16 Ιαν 2013

Άκου πτώμα να μαθαίνεις*

  1987

Eίχε φουντώσει η κουβέντα στο μπαρμπέρικο: Η δολοφονία με γεμάτο στομάχι είναι εν βρασμώ, εν τηγανητώ, εν ψητώ ή μήπως είναι εν ψυχρώ;
Τον φάγανε τον Πάνω Κάππα, τα τσογλάνια, τα φρικιά, άρα ήταν πεινασμένα, ολοφάνερα πρόκειται για δολοφονία εν βρασμώ ψυχής, έλεγε ο ένας ακούρευτος
Η ψυχή, αγαπητέ μου, όσο κι αν τη βράσεις, δεν τρώγεται. Γίνεται να φας κάτι που δεν υπάρχει; διαφωνούσε ο άλλος ακούρευτος Αλλωστε τη νύχτα της δολοφονίας έκανε κρύο, σαν κι αυτό το αστείο, άρα μην το συζητάς, η δολοφονία ήταν εν ψυχρώ.
Τον κακό σου τον καιρό!
Ε, ναι, αυτό λέω, είχε κακοκαιρία.
Ηλίθιε!
Φύγανε εκνευρισμένοι ο ένας με τον άλλον. Τι τα θες; Εν ψυχρώ, εν θερμώ ή εν βρασμώ, τον φάγανε τα τσογλάνια τον ΠάνωΚάππα, είχε μέρες τώρα. Από την ημέρα της δολοφονίας, δεν λέγανε να ησυχάσουν οι δύο ακούραστοι ακούρευτοι θαμώνες του μπαρμπέρικου, οι οποίοι ακούρευτοι μπαίνανε μέσα κάθε μέρα, ακούρευτοι φεύγανε. Τους άρεζαν τα καθαρά ποτα που σερβίριζε το barμπέρικο, η χαμηλή μουσική, τα νεαρά κορίτσια, σαν τα κρύα τα νερά, που μπαινόβγαιναν. Για τον ίδιο λόγο και παρότι φαλακρός σύχναζε στο barμπέρικο κι ο ΠάνωςΚάππα, ο πολυμαλάκας, πολυχοντρός, πολυγνωστός στο πολυπανελλήνιο πολυϊστολόγος, ο οποίος πολυκαθιστός στη γωνία του "βύζαινε το ποτάκι του" (φράση καταφαντασίαν πολυμεγάλου, πολυγραφότατου, πολυσυνταξιούχου, πολυλαμόγιου πολυθεσσαλονικού συγγραφέα) συγγράφοντας ερωτικά ποιήματα σε κώδικα html τα οποία σκόπευε να εκδώσει από τον εκδοτικό οίκο της Μάικροσοφτ, να ξεπουληθεί δηλαδή στο σύστημα, αρκετά έμεινε στην απέξω.  
Δεν πρόλαβε να ξεπουληθεί ο δύστυχος. Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Αλλά όλοι είχαν παρακολουθήσει τη δολοφονία του στο βίντεο που τα φρικιά, οι στυγνοί δολοφόνοι, ανήρτησαν στην ιστοσελίδα τους, μαζί με μια προκήρυξη με την οποία αναλάμβαναν την ευθύνη της δολοφονίας. Στην προκήρυξη μεταξύ άλλων ανέφεραν: "Θεωρούμε πως ευεργετούμε την ανθρωπότητα απαλλάσσοντάς την από την παρουσία και τα κείμενα ενός αιμοσταγούς δολοφόνου, του ΠάνουΚάππα, ο οποίος καθημερινά με περίσσειο θράσος και ανεπανάληπτη συχνότητα, με την ευκολία που κάποιοι τυχεροί, όπως και ο δολοφονηθείς, χέζουν, δολοφονούσε λέξεις. Εκτός από τις λέξεις, που καθημερινά δολοφονούσε, ο ΠάνωςΚάππα είναι ο δράστης πίσω από την προ ετών δολοφονία του Εδουάρδου Μπλουμ, ετέρου δολοφόνου λέξεων, ο οποίος πολυ παλιά είχε δολοφονήσει τον Περπινιάν, ο οποίος κανέναν δεν είχε στον κόσμο ποτέ πειράξει, απλώς ήτανε χαζούλης".
Λίγες μέρες πριν, λίγες μέρες μετά, τι σημασία έχει, στην πίσω αίθουσα του barμπέρικου, στο ημίφως, προφυλαγμένος από τα αδιάκριτα βλέμματα, ένας οχικετόσο χοντρός, οχικετόσο φαλακρός, οχικετόσο μαλάκας τύπος βύζαινε το τζέημσόν του κοιτώντας σκεφτικά και με κάποια δόση νοσταλγίας ένα μάτσο πλαστές ταυτότητες, περπινιάν, εδουάρδος μπλουμ, πάνωςκάππα - και μερικές ακόμα. Πάρ' τες, είπε του κινέζου (ου! ου! αποδοχή ρατσιστικών προτύπων!) παραχαράκτη, καιρό τώρα ψάχνω μια καινούργια, θέλω να βάλεις όλη την τέχνη σου αυτή τη φορά.

