11 Απρ 2021

ο χρόνος θα μπορούσε να είναι χρήμα

Χαχάνιζε ακούγοντας τους παρουσιαστές ενός ριάλιτι στην τηλεόραση να λένε τις αναμνήσεις τους, και σκέφτηκε πως το χάχανο της τηλεόρασης είναι ακρωνύμιο, Χ.Α.ΧΑ., χρηματιστήριο αξιών χάνων ρε παιδάκι μου, είτε χάνων, δηλαδή ψαριών που τσιμπάνε το δόλωμα, είτε ανθρώπων που τα έχουν χάσει (όλα, μεταφορικά και κυριολεκτικά), και που τέλος πάντων αυτό το χρηματιστήριο αξιών καταμετρά την επιτυχία του δολώματος που ρίχνει το σύστημα στην κοινωνία, και μετά σκέφτηκε ότι πολύ θα ήθελε να βγει στην τηλεόραση να πει κι αυτός τις αναμνήσεις του, αλλά ποιος να τον καλέσει αυτόν και για ποιες άξιες λόγου αναμνήσεις να μιλήσει; ωστόσο θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ένα ριάλιτι αναμνήσεων, ένας Αναμνηστικός Διαγωνισμός, ο απόλυτος και απολύτως τελευταίος, πολύ προχωρημένος και κουλτουριάρικος, που κάθε επεισόδιο θα γυριζόταν από σπουδαίους σκηνοθέτες, απ’ τον Μπιρσίμ ως τον Ταρκόφσκι, και όπου κάθε πολίτης θα διαγωνιζόταν με τον άλλο σε επίπεδο αναμνήσεων, και θα έβγαινε ο καθένας ανά επεισόδιο και θα διηγούταν τις αναμνήσεις του και θα παρουσίαζε το σχετικό αρχειακό υλικό, φωτογραφίες παλιές από το μάησπέης και προσωπικά κειμήλια όπως ο πρώτος ιός που κατέστρεψε τον σκληρό του δίσκο, και μετά το κοινό θα αποφάσιζε ποιανού αναμνήσεις ήταν καλύτερες και κάπως έτσι θα δημιουργούταν μια καινούργια αγορά, αυτήν των αναμνήσεων, καθώς έτσι θα παρουσιαζόταν μια ευκαιρία για κατασκευή, εμπόριο, πώληση, αγορά, μεταπώληση και ανταλλαγή αναμνήσεων για κάθε φέρελπι παίχτη του Αναμνηστικού Διαγωνισμού, θα δημιουργούταν αναπόφευκτα και ένα Χρηματιστήριο Αξιών Αναμνήσεων, και εντέλει απολογισμού ζωής για τον καθένα.

Και όποιος θα ‘φευγε απ’ το ριάλιτι, το σύστημα θα έσβηνε τις αναμνήσεις του, μαζί και την ανάμνηση της ύπαρξής του.    


15 Μαρ 2021

395 λέξεις άλλων*

Πολύ πρωί στην έπαυλη στο βουνό, ήμασταν ακόμη γεμάτοι γκλίτερ από την περασμένη νύχτα, η ανατολή δεν ήταν η πιο τέλεια που είχαμε δει, αλλά, δεν βαριέσαι, μας ήταν αρκετή, κι όταν τα μάτια μας συνήθισαν το φως, είδαμε το κρασί στο φούρνο μικροκυμάτων, το πιστόλι στο τραπέζι, την παρέλαση των περιπλανώμενων αγγέλων που τραγουδούσαν θλιμμένοι ύμνους για τη νύχτα που είχε περάσει και στρατιώτες που πουλούσαν τσιγάρα εγκατεστημένοι κάπου κοντά στα αστέρια. Μέχρι τότε, τα μόνο αστέρια που είχε δει ήταν αυτά του σινεμά, παρότι δεν έπαιξε ποτέ της σε ταινία. Τα γόνατά της ήταν γεμάτα πληγές γιατί κάθε φορά, προτού πάρει τη δόση της, έλεγε γονατιστή μια προσευχή, ύστερα έφτιαχνε τόστ και τάιζε τους γλάρους, που περνούσαν τον καιρό τους μαλώνοντας για ψίχουλα (περίπου σαν τους ανθρώπους), τους κερνούσε ένα τσιγάρο μετά και χάπια αντιψυχωτικά. Εκείνο το καλοκαίρι δούλευα καθαριστής χαλιών σε ένα ξενοδοχείο που το στοίχειωνε το φάντασμα ενός ναύτη που τον είχανε δολοφονήσει για να του κλέψουνε το θησαυρό. Αυτή ζούσε τη ζωή δύο ανθρώπων (ή και παραπάνω) σε ένα κορμί. Από τη μια πουλούσε λογισμικό αύξησης της παραγωγικότητας σε εταιρίες, νοσοκομεία και κυβερνητικές υπηρεσίες, παρότι δεν εμπιστευόταν τους υπολογιστές που φτιάχνανε και πουλούσανε όνειρα, όπως και καθετί άλλο που δεν έδειχνε κατανόηση στην ανθρώπινη ροπή για υποταγή σε νεαρούς δισεκατομμυριούχους που φοράνε ροκ τισέρτ και στήνουν αγάλματα προς τιμήν του εαυτού τους και των έργων τους, και από την άλλη εκανε διαρκώς εμετό που τον κάλυπτε με πριονίδι και αστερόσκονη, λες και δεν θα την παίρναμε χαμπάρι, σε εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα πολυτελείας όπου κάθε σαββατοκύριακο συνέρρεαν τα πλήθη για να βιώσουν την ανάληψη στους ουρανούς. Με φίλησε υπό το βλέμμα των μπάτσων που μου προκαλούσαν νευρικότητα και οι οποίοι, αφού γκρέμισαν την πόρτα, αποφάνθηκαν πως όλο αυτό το αίμα αποκλείεται να προήλθε από μια απλή ρινορραγία, και των γιατρών που επέμεναν πως πρέπει να ακολουθήσω κατά γράμμα την θεραπευτική αγωγή και πως το μόνο που θέλουν είναι να με βοηθήσουν να πάρω τις σωστές αποφάσεις για την υγεία μου. Ύστερα μου είπε, σόρυ έχω μια πολύ σημαντική συνάντηση και έχω αργήσει, πρέπει να φύγω, τα λέμε άλλη φορά, και μπήκε μέχρι τη μέση στη θάλασσα. Γύρισε κοιτώντας την κάμερα με ορθάνοιχτα μάτια κι ύψωσε θριαμβευτικά το μεσαίο της δάχτυλο κι από τα νύχια της βγήκε καπνός που σχημάτισε παρουσιάσεις powerpoint και μιαν υπενθύμιση, ότι όντως η αγάπη θα μας κάνει κομμάτια. 
 
