10 Σεπ 2013

Αυτοαναφορική σινδόνη

Εδω ο κόσμος χάνεται κι εγώ κάνω απολογισμούς.
Αν δεν σ' ενδιαφέρουν οι απολογισμοί μου, σταμάτα την ανάγνωση τώρα.

Σε ένα ψυχό-thread με πολλές συνέχειες του indymedia κάπου το 2005 πρωτοδιάβασα τη λέξη blog. Μού καλάρεσε η ιδέα, αλλά δεν πρόλαβα να φτιάξω ένα. Επρεπε να πάω στρατό. Επιστρέφοντας, 2006 πια, διάβαζα κυρίως τον Εντεκα. Φανατικά. Ποπ κουλτούρα κι έτσι. Και τον κύριο Βαρετό, επίσης φανατικά. Και τον κύριο Φώλιο. Οχι, τον κύριο Νίκο Δήμου, δεν τον διάβαζα. Ούτε τον Πιτσιρίκο. Τσαλαβουτούσα σε διάφορα άλλα ιστολόγια χάρη στο monitor του Vrypan. Μετά έφτιαξα αυτό εδώ. Ανέμπνευστο όνομα ιστολογίου (panokato - το everything you know is wrong ήρθε ως σανίδα σωτηρίας αργότερα), ανέμπνευστο και το όνομα χρήστη, στην αρχή ήταν panokatos, αργότερα ΠανωςΚ. Το ιστολόγιο ευθύς εξαρχής ήθελε και για κάμποσο καιρό ήταν ομαδικό: μια (ήλπιζα) καθημερινή πλατφόρμα επικοινωνίας με τους φίλους μου που ζούσαν σε άλλες πόλεις. Στη λογική "γράφουμε ό,τι θέλουμε, ό,τι μας απασχολεί, γιατί θέλω να ξέρω τι σε απασχολεί". Εγραφε ο Νικολάκης Διάσελος, η καλύτερη πένα που γνωρίζω προσωπικά, μέχρι που βαρέθηκε. Εγραφε και ο Σαλαδίνος, απ' τους πιο καταρτισμένους και οξυδερκείς τύπους που ξέρω. Βαρέθηκε κι αυτός. Εγραφαν οι φίλοι μου, οι πιο ωραίοι άνθρωποι που ξέρω, που ζουν μακριά και μου λείπουν καθημερινά, αυτοί για τους οποίους έγραψα εκείνο το (με τον τρόπο του καταστροφικό) "με τα σώβρακα". Μέχρι που βαρέθηκαν (ή μπορεί και να τους καπέλωνα - δεν ξέρω, το έχω σκεφτεί κι αυτό…). Εμεινα να γράφω εγώ - που για να λέμε την αλήθεια ποτέ δεν ήξερα ακριβώς τι θέλω να γράψω ή με τι να ασχοληθώ. Αλλά ήταν εύκολες εποχές ακόμη τότε. 2006, 2007. Εβαζες μια φωτογραφία, μια λεζάντα, μαζεύονταν πέντε έξι άτομα από κάτω, σχολίαζαν, λέγαν αστεία, πήγαινες στα δικά τους μπλογκ, μία από τα ίδια. Ομορφα πράγματα. Καλά χρόνια. Ή έτσι φαντάζουν σήμερα. Πήρε μπρος και έγραφε κι ο Σκορδοπούτσογλου, η πιο αληθινή φωνή που ξέρω. Αυτός έφερε τα hits κι έκανε κάπως πιο γνωστό το μπλογκ. Κάπου το 2007, νομίζω, γνώρισα τον Argos, ως τεχνικό διευθυντή στο ΜΜΕ που εργαζόμουν. Ο οποίος αρχικά με τρομοκράτησε φωνάζοντας “ποιος είν’ αυτός εδώ μέσα που έχει μπλογκ;”. Απίστευτος άνθρωπος, του χρωστάω πολλά. Μ' έμπασε σε πολλά κόλπα, στην πραγματική αλλά και στη διαδικτυακή ζωή. Στη λεγόμενη δημοσιογραφία των πολιτών - η οποία είναι δύσκολη και λίγοι άνθρωποι μπορούν να την κάνουν καλά, όπως και την επαγγελματική δημοσιογραφία, και ο γράφων δεν είναι ένας απ' αυτούς. Τον Δεκέμβρη του 2008, κατά την περίοδο της εξέγερσης, πρωτομπήκα και