___________________________________________

Πρώτη απαραίτητη διευκρίνιση: σήμερα πρωτοσκέφτηκα αυτήν τη χαζομάρα και την ψιλοαφηγήθηκα σε μια φίλη (χαζομάρα μου, γιατί δεν είμαι και πολύ καλός στο λέγειν) που μου είπε να μην αναρτήσω αυτό το κείμενο, να με συγχωρεί για την απείθειά μου, αλλά είναι απλώς μια βλακώδης ιστορία, δεν σημαίνει τίποτε.
Δεύτερη όχι και τόσο απαραίτητη διευκρίνιση: ο καθείς γράφει για κάποιο λόγο, κι αν δεν έχεις την τεχνογνωσία να γράφεις ώστε να αρέσεις στα κορίτσια (ή και στα αγόρια), τότε, πλέον, στις δυσκολες αυτές ημέρες, ο μόνος αποδεκτός λόγος για να γράφεις είναι να γράφεις για την πολιτική κατάσταση με κάποιου είδους καταγγελτικό ή μεσσιανικό λόγο. Δεν χωράει η εποχή μας χαζομαρούλες, ούτε τις συγχωρεί. Για το λόγο αυτό σκεφτόμουν κάπου στην κουβέντα των δύο ακούρευτων (οι οποίοι είναι υπαρκτοί, συνταξιούχοι,που συχνάζουν σε ένα μπαρμπέρικο πραγματικό, στα πέριξ της Αγ.Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, και είναι αραχτοί όλη μέρα εκεί για κουβεντολόι, καφεδάκι και εφημερίδα, αλλά δεν τους έχω δει να κουρεύονται ποτέ) να βάλω διάφορα τσιτάτα πολιτικού ή φιλοσοφικού περιεχομένου, αλλά ειλικρινά βαρέθηκα, άλλωστε έχετε δει ποτέ πτώμα να κάνει πολιτική ανάλυση;

* Προφανώς, ο τίτλος είναι κλεμμένος από την υπέροχη ταινία του Νικολαϊδη, από μιαν εποχή που ακόμη άντεχα να βλέπω ταινίες χωρίς να με παίρνει ο ύπνος. Αν δεν την έχεις δει, δες την εδώ

12 Ιαν 2013

Απ' τις στάχτες της (χτεσινής) αυτολογοκρισίας
(ίδια υλικά, διαφορετικό το φαγητό)

