Πρώτα φάνηκε η σκιά των σκιστών ματιών
του, ύστερα ο Κινέζος μπήκε στο γραφείο μου. Δεν σήκωσα τα μάτια από
τον υπολογιστή, εκτός από όλες τις υπόλοιπες φοβίες μου, δεν με φωνάζουν τυχαία άλλωστε "Ατρόμητο Θεσσαλονίκης", έχω και
σινοφοβία. Διστακτικά, σχεδόν με φόβο, ο Κινέζος άφησε στο γραφείο το φάκελο, ο οποίος έσταζε ιδρώτα.
Δεν μίλησα. Τον άφησα να ξεροκαταπίνει. Τον φοβόμουν. Με φοβόταν. Μια
σύγκρουση φοβισμένων. Δεν ήταν θεριό, δεν με λένε Γιάννη, δεν είμαι θεριό, δεν τον λέγαν Γιάννη. Γύρισα και τον κοίταξα πίσω από τα 3D
γυαλιά μου. Δεν του πρόσφερα καρέκλα. Πέσμου Κινέζε, πώς γίνεται μια ζωή
ν' ανήκω στης αμφισβήτησης τη δεξιά την πτέρυγα; Ξεροκατάπιε, το
σκέφτηκε, αποφάσισε να απαντήσει, Εξαρτάται, κύριε, μήπως μικρός ήσασταν
και στης Εκκλησίας τα εξαπτέρυγα; Αυτό ήταν, ήμουν! Είχε δίκιο ο καργιόλης. Τον άφησα να
ξεροσταλιάζει λίγο ακόμη. Το πρόβλημα, Κινέζε, είναι ότι δεν είμαι
ριζοσπάστης, είμαι μάλλον σπαστικός, αρχιδοσπάστης, σπασοκλαμπάνιας και
κλασομπανιέρας, πάντα κινούμαι στο μεταίχμιο μεταξύ εφικτού και
ανέφικτου, σκληρής πραγματικότητας και οργιαστικής φαντασίας, τι
πιστεύεις ότι πρέπει να κάνω, μήπως η λύση είναι να πάψω να ανήκω σε ριζοσπαστικές συλλογικότητες και να φτιάξω μια δική μου συLOLογικότητα, που θα πετάει μπουκάλια με φλεγόμενη ζωή που τόσο την έχω ανάγκη; υπογραφή μελαγχολικό αναρχικό φεγγαρολούλουδο.
Δίσταζε, μάλλον νόμιζε πως τον κοροϊδεύω. Αλλά εγώ μιλούσα σοβαρά. Η
φωνή του έτρεμε "Τι να σας πω κύριε, δεν είμαι ψυχολόγος, εγώ ήρθα για
δουλειά, μου είπαν ότι είστε ο καλύτερος". Αυτό ήταν, αυτό ήμουν. Ο
καλύτερος. Σήκωσα το πιστόλι μου και πυροβόλησα. Εκατό τοις εκατό
επιτυχία, εξασφαλισμένη. Απολύτη εχεμύθεια. Φιλικές τιμές. Κινήθηκα
προσεχτικά, με το βήμα της αρκούδας που μιμείται το περπάτημα τη γάτας,
έστησα ενέδρα. Μια σφαίρα ακόμη, ένας ακόμη νεκρός, αποστολή εξετελέσθη.
Ο Κινέζος όρθιος ακόμη, τον άκουγα να ξεροκαταπίνει, να βαριανασαίνει.
Μύριζα τον φόβο του και μού ήρθε όρεξη για γλυκόξινο χοιρινό. Όπλισα
ξανά. Πες μου, Κινέζε, μήπως εκτός από κινέζος είσαι και μπάτσος; Οχι
κύριε, απάντησε. Φτου ρε πούστη μου, σκέφτηκα, και πού θα βρω τώρα το
γλυκόξινο χοιρινό που λιγουρεύομαι; Πήρα στα χέρια μου το φάκελο,
κοίταξα προσεκτικά τη φωτογραφία, μέτρησα τα λεφτά. Πέσμου τώρα Κινέζε,
θέλεις να βλέπεις όσο εγώ θα σκοτώνω το γιό σου; (η συνέχεια εδώ)
υγ Δεν έχω λόγια, ούτε και θα βρω ποτέ, για αυτό το τραγούδι