στο τουίτερ. Αργότερα έσβησα το πρώτο μου τουιτερικό ακάουντ, και έφτιαξα άλλο, το σημερινό. Εφτιαχνα διαρκώς ιστολόγια, όλων των ειδών, μουσικά, πειρατικά, χαοτικά, τρολικά, ατομικά, συλλογικά. Συμμετείχα σε ιστολόγια άλλων. Το πράγμα πήρε να φθίνει όταν οι μπλόγκερ γίνανε κίνημα. Και λίγο μετά με το pressgr και το τρωκτικό. Ας επιμένουν πολλοί ότι αυτή ήταν η χρυσή εποχή των μπλογκ, στην πραγματικότητα η είσοδος των επαγγελματιών δημοσιογράφων σε ένα χώρο ερασιτεχνών ήταν η αρχή του τέλους. Σταδιακά τα ιστολόγια ως διαδικτυακά ημερολόγια έπαψαν να υπάρχουν. Κυριαρχούν είτε τα εξειδικευμένα μονοθεματικά είτε τα ειδησεογραφικά. Υπάρχουν και κάποια άλλα, μισολογοτεχνικά, μισοπαρεμβατικά. Κάπου μεταξύ άποψης και λογοτεχνίας. Κάπου εκεί ο γράφων έκανε το όχι πρώτο αλλά πολύ σημαντικό λάθος του. Αρχισε να παίρνει πολύ στα σοβαρά κάποια σχόλια σχετικά με το επίπεδο γραφής του. Κάποιοι του λέγαν "γράψε". Και τους πήρε σοβαρά. Κι άρχισε να "προσπαθεί". Αρχισε να "λογοτεχνίζει". Επίσης, άρχισε να γίνεται "γνωστός". Ακούγεται άσχημα. Αλλά τέλος πάντων άρχισε να γίνεται γνωστός σε κάποιους λίγους, αρχισαν να τον συστήνουν δεξιά και αριστερά ως “πανως κου”. Ουδέν κακόν αμιγές καλού όμως. Ως “πάνως κου” άρχισα να γνωρίζω εξαιρετικά ενδιαφέροντες ανθρώπους διά ζώσης, είτε χάρη στο ιστολόγιο είτε χάρη στο τουίτερ. Αφενός αυτό ομόρφυνε την καθημερινότητα του Παναγιώτη, αφετέρου δυσκόλευε τον “πάνως κου”. Το μπλογκ έπαψε να έχει πλάκα. Για κάνα χρόνο μετά την απόλυση από το ΜΜΕ στο οποίο εργαζόμουν, ο χώρος αυτός χρησίμευσε ως μια σχεδόν καθημερινή καταγραφή της ζωής ενός ανέργου. Δυστυχώς και αυτή γραμμένη με λογοτεχνίζουσα διάθεση. Στην ανεργία, στην κρίση, στη μιζέρια, δεν χωρεί η λογοτεχνία. Το μόνο που κάνει είναι να ωραιοποιεί καταστάσεις και να αποπροσανατολίζει. Γιατί στα λέω όλα αυτά; Γιατί σήμερα, πριν από λίγο, συνειδητοποίησα ότι σε λίγες μέρες, το panokato έχει γενέθλια. Νομίζω πως ήταν 15 Σεπτεμβρίου του 2006, όταν έκανα την πρώτη ανάρτηση, βαριέμαι να το ψάξω κιόλας. Κι επειδή στις 15 Σεπτεμβρίου 2013 δεν ξέρω τι θα κάνω και αν θα έχω όρεξη να τα γράψω όλα αυτά, είπα να τα γράψω τώρα που τα σκέφτομαι. (Όχι ότι ενδιαφέρουν κανέναν). Τι μένει απ’ όλα αυτά; Μα φυσικά μόνο οι άνθρωποι με τους οποίους ήρθα σε επαφή. Είτε τους συνάντησα μια φορά, είτε περισσότερες. Αυτοί με τους οποίους τα πίνω και μαλώνουμε για τα πολιτικά. Αυτοί με τους οποίους τα λέμε καθημερινά (ξέρετε εσείς ποιοι είστε). Με κάποιους απ’ αυτούς ξεκινήσαμε το TrollingStone. Προς το παρόν και για όσο δεν βαριόμαστε, εκείνο είναι το γήπεδό μας. Μέχρι το επόμενο.