Αραχτός πάνω στο i-χέσου, το επαναστατικό δοχείο νυχτός με ειδικά διαμορφωμένη θέση για την ηλεκτρονική ταμπλέτα, έπινα μια μπίρα για σκύλους και σερφάριζα στο ψιψινομπούκ. Σκεφτόμουν ότι όλο και περισσότερο φτιάχονται και σχεδιάζονται πράγματα πολύ παράξενα, όχι για τον αρχικό σκοπό κατασκευής, δημιουργίας, επινόησής τους. Θέλω να πω, όταν μπαίνεις σ' ένα ταξί αυτό που πρωταρχικά σ' ενδιαφέρει είναι να σε μεταφέρει στον προορισμό σου γρήγορα και με ασφάλεια, όχι να δεις ένα βίντεοκλίπ των Σίγκουρ Ρος. Ομοίως, η είδηση ότι "η γαλλική αριστερά ψάχνει τους εργάτες" δείχνει πόσο πολύ η (γαλλική και όχι μόνο) αριστερά έχει απομακρυνθεί από τις ρίζες της, από τον πρωταρχικό, αντικειμενικό της σκοπό. Παλιότερα, θυμάμαι, είχα διαβάσει ότι με τα σμαρτφόν του πολύ άμεσου μέλλοντος θα κάνεις τα πάντα και πολύ περισσότερα, εκτός από τηλεφωνήματα με την παραδοσιακή την έννοια. Στην όμορφη, λατρεμένη πατρίδα μας, κυριαρχεί η ίδια λογική, τα μπουκάλια μπίρας πλέον δεν αντιμετωπίζονται ως μπουκάλια, δηλαδή ως σκεύη αποθήκευσης υγρών, αλλά ως όπλα, η ενημέρωση έχει μετατραπεί σε προπαγάνδα και τρομοκράτηση (για να το θέσω ευγενικά), η ανάπτυξη βιώνεται μέσω των μαζικών λουκέτων στην αγορά και η εργασία ως χαρωπός εθελοντισμός. Αλλάζουν νόημα οι λέξεις, ρε φίλε, αλλάζει και ο Αλέξης, αυτό που δεν βλέπω σύντομα να αλλάζει είναι η κοινωνία προς το καλύτερο, δεν την βλέπω την ανατροπή, όχι την εκπομπή, την άλλην, αυτήν που ονειρευόμαστε, και μην ακούς όσα λέμε μεταξύ μας ("τελειώνουν!", "μας φοβούνται!", "θα νικήσουμε!", "εμπρός για την ανατροπή!") στα social media, στις μαζώξεις, στις συνελεύσεις μας. Σ' ένα άρθρο που αδυνατώ να ξαναβρώ, για να στο λινκάρω, διάβασα για τους οπαδούς του Μιτ Ρόμνι και μού θύμισαν σε μεγάλο βαθμό εμάς. Τι σχέση έχουμε εμείς (και ποιοι είμαστε εμείς;) με το κρέας τον Ρόμνι και τους οπαδούς του, εμείς είμαστε με τους εξεγερμένους ρε (ή κάπως έτσι), ως άλλος Αγγελάκας σε ακούω να σκέφτεσαι. Είχαν σοκαριστεί που λες από την ήττα οι οπαδοί του Ρόμνι, τόσο σίγουροι ήταν για τη νίκη. Και ξέρεις γιατί (οί ίδιο το λένε στο εν λόγω - δεν μπορώ  να το βρω - άρθρο): Γιατί μιλούσαν μόνο μεταξύ τους. Γιατί ήταν εσωστρεφείς. Γιατί δεν κοιτούσαν πέρα από τη μύτη τους. Γιατί ήταν τόσο σίγουροι για όλα. Γιατί πρόβαλαν και προσπαθούσαν να επιβαλουν τις επιθυμίες τους ως πραγματικότητα. Γιατί δεν άκουγαν και δεν ασχολούνταν με αυτούς που ούτε μαζί τους ήταν αλλά ούτε και με τους άλλους. Κι έτσι, όταν μας βρήκε κι εμάς η ήττα, πάθαμε σοκ. Και, για να το γυρίσω στο πρώτο ενικό, εγώ τουλάχιστον, ακόμη στη φάση του σοκ είμαι.  

υγ θα μπορούσα να είχα βάλει πολύ περισσότερα λινκ, αλλά βαριέμαι, έχω και μια πορεία να προλάβω - edit: για να καταλάβεις τα περί αυτολογοκρισίας, αρχικά αυτό το κείμενο μιλούσε για κορίτσια και πώς να κερδίσεις τον θαυμασμό τους) 


