19 Σεπ 2021

Όλοι θέλουν θεληδοδείκτη

Με κυνηγάει ένας μπάτσος που σου μοιάζει, είπε ο συμπαθής χοντρούλης, που έτρεχε με το πιτόγυρο στο χέρι, στον 50αρη που έπινε ένα μπουκάλι τσόνυ την ημέρα ακούγοντας Μπραμς και δεν έχει κάνει το εμβόλιο, αναισθησιολόγος, παντρεμένος με παιδί, ο οποίος πιστεύει πως όσοι κάνουν ανασκαφές στη μύτη τους δεν βγάζουν απαραίτητα κάτι από μέσα, αλλά όλοι απαρέγκλιτα από αμηχανία τινάζουν στη συνέχεια το χέρι τους και κοιτάνε το δάχτυλο μπας και βρουν κάτι να το κάνουνε μπαλάκι για να παίξουνε ρακέτες στην παραλία μια πόλης όπου τα ζώα κλαίνε και τα τρένα δεν φτάνουνε ποτέ, αυτός φοράει ρούχα απ' την εποχή του πολέμου, κι αυτή του χτενίζει τα μαλλιά, αυτός μιλάει μόνος του κι αυτή δεν θυμάται το όνομά της, σήμερα και κάθε μέρα θα πεθάνουν πάλι, ειδικά όταν την ακούει να τραγουδά στο μπάνιο και νομίζει πως ακούει αγγέλους να τον καλούν, βλέπεις είναι θεοσεβούμενοι κι οι δυο, στο εστιατόριο φωνάζουν γκαρσόν είμαστε η παλαιά αριστοκρατία, αλλά έχουμε χαθεί, μην αντιμιλάς, νεαρέ, τι είναι όλη αυτή η τέχνη και η φασαρία στην εποχή μας, εποχή αβεβαιότητας αλλά και πληθώρας επιλογών για τον μετανεωτερικό άνθρωπο, με αποτέλεσμα ολο και συχνοτερα να ακουγεται η φράση "δεν ξερω τι θέλω" ή "δεν ξέρω τι να (πρωτο)διαλέξω", συναντάς λοιπόν ανθρώπους που δεν ξέρουν τι θέλουν ή που δεν μπορούν να διαλέξουν ανάμεσα στα τόσα που θελουν, γιατι κακά τα ψέματα δεν μπορεί κανείς να εχει ολα οσα θέλει, για αυτό είναι χρήσιμος ο θελεισοδείκτης που προσφέρει λυσεις και ανακουφιση απ' αυτη τη μαστιγα, λέω να πρωτοτυπήσω τώρα και να βάλω μία τελεία, μπα, όχι, μού προκαλούν αμηχανία οι τελείες, οι τέλειες και οι τέλειοι, η τελειότητα εν γένει με την απολυτότητα και την οριστικότητά της, βασικά βαριέμαι και τους τόνους, θα σταματήσω να βάζω, προκειται για μια υπερσυγχρονη συσκευη (για εμβολιασμενους και μη) με ειδικο τσιπακι συμβολικα σχεδιασμενη σε σχημα ΘΗΤΑ, φορητη, που σου δειχνει τι ειναι αυτο που θες - με τον ειδικα σχεδιασμενο αλγοριθμο, αλογοριθμο και αλογομυγα που διαθετει μπορει ειτε να ακουει ειτε να βλεπει οσα θες ή τις διαθεσιμες επιλογες και διαβαζοντας τις χημικες αντιδρασεις του εγκεφαλου σου στην εκαστοτε επιθυμια/επιλογη καταδεικνύει αυτό που θελεις περισσοτερο, με τις χρωματικες εναλλαγες που παιρνει η ιδια η συσκευη αναλογα με το ερεθισμα, απο το λευκο της αδιαφοριας στο κατακοκκινο της φλεγομενης επιθυμιας, τώρα θα ταίριαζε εδώ μια τέλεια τελεία αλλά πάνω απ' όλα το ατελές στιλ, οπότε συνεχίζω ως εξής: αυτη ομως ειναι μονο η μια λειτουργια του θελεισοδεικτη, το σταδιο αλφα, της καταδειξης της κυριαρχης επιθυμιας, με τη συσκευη θητα σε οριζοντια θεση, στο δε σταδιο βητα, η συσκευη θητα βρισκεται σε καθετη θεση, για την τελικη και οριστικη εγκριση της επιθυμιας: ο θελιδοδεικτης αξιολογει την επιθυμια και δινει την οριστικη εγκριση με ενα βελακι που αναβει προς τα πανω ή η την απορρίπτει με ενα βελακι προς τα κατω, με αυτον τον τροπο ο θεληδοδεικτης αποτελει τον απολυτο οδηγο ζωης για τον συγχρονο ανθρωπο, ενας ηλεκτρονικός λάηφ κόουτς που αποκαλύπτει τις πραγματικες επιθυμιες αλλα και προφυλάσσει απο αυτες εφοσον ετσι κρινει η συσκευη θέτοντας έτσι τελος στο βασανο των επιθυμιων, στην επιφαση των επιλογων και στο αλγος της ψευδους ελευθερης βουλησης που προσφερει στον ανθρωπο ο υστερος υστερικος καπιταλισμος, στάσου εδώ πρέπει οπωσδήποτε να μπει τελεία, άνω και κάτω μάλιστα, γιατί φτάσαμε επιτέλους στο τέλος: Το μονο προβλημα για την οριστικη κυκλοφορια στο εμπόριο αυτης της ρηξικελευθης και πρωτοποριακής συσκευης που θα αλλάξει τον κόσμο ειναι οτι δεν μπορουμε να καταληξουμε στην οριστικη της ονομασια: θεληδοδεικτης, θελεισοδεικτης ή εντελει κωλοδαχτυλο;