(Κανονικά, θα έπρεπε καταπώς το συνηθίζω να βάλω τραγουδάκι. Βαριέμαι).

5 Σεπ 2013

Η απολιτικολογία μου

Δεν είναι τα μνημόνια το πρόβλημα. Δεν είναι η οικονομική κρίση. Δεν είναι η κυβέρνηση, αυτή ή κάποια άλλη. Είναι ο καπιταλισμός (χωρίς το “ηλίθιε!” του Μπογιόπουλου). Συμφωνώ με όλα αυτά. Ομοίως, συμφωνώ ότι δεν είμαστε έτοιμοι. Δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες. Οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Ίσως δεν έχουμε εξαθλιωθεί αρκετά ακόμη ή -πιο εύστοχο αυτό, νομίζω- φροντίζουν οι κυβερνώντες να μην ξεπερνούμε οι περισσότεροι το όριο της εξαθλίωσης ώστε να μην εξεγερθούμε. Δεν ξέρω, μπορεί στο ζητημα της εξαθλίωσης να έχω άδικο. Εχει να κάνει με τους χώρους στους οποίους κινείται κανείς. Με την προσωπική κατάσταση τη δική του και των γύρω του. Υπάρχουν κάποιοι που έχουν φτάσει στην εξαθλίωση. Και άλλοι που τη βλέπουν καθημερινά γύρω τους.
Αυτό που δεν υπάρχει είναι η διάθεση για εξέγερση. Η αντιπρόταση για αλλαγή. Είναι τόσο σφιχτά τα δεσμα που μας φόρεσαν οι υπογραφές των μνημονιών, που δύσκολα πιστεύει κανείς ότι μπορεί να αλλάξει κάτι ουσιαστικά.

Θα μου πεις, όμως, και δικαίως, δηλαδή τι να κάνουμε; Να καθόμαστε και να ζούμε όλο και χειρότερα περιμένοντας πότε θα ωριμάσουν οι συνθήκες για την ανατροπή;
Και εφόσον δεν μιλάμε για ανατροπή (του καπιταλισμού;), εφόσον δεν μιλάμε για ουσιαστική αλλαγή και απαλλαγή από τα μνημόνια, τότε μιλάμε για διαχείριση; Γυρίζουμε δηλαδή σε εποχές Σημίτη (ή, πιο πρόσφατα, Σαμαρά): ποιος θα διαχειριστεί πιο αποτελεσματικα την υπάρχουσα κωλοκατάσταση.
Ο κόσμος αφενός έχει κουραστεί και δεν μπορεί να περιμένει άλλο, αλλά -κακά τα ψέματα- δείχνει να προτιμά τον εύκολο, τον ξεκούραστο δρόμο. Που δεν είναι αυτός της ανατροπής. Αλλά αυτό του deus ex machina, του απο μηχανής θεού, του μεσσία, του σωτήρα,
του καλού διαχειριστή ντε, που θα πάρει την εξουσία στα χέρια του και ως διά μαγείας θα τα λύσει όλα. Και αν δεν τα λύσει, θα τα βελτιώσει. Και αν δεν τα βελτιώσει, τουλάχιστον δεν θα τα κάνει χειρότερα. Και αν τα κάνει χειρότερα, ε πόσο χειρότερα να είναι από σήμερα;
Γι’ αυτό και από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, τον ΣΥΡΙΖΑ, μοναδικός στόχος (αλλά και ταυτόχρονα ύψιστος κίνδυνος για τον ίδιον και για ολόκληρη την Αριστερά) προβάλλει πια η ανάληψη της εξουσίας, η αριστερή διακυβερνηση. Και για αυτό πρεπει ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι πολύ προσεχτικός στο τι υπόσχεται να κάνει ως μελλοντική κυβέρνηση: η ζημία σε περίπτωση αποτυχίας θα είναι τεράστια. Θα μου πεις, είναι λόγος αυτός να μην προσπαθήσει να κυβερνήσει; Οχι. Αλλά ίσως θυμάσαι πως στην αρχή του κειμένου ξεκαθάρισα πως δεν πιστεύω πως το πρόβλημα είναι τα μνημόνια και η κρίση, ούτε η κυβέρνηση, η συγκεκριμένη ή κάποια άλλη, αλλά ο καπιταλισμός (χωρίς το “ηλίθιε”). 

υγ. αυτό είναι το κόλλημα των ημερών 

22 Αυγ 2013

à la manière de Protagon

O τελευταίος πιστός αναγνώστης αυτού του ιστολογίου, ο κύριος Παναγιώτης Μανδατζής, μού έστειλε την κάτωθι επιστολή, την οποία θεωρώ καλό να δημοσιεύσω, παρότι το παρόν ιστολόγιο τα έχει φάει τα ψωμιά του.
 
Μου τηλεφώνησε χθες, ύστερα από καιρό, ένας φίλος. Μια ζωή αριστερός. Από τους αγωνιστές. Απ’ αυτούς στα μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ. Συχνά συζητούσαμε για την κατάσταση της χώρας διαφωνώντας πάντα. Πολιτισμένα, εννοείται, κάνοντας διάλογο, χωρίς ύβρεις και λιθοβολισμούς και διαδικτυακά κυνήγια μαγισσών. Ομορφάντρας. Δεν μου άρεσε η Ελλάδα του, βέβαια, αυτήν στην οποία ηθικά και πνευματικά τόσα χρόνια η Αριστερά είχε κυριαρχήσει. Του το είχα πει τελευταία φορά που μιλήσαμε. Σαν να πειράχτηκε λίγο. Ξέκοψε. Έκανε καιρό ν’ ακουστεί. Μέχρι το χθεσινό, ξαφνικό τηλεφώνημά του.

