9 Ιαν 2013

Βλακ νουάρ

Πρώτα φάνηκε η σκιά των σκιστών ματιών του, ύστερα ο Κινέζος μπήκε στο γραφείο μου. Δεν σήκωσα τα μάτια από τον υπολογιστή, εκτός από όλες τις υπόλοιπες φοβίες μου, δεν με φωνάζουν τυχαία άλλωστε "Ατρόμητο Θεσσαλονίκης", έχω και σινοφοβία. Διστακτικά, σχεδόν με φόβο, ο Κινέζος άφησε στο γραφείο το φάκελο, ο οποίος έσταζε ιδρώτα. Δεν μίλησα. Τον άφησα να ξεροκαταπίνει. Τον φοβόμουν. Με φοβόταν. Μια σύγκρουση φοβισμένων. Δεν ήταν θεριό, δεν με λένε Γιάννη, δεν είμαι θεριό, δεν τον λέγαν Γιάννη. Γύρισα και τον κοίταξα πίσω από τα 3D γυαλιά μου. Δεν του πρόσφερα καρέκλα. Πέσμου Κινέζε, πώς γίνεται μια ζωή ν' ανήκω στης αμφισβήτησης τη δεξιά την πτέρυγα; Ξεροκατάπιε, το σκέφτηκε, αποφάσισε να απαντήσει, Εξαρτάται, κύριε, μήπως μικρός ήσασταν και στης Εκκλησίας τα εξαπτέρυγα; Αυτό ήταν, ήμουν! Είχε δίκιο ο καργιόλης. Τον άφησα να ξεροσταλιάζει λίγο ