε ένα νέο είδος εκπληκτικής κατάθλιψης, αυτήν του εγκληματία που με άτριχα ροδαλά μάγουλα, χορτάρια στα μαλλιά και κουρελιασμένα ρούχα κάθε πρωί, λόγω χανγκόβερ, σκότωνε τον γαλατά απαγγέλλοντας από στήθους όσα είχε διαβάσει το προηγούμενο βράδυ στο λήμμα «φτηνό κρασί». Όταν τη συλλάβανε, είχε πια χάσει το δεξί της μάτι και ανέβηκε με κόπο σε μια αστυνομική κλούβα, αυτήν που είθισται να φιλοξενεί σε καιρό ειρήνης τους συγγραφείς βιβλίων γκουρμέ γαστρονομίας.

Όμως αυτό που ζούμε δεν είναι καιρός ειρήνης.

Το στρατόπεδο, όπου είχα γεννηθεί δεύτερη φορά, ήταν ένα πληκτικό μέρος. Επαιξα για λίγο στις τραμπάλες με έναν τραπεζίτη, γνωστό σπεκουλαδόρο, που κάπνιζε αφηρημένα και διέταξε τον υπηρέτη του να τον τυλίξει με μια στεγνή πετσέτα και να του πει χαμηλόφωνα κάποιο ερωτικό παραμύθι, για να τον αποκοιμίσει και να του φωτίσει τη σκοτεινή καρδιά, έτσι όπως κάνουν οι τυφλοί μάντεις αλλά και οι πολύ διάσημοι άνθρωποι που ταυτόχρονα είναι και πολύ μεγάλοι βλάκες.

Για να κερδίσεις χρόνο, μού είπες πως υπήρχαν δυο μουγγοί στην πόλη που ήταν πάντα μαζί, κακόκεφοι σαν βρώμικη καλοκαιρινή αναπνοή, και που ένιωσαν δέος όταν ανακάλυψαν το Εγχειρίδιο Κατασκευής του Μελλοντικού Ηλιοβασιλέματος δίπλα σε έναν υπόνομο σε έναν δρόμο του κέντρου, όπου κυρίως κατοικούσαν απόστρατοι βατραχάνθρωποι και κάτι βατράχια, δεινοί κολυμβητές, μοναδικά στο είδος τους, που ξεχύνονται στην επίθεση προς τη φλεγόμενη πόλη, από την οποία αποχώρησαν ακόμη και οι θεοί παλεύοντας μεταξύ τους μέσα στη νύχτα, κι ο ένας κατατρόπωνε τον άλλον με το χέρι στο εσώρουχο, για τα μάτια μιας ηλικιωμένης που χασμουριόταν ξυπόλητη και αγνάντευε τον ανέφελο ουρανό: είχε φιλέ στα λευκά μεταξένια της μαλλιά και ρωτούσε τους θεούς «Θέλετε να το κάνουμε;», όμως αυτοί την κοιτούσαν και δεν μπορούσαν να διακρίνουν το τέρας γιατί εκείνη τη μέρα είχε μια παράξενη παλίρροια στους υπονόμους.

Όταν συνάντησες αυτή τη γυναίκα -μου είπες- σου φάνηκε διανοούμενη και τη ρώτησες αν είχε καμιά χαρούμενη ανάμνηση από την παιδική της ηλικία και σου είπε πως παρότι τα προειδοποιητικά γράμματα έρχονταν καθημερινά στο ταχυδρομείο χωρίς αποστολείς και με άγνωστους παραλήπτες, διασκέδαζαν όλοι, χωρίς υποκρισία, με την επικείμενη έκθεση συγκριμένων πληθυσμών σε πρόωρο θάνατο, διότι αυτός έδινε την εντύπωση μιας τέχνης υψηλής, που την είχε διδαχθεί όταν νεαρή πρωτοτοποθετήθηκε στην υπηρεσία και έτρωγε το μεσημεριανό της πάντα στο γραφείο μέσα σε μια σιωπή που αφουγκραζόταν τον εαυτό της, φρικτή και απαίσια. Και κάθε καλοκαίρι, αυτή η ίδια ανασκουμπωνόταν για να πουλήσει θεωρίες για το τέλος του κόσμου, αλλά την ενοχλούσαν τα γαβγίσματα από τους πίνακες των σκυλιών που σκότωνε ο ζωγράφος, γιατί βγαίνανε όλα μαζί, σαν λυσσασμένη λιτανεία, στον κήπο αναζητώντας τροφή. Είχε κι έναν τυφλό αδερφό ο ζωγράφος, είχε χάσει την όρασή του, όχι μονομιάς, αλλά σαν αργό σβήσιμο όπως στις ταινίες, κάνοντας παζλ.