20 Αυγ 2021

τσακ! τσακ!
(ηχομιμητικόν, όχι Μπερι, όχι Πάλανιουκ, ίσως μόνον Νόρις)

Στον ουρανό απέναντι ακουγόταν κάποιος να κλαδεύει τις τριανταφυλλιές του, αγκάθια πέφτανε χαλάζι σχηματίζοντας ακάνθινα στεφάνια στον αέρα, προτού προσγειωθούν σκάβοντας πληγές στο δέρμα του πλανήτη, που κάποτε ήταν έφηβος με ακμή και τώρα γέρος σε παρακμή, εγώ σκεφτόμουν πόσα δάχτυλα να 'χει άραγε αυτός ο γίγαντας που κόβει τα νύχια του μασουλώντας αδιάφορα κομμάτια από γειτονικά σύννεφα που είχαν γεύση σαντιγί, ή μήπως σαν τη γη, φτύνοντας κουκούτσια ανθρώπους που καθισμένοι στο συννεφάκι τους πετούσαν, ώσπου, έκπληκτοι και αφελείς, πέφτανε απ' αυτό περνώντας μέσα απ' τα ακάνθινα στεφάνια σαν εκπαιδευμένα ζώα του τσίρκου, και ποιος είσαι που θα τους κρίνεις ρε; κοιτάξου στον καθρέφτη! υπάκουος το έκανα, σαν εκπαιδευμένο ζώο του τσίρκου, σαν κακιά βασίλισσα και μάγισσα παραμυθιού, που προσλαμβάνει πληρωμένους δολοφόνους να ξεκάνουν τη Χιονάτη, τη Σταχτοπούτα, την Κοκκινοσκουφίτσα, τα Επτά Κατσικάκια (το Πάσχα), τους Επτά Νάνους κι όλους τους κακούς λύκους, αφήνοντας να ζήσουν μόνο τα τρία γουρουνάκια με στολή αστυνομικού, και είδα τον επίμονο γίγαντα κηπουρό με τον νυχοκόπτη κλαδευτήρι και ψίχουλα νεφών στα μούσια να ρεύεται, να πέρδεται, να ξύνει τα αρχίδια του και να αλλάζει στάση του σώματος (η δε γλώσσα του παρέμεινε ίδια, όπως και το ύφος του, επιτηδευμένα αινιγματικά και ανεξιχνίαστα) και τακτοποίησα καλύτερα τον πλανήτη στους ώμους μου, ουφ, δύσκολη και κουραστική κι η σημερινή μέρα, κάτσε να ξεφορτωθώ κανα-δυο νοματαίους ακόμα. 
Κι η συννεφόπτωση συνεχίστηκε, κι η βρόχα έπεφτε ράητθρου.  