(

10 Ιαν 2013

Μάλλον με το μέλλον μαλωμένος

Με πήρε τηλέφωνο ο Μίλαν, ο Κούντερα ντε, και μ' επέπληξε για την αδικαιολόγητη παράλειψη, στην προ εβδομάδων ανάρτηση σχετικά με τις εναρκτήριες γραμμές στη λογοτεχνία, οποιασδήποτε αναφοράς στην εναρκτήρια παράγραφο που αυτός θεωρεί την ωραιότερη της γαλλικής μυθιστορίας. Βιβάν ντε Νον, μου λέει, χωρίς επαύριον (αντιγράφω από την εισαγωγή του βιβλίου: πρόκειται για μια σχεδόν μυστικιστική αναζήτηση του απόλυτου έρωτα, για μια πραγματική προκαταρκτική δοκιμασία κατά τη διάρκεια της οποίας ο συγγραφέας οδηγεί τον αφηγητή μέσω της σταδιακής παράδοσης στην απώλεια του εαυτού του - στην εξαφάνιση του "εγώ" ευνοώντας παραπληνητικά το "εμείς").
Να 'σαι καλά βρε Μίλαν μου, του λέω, πάλι έχω χανγκόβερ και δεν ξέρω αν είναι από τα ποτά ή λογοτεχνικό, book hangover, ό,τι ξεκίνησα να διαβάσω χτες μου φάνηκε βλακεία και τ' άφησα στην άκρη.
Ο Βιβάν ντε Νον ήταν ένας τυχοδιώκτης, ολίγον σούργελο, (παρα)χαράκτης, διπλωμάτης, περιστασιακός ρουφιάνος, λίγο πορνοδιαστροφικός, σαν καλός καιροσκόπος έσωσε το κεφάλι του από την γκιλοτίνα του Ροβεσπιέρου εκλαϊκίζοντας το όνομά του από Ντε Νον σε Ντενόν, έγινε μέχρι και καλλιτεχνικός μεγαλοσύμβουλος
του Ναπολέοντα, πρώτος διευθυντής του Λούβρου, τρομάρα του. Aπ' αυτούς τους ανθρώπους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην τέχνη, που η ίδια τους η ζωή ήταν ένα έργο τέχνης. Το "Χωρίς επαύριο" είναι το μοναδικό λογοτεχνικό του επίτευγμα, περίπου διακόσια χρόνια προτού οι Σεξ Πίστολζ γράψουν το God save the Queen (No Future). Αρα, Πετρόχειλε, το κόπιράιτ της αλήθειας ανήκει στον Βιβάν Ντε Νον, όχι στους Σεξ Πιστόλζ, γκέγκε;
Ο Ντε Νον ήταν 30 χρονών όταν έγραψε το χωρίς επαύριο, ο δε ήρωάς του είκοσι, όσο περίπου κι οι Σεξ Πιστολζ το 1977.
Στα (σχεδόν) 35 μου, η χωρίς επαύριο αίσθηση που με διακατέχει, το να τραγουδώ ακόμη "there's no future", φαντάζει οικτρή αποτυχία. 

(μη σταματάς την ανάγνωση εδώ, έχει και πιο κάτω)


Α, κι η παράγραφος, στα γαλλικά, για να κάνω εντύπωση:
J'aimais éperdument la comtesse de ... ; j'avais vingt ans, et j'étais ingénu ; elle me trompa, je me fâchai, elle me quitta. J'étais ingénu, je la regrettai ; j'avais vingt ans, elle me pardonna : et comme j'avais vingt ans, que j'étais ingénu, toujours trompé, mais plus quitté, je me croyais l'amant le mieux aimé, partant le plus heureux des hommes
Εντάξει, κόπι πέηστ το έκανα από τη γουικιπίντια.
Πάρτην και στα ελληνικά:
Αγαπούσα παράφορα την Κόμισσα ντε... Ήμουν είκοσι χρονών, με απατούσε, θύμωσα, με εγκατέλειψε. Ήμουν άπειρος, την επιθύμησα πάλι, ήμουν είκοσι χρονών, με συγχώρεσε. Είκοσι χρονών, άπειρος, με απατούσε διαρκώς και δεν με εγκατέλειπε πια. Πίστευα πως ήμουν ο εραστής των εραστών, ο πληρέστερος των ανδρών.
(μτφ. Ανδρέας Στάικος, εκδόσεις Αγρα)