Οι καιροί δεν είχαν λογική και οι πόλεις είχαν μια χαρακτηριστική μυρωδιά όπως τη μέρα που ο  συγγραφέας ρωμαλέων αστυνομικών μυθιστορημάτων με ήρωες σκληρούς ντετέκτιβ και ηρωίδες μοιραίες γυναίκες, γόνους καλών οικογενειών, αυτοκτόνησε με μια σφαίρα κυνηγημένος από τις γριές θυγατέρες του Σατανά, ερινύες του υπονόμου, που μετά από τόσες ώρες περπάτημα βυθίζανε τα πόδια τους στην άμμο και κοιμούνταν γυμνές, βέβαιες πως ήξεραν ποιος είναι ο δολοφόνος αλλά κάθε φορά ξυπνούσαν κλαίγοντας τα χαράματα, ενθυμούμενες την πρώτη χαμένη τους μάχη, τη γέννηση σε μια πόλη όπου υπήρχαν πολλά βιβλιοπωλεία όπου συχνάζαν μόνον οι πολύ πλούσιοι, αυτοί που μπορούσαν, με τα λεφτά τους, να τα επινοήσουν όλα.  

Εχω πάει σε αυτήν την πόλη της ασημένιας σκόνης, σου είπα, μα δεν μου ταίριαζε πια, γιατί είχα χάσει την ευλογία του θεού. Και για αυτό, μόνο και μόνο γι’ αυτό, σε λίγο θα σε σκοτώσω. Αλλά, πριν απ’ αυτό, θα πούμε κι άλλες παράξενες ιστορίες.  

23 Ιαν 2022

η λεπτη διαφορα μεταξυ του "τζαμπα ονειρα" και του "δωρεαν ονειρα"

Στον υπνο μου βλεπω παλιους συντροφους απο την αναρχια, πραγμα περιεργο, καθως ουδεποτε υπηρξα αναρχικος, εχουν σπιτια διπλα στη θαλασσα, ετσι τα βγαζω περα, με προσκαλουν για φαγητο, ποτε ο ενας, ποτε ο άλλος, κοιμαμαι στο δωματιο των ξενων, στον καναπε ή και στρωματσαδα, ειμαι βολικος αλλωστε, μου δανειζουνε κανα ψιλο και κανα μπαφο φορ ολντ ταημζ σεηκ και συζηταμε "θυμασαιρεμαλακατοτεπου", κι οι γυναικες τους με συμπαθουν αλλα περισσοτερο νομιζω με λυπουνται, μου λενε για εσωτερικη διακοσμηση, γιογκα και πιλατες, μου προτεινουν βοτανα, ψυχοφαρμακα και αλοιφες για τις πληγες μου, θεατρικες παραστασεις που δεν θα δω, δισκους που δεν θα ακουσω και βιβλια που δεν θα διαβασω, κι οταν το ζευγαρι παει για υπνο στηνω αυτι να τους ακουσω που θα κανουν σεξ αλλά πριν απο αυτο (καποιες φορες) ή μετα απο αυτο (οχι συχνα) ή χωρις αυτο (συνηθως), ενιοτε δε και κατα τη διαρκεια του, ακουω να ψιθυριζουν "ειναι κριμα ο καημενος", και οταν ξυπναω στη μεση της νυχτας στο αναπαυτικο κρεβατι μου, τυλιγμενος στο φλις κουβερτακι μου, σηκωνομαι, βαζω μια ρομπα μεταξωτη, που μου μοιαζει λιγο, φτιαχνω εσπρεσο, περπαταω στο σπιτι και μετραω τα δωματια του σπιτιου σκεπτομενος να αλλαξω επιπλωση, ελεγχω τις κλειδαριες, τις καμερες και το συναγερμο, χαζευω τους δισκους και τα βιβλια και κατι πινακες ζωγραφικης που πηρα απο ματαιοδοξια, ελεγχω το στοκ απο τα ψυχοφαρμακα, και καταληγω στο παραθυρο να χαζευω τη θαλασσα περιμενοντας απλως να ξημερωσει