17 Αυγ 2021

αστείος αστός


Εξαγριωμένοι οι χωρικοί είχαν μαζευτεί έξω απ' το σπίτι όπου φιλοξενούμουν προσωρινά για να με λυντσάρουν, προοπτική που δεν μου φαινόταν αρχικά και τόσο κακή, γιατί πάντα ήθελα να γίνω ταινία του Λυντς, μέχρι που είδα ότι κραδαίνανε απειλητικά μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, και το έγκλημα που είχα διαπράξει, μεταξύ πολλών άλλων, μη αναστρέψιμων, όπως το κακό χιούμορ, ήταν ότι είχα ξοδέψει όλο το ζεστό νερό γιατί είχα τη φριχτή συνήθεια να κάνω ντους μια φορά τη βδομάδα, δηλαδή εβδομαδιαίως μια φορά περισσότερο απ' αυτούς, και καθώς είδα την φασούλα και φοβούμενος μην με κάνουνε ανδριάντα στο μνημείο πεσόντων θαυμαστών του Πεσόα αποφάσισα να διαφύγω στο διπλανό χωριό που ήταν στην κυριολεξία στην απέναντι πλευρά του δρόμου και διέφυγα με τα πόδια, απλώς πέρασα απέναντι, τέσσερα βήματα μετρημένα, ενώ αυτοί τρέχαν να επιβιβαστούν σε αγροτικά, τζιπ, πειραγμένα μάζντα, πειραγμένα μηχανάκια, τρακτερ, αλωνιστικές μηχανές, και μπόρεσα να τους ξεφύγω τελικά γιατί αυτοί πηγαίνανε πιο γρήγορα από μένα και με προσπεράσανε χωρίς να μου δώσουνε σημασία, όπως όλοι στη ζωή που ζούσα πριν, και πεινούσα σαν βρέθηκα στο απέναντι χωριό, παρότι είχα προλάβει να φάω προτού μεσημεριάσει δύο κρουσαν γεμιστά με σοκολάτα, έναν ντάκο, γάλα με δημητριακά, μαύρη σοκολάτα και λιγότερη ζάχαρη, καθώς και τρία κομμάτια παστίτσιο με μια καυτερή πιπεριά και δύο διαφορετικά τυριά ποντιακής προελεύσεως που τ' αγοράσαμε τις προάλλες και είναι ιδιαιτέρως νόστιμα, δεν θυμάμαι πώς λέγονται για να σας τα προτείνω, πίσω στο γειτονικό χωριό, λοιπόν, όπου όλοι με κοροϊδεύαν σαν με είδαν να διασχίζω το δρόμο πεζός, που πας ρε μαλάκα χωρίς αυτοκίνητο ή μηχανάκι, τι σόι άντρας είσαι, μη μου πεις ότι δεν έχεις και τατού ρε σκατόφλωρε, δεν τόλμησα να πω ότι μισώ τα τατού, αν ήταν να ξεστομίσω κάτι τόσο προσβλητικό τουλάχιστον ας ήμουν φαγωμένος, και μπήκα στο τυροπιτάδικο που φαινόταν έτοιμο να κλείσει και ρώτησα μήπως προλαβαίνω πριν κλείσετε να πάρω μια τυρόπιτα κι ένα ζαμποκασέρι, κι ας ήταν και μπαγιάτικα, τι λέτε κυριέ μου, μπαγιάτικα εμείς ποτέ, και βάλανε μπρος τις μηχανές, ανοίγανε φύλλα, αρμέγανε κατσίκες και γελάδια, χτυπούσαν μαγιονέζες, αυγολέμονα, καμπάνες, διαδηλωτές, πρόσφυγες