* σκόρπιες λέξεις, όλες κλεμμένες από το υπέροχο άλμπουμ open door policy των Hold steady

20 Φεβ 2021

Δαρβίνος, η εξέλιξη των χαζών λογοπαιγνίων

Ήταν ένας άνθρωπος που δούλευε στην ΚΥΠ, κυπατζής στο τμήμα παρακολούθησης οπτικού ουτοπικού υλικού αλλά απολύθηκε γιατί αντί να βλέπει τα αντικείμενα, τα υποκείμενα και τα κατηγορούμενα παρακολούθησης, έβλεπε ολημερίς βίντεο στο γιουτιούμπ, απ’ αυτά με τα γατάκια, τα σκυλάκια, τα πιγκουινάκια και τα άλλα ζωάκια, και δεν παρέλειπε να πατά το κουμπί skip ad, για να αποφύγει τη διαφήμιση, κι εντέλει απολύθηκε γι’ αυτό, άραγε ποιο απ’ τα δυο; την εργασιακή του αμέλεια ή μήπως λόγω του σκιπ αντ, υπομονή η αλήθεια είναι κοντά, και για να τον εκδικηθούν οι μυστικές υπηρεσίες τον προσλάβανε στη θυγατρική τους, τον διαφημιστικό κλάδο, ως Skipατζή, δηλαδή κάποιον που θα πληρωνόταν να βλέπει ολημερίς βίντεο στο γιουτιούμπ, απ’ αυτά με τα γατάκια, τα σκυλάκια, τα πιγκουινάκια και τα άλλα τα ζωάκια, με την υποχρέωση να βλέπει ολόκληρες τις διαφημίσεις και μετά να σπεύδει skip βίντεο, μόλις ξεκινούσε το κανονικό βίντεο,  και επειδή χάζεψε από την πολλή διαφήμιση, κι έκανε διαρκώς ευτυχής χιχιχι, κατεληξε πίσω απ’ κάγκελα όχι της φυλακής, αλλά του ζωολογικού κήπου, ως χιμπατζής, διότι άμα τον βάζανε φυλακή, θα ήταν φυλπατζής, και τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει (ακόμα)

Εκεί (πού εκεί; μη μου πεις ότι δεν καταλαβαίνεις!) γνώρισε και τον τύπο που έτρωγε σουβλάκια, που μόλις είχε βγει απ’ το καζίνο, τι πιο φυσιολογικό από έναν ζωολογικό με πρώην κυπατζήδες νυν χιμπατζήδες σε κλουβιά στον προαύλιο χώρο ενός καζίνου που σερβίρει σουβλάκια, τραβάς τον μοχλό του κουλοχέρη σε σχήμα σουβλακίου και άμα κερδίσεις βρέχει σουβλάκια, και αντί για μάρκα ποντάρεις σουβλάκια, κι όλα αυτά γίνονταν εξαιτίας ενός ηλίθιου λογοπαιγνίου, που έκανε ένας άνθρωπος που έκανε ηλίθια αστεία, τι τρώνε ρε φίλε στα καζίνα; σουβlucky, για καλή επιτυχία, αστείο ε; χιχιχιχι, έκανε ο χιμπατζής, skip skip τι μαλακία είναι αυτή, φώναξε ο σκιπατζής, ενώ την ίδια στιγμή ο άοκνος κυπατζής παρακολουθούσε και κατέγραφε με την καμέρά του τα πάντα.