19 Σεπ 2021

Όλοι θέλουν θεληδοδείκτη

Με κυνηγάει ένας μπάτσος που σου μοιάζει, είπε ο συμπαθής χοντρούλης, που έτρεχε με το πιτόγυρο στο χέρι, στον 50αρη που έπινε ένα μπουκάλι τσόνυ την ημέρα ακούγοντας Μπραμς και δεν έχει κάνει το εμβόλιο, αναισθησιολόγος, παντρεμένος με παιδί, ο οποίος πιστεύει πως όσοι κάνουν ανασκαφές στη μύτη τους δεν βγάζουν απαραίτητα κάτι από μέσα, αλλά όλοι απαρέγκλιτα από αμηχανία τινάζουν στη συνέχεια το χέρι τους και κοιτάνε το δάχτυλο μπας και βρουν κάτι να το κάνουνε μπαλάκι για να παίξουνε ρακέτες στην παραλία μια πόλης όπου τα ζώα κλαίνε και τα τρένα δεν φτάνουνε ποτέ, αυτός φοράει ρούχα απ' την εποχή του πολέμου, κι αυτή του χτενίζει τα μαλλιά, αυτός μιλάει μόνος του κι αυτή δεν θυμάται το όνομά της, σήμερα και κάθε μέρα θα πεθάνουν πάλι, ειδικά όταν την ακούει να τραγουδά στο μπάνιο και νομίζει πως ακούει αγγέλους να τον καλούν, βλέπεις είναι θεοσεβούμενοι κι οι δυο, στο εστιατόριο φωνάζουν γκαρσόν είμαστε η παλαιά αριστοκρατία, αλλά έχουμε χαθεί, μην αντιμιλάς, νεαρέ, τι είναι όλη αυτή η τέχνη και η φασαρία στην εποχή μας, εποχή αβεβαιότητας αλλά και πληθώρας επιλογών για τον μετανεωτερικό άνθρωπο, με αποτέλεσμα ολο και συχνοτερα να ακουγεται η φράση "δεν ξερω τι θέλω" ή "δεν ξέρω τι να (πρωτο)διαλέξω", συναντάς λοιπόν ανθρώπους που δεν ξέρουν τι θέλουν ή που δεν μπορούν να διαλέξουν ανάμεσα στα τόσα που θελουν, γιατι κακά τα ψέματα δεν μπορεί κανείς να εχει ολα οσα θέλει, για αυτό είναι χρήσιμος ο θελεισοδείκτης που προσφέρει λυσεις και ανακουφιση απ' αυτη τη μαστιγα, λέω να πρωτοτυπήσω τώρα και να βάλω μία τελεία, μπα, όχι, μού προκαλούν αμηχανία οι τελείες, οι τέλειες και οι τέλειοι, η τελειότητα εν γένει με την απολυτότητα και την οριστικότητά της, βασικά βαριέμαι και τους τόνους, θα σταματήσω να βάζω, προκειται για μια υπερσυγχρονη συσκευη (για εμβολιασμενους και μη) με ειδικο τσιπακι συμβολικα σχεδιασμενη σε σχημα ΘΗΤΑ, φορητη, που σου δειχνει τι ειναι αυτο που θες - με τον ειδικα σχεδιασμενο αλγοριθμο, αλογοριθμο και αλογομυγα που διαθετει μπορει ειτε να ακουει ειτε να βλεπει οσα θες ή τις διαθεσιμες επιλογες και διαβαζοντας τις χημικες αντιδρασεις του εγκεφαλου σου στην εκαστοτε επιθυμια/επιλογη καταδεικνύει αυτό που θελεις περισσοτερο, με τις χρωματικες εναλλαγες που παιρνει η ιδια η συσκευη αναλογα με το ερεθισμα, απο το λευκο της αδιαφοριας στο κατακοκκινο της φλεγομενης επιθυμιας, τώρα θα ταίριαζε εδώ μια τέλεια τελεία αλλά πάνω απ' όλα το ατελές στιλ, οπότε συνεχίζω ως εξής: αυτη ομως ειναι μονο η μια λειτουργια του θελεισοδεικτη, το σταδιο αλφα, της καταδειξης της κυριαρχης επιθυμιας, με τη συσκευη θητα σε οριζοντια θεση, στο δε σταδιο βητα, η συσκευη θητα βρισκεται σε καθετη θεση, για την τελικη και οριστικη εγκριση της επιθυμιας: ο θελιδοδεικτης αξιολογει την επιθυμια και δινει την οριστικη εγκριση με ενα βελακι που αναβει προς τα πανω ή η την απορρίπτει με ενα βελακι προς τα κατω, με αυτον τον τροπο ο θεληδοδεικτης αποτελει τον απολυτο οδηγο ζωης για τον συγχρονο ανθρωπο, ενας ηλεκτρονικός λάηφ κόουτς που αποκαλύπτει τις πραγματικες επιθυμιες αλλα και προφυλάσσει απο αυτες εφοσον ετσι κρινει η συσκευη θέτοντας έτσι τελος στο βασανο των επιθυμιων, στην επιφαση των επιλογων και στο αλγος της ψευδους ελευθερης βουλησης που προσφερει στον ανθρωπο ο υστερος υστερικος καπιταλισμος, στάσου εδώ πρέπει οπωσδήποτε να μπει τελεία, άνω και κάτω μάλιστα, γιατί φτάσαμε επιτέλους στο τέλος: Το μονο προβλημα για την οριστικη κυκλοφορια στο εμπόριο αυτης της ρηξικελευθης και πρωτοποριακής συσκευης που θα αλλάξει τον κόσμο ειναι οτι δεν μπορουμε να καταληξουμε στην οριστικη της ονομασια: θεληδοδεικτης, θελεισοδεικτης ή εντελει κωλοδαχτυλο;