και μετανάστες, μα τι σκατά κάνετε αγανάκτησα, έτσι φτιάχνεις αυθεντική χωριάτικη τυρόπιτα, με αυτά τα υλικά, μου απάντησαν, όλοι το ξέρουν αυτό, μα δεν είναι ανάγκη να κάνετε τόσο κόπο για μένα επέμεινα, καθώς τους είδα να χτυπάνε πισώπλατα μια πόρτα που ποτέ δεν έκανε τίποτε σε κανέναν και πειθήνια άνοιγε και έκλεινε όποτε της το ζητούσαν, μα τι λέτε κύριε, σαν έρχεται ο αφέντης, κάθε του επιθυμία είναι διαταγή, και πήγα να τους πω ότι δεν ήμουν ο αφέντης, αλλά δεν γαμείς, πεινούσα πολύ, έβγαλα το σκασμό μέχρι που ήρθε ο Μέγας Ελεγκτής και με μαρτύρησε ότι ήμουν απατέωνας, και μου τυλίξανε άρον άρον ωμές την τυρόπιτα και το ζαμποκασέρι με μιαν έκφραση αηδίας και αγανάκτησης και δεν τόλμησα να διαμαρτυρηθώ γιατί τους είδα να βγάζουν από την αποθήκη κάτι μπετονιέρες, φτυάρια, σβουράκια γυαλίσματος αναμνηστικών πλακών, κόφτες μαρμάρων, σακιά με τσιμέντο, αλυσοπρίονα χουξβάρνα, κολλητικές ταινίες, άδεια χαρτόκουτα που ήθελαν να γεμιστούν και μπαρκοντιέρες που δεν σερβίρανε ποτά αλλά τη σφραγίδα του εξαποδώ, άνδρες των ΜΑΤ που είχαν βαρεθεί να στέκονται όλη μέρα άπραγοι και να μη δέρνουνε κανέναν καθώς κι εκείνον τον χοντρό φραγκάτο τύπο με τα μούσια που του είχα κάνει μια φορά παρατήρηση στη Σβώλου να σβήσει τη μηχανή που 'χε αναμένη παρότι παρκαρισμένος ακριβώς από πίσω μου ενώ εγώ καθόμουνα σε γνωστό τρέντυ καφέ πίνοντας σπιτική λεμονάδα και διαβάζοντας το Περι Αυτοκτονίας, εκδόσεις Φουτούρα, τρελή κουλτούρα, κι αποφάσισα ότι ήταν ώρα να φύγω, έπρεπε όμως να πληρώσω προτού με τσακώσουν και πληρώσω όλα μου τα εγκλήματα, αλλά ο χωριάτης μου είπε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ πιστωτική κάρτα και να βρω ρευστό και μετά μαλώσαμε για τα ρέστα και μου είπε ότι αν είμαι άντρας πρέπει να έχω μασούρι στην τσέπη και τέλος πάντων άν ήθελα λεφτά να πάω να ληστέψω κάνα παιδάκι στην πλατεία, μα δεν γίνονται αυτά τα πράγματα διαμαρτυρήθηκα, σε καταλαβαίνω μου είπε αυτός, έτσι ένιωσα και εγώ τις προάλλες, την ίδια αγανάκτηση, την ίδια απόγνωση σαν βρέθηκα πρώτη φορά σε σουπερμάρκετ, και προτού καταλάβω τι καλά καλά συμβαίνει, ξύπνησα χοντρός και ιδρωμένος στο κρεβάτι μου στην πόλη και πεινούσα, έφαγα λίγο παστίτσιο ακόμη και τώρα λέω να ξανακοιμηθώ μπας και δω τι γίνεται παρακάτω.