Τελείωσε η κρίση, Πάνο, μού είπε. Αιφνιδιάστηκα. Τα έχασα. Δεν ήξερα τι να του πω. Τι εννοείς; ψέλλισα ταραγμένος. Είναι αφήγηση του 2011 η κρίση. Μέσα στο 2012 και στο 2013 ζήσαμε τ’ απόνερά της. Τώρα είναι απαραίτητο να σταματήσουμε να ασχολιόμαστε με αυτήν. Τελείωσε.

Εμεινα πολλή ώρα σκεφτικός μετά τη συζήτησή μας ανάμεσα σε βουνά από φωτοτυπίες, βιβλία και δίσκους βινυλίου. Ηπια λίγο λευκό κρασί. Μού ηρθε μια έντονη επιθυμία να δω τη θάλασσα. Μαύρες σκέψεις μ’ είχανε ζώσει. Βγήκα στους δρόμους ψάχοντας μιαν αλήθεια, τη δική μου αλήθεια.

Στάθηκα στου μανάβη, να αγοράσω ένα πεπόνι βιολογικό. Πώς πάνε οι δουλειές, κύριε Μανώλη; τον ρώτησα (ναι, είτε το πιστεύετε είτε όχι, Μανώλη τον λένε τον μανάβη μου!). Τον τελευταίο καιρό καλύτερα, κύριε Πάνο, σαν να κινείται ο κόσμος, σαν να έχει αναθαρρήσει η αγορά, μου είπε, πάντα χαμογελαστός και εξυπηρετικός ο Μανώλης ο μανάβης, δίνοντάς μου τα ρέστα και την απόδειξή μου. Ποτέ δεν ξεχνούσε τις αποδείξεις ο Μανώλης ο μανάβης. Για αυτό φυσικά και η κρίση δεν τον είχε χτυπήσει. Ο κόσμος ανταμείβει τον καλό έμπορο, τον ευσυνείδητο, που κόβει αποδείξεις. Οσοι κλείσαν τα μαγαζιά τους, προφανώς δεν κάνανε καλά τη δουλειά τους.

Με το πεπόνι αγκαλιά και τα δυο καρπούζια, που μού έκανε δώρο ο Μανώλης ο Μανάβης, κάτω απ’ τη μασχάλη, γυρνούσα στους δρόμους βαθιά συλλογισμένος. Γύρω μου, οικογένειες χαμογελαστές, άνθρωποι υπεύθυνοι που, αφού κατήρτισαν το σχετικό μπίζνες πλαν και πηραν την έγκριση από τον χρηματοοικονομικό τους σύμβουλο, μόνο τότε προχώρησαν στη δημιουργία οικογενείας. Παραπέρα, αγόρια και κορίτσια αγκαζέ, γόνοι καλών, ευκατάστατων και άρα ευτυχισμένων οικογενειών, που είχαν να πληρώσουν το αντίτιμο της ευτυχίας και τα δίδακτρα της επιτυχίας. Η πανσέληνος του Αυγούστου, τα μπαρ και τα καφέ γεμάτα, ένα σαξόφωνο να παίζει παλιές ρομαντικές επιτυχίες. Μα μήπως είχαν όλοι δίκιο; Μήπως είχε παρέλθει η κρίση; Μήπως είχα αφήσει τη μιζέρια και την γκρίνια να με τυφλώσουν χάνοντας έτσι αυτή την τόσο σημαντική ιστορική στιγμή που η χώρα επιτέλους ξεπέρασε την κρίση;

Ας είμαστε ρεαλιστές. Ό,τι έγινε, έγινε. Ό,τι πάθαμε, πάθαμε. Οσοι καταστράφηκαν, καταστράφηκαν. Ο κόσμος έχει κουραστεί από τη μιζέρια και την γκρίνια. Πρέπει όλοι μαζί να δημιουργήσουμε μια νέα πραγματικότητα. Ακόμη και αν είναι λίγο στρεβλή αυτή η πραγματικότητα. Δεν θα ξεπεραστεί αλλιώς η κρίση αν δεν πείσουμε πρώτα τον εαυτό μας ότι έχει ξεπεραστεί, ότι έχει τελειώσει, ότι είναι μπανάλ, κλισέ και πασέ να μιλάς πια για κρίση.

Ολοι αυτοί οι αριστεροί, σαν τον φίλο μου τον ομορφάντρα, κούρασαν και κουράστηκαν κι οι ίδιοι με την καταστροφολογία τους. Η κρίση είναι το παλιό. Το καινούργιο είναι ήδη εδώ. Για όσους επέζησαν να το απολαύσουν. Δεν είναι κρίμα και τρομερά αγενές να τους χαλάμε τη διάθεση επιμένοντας να συζητάμε για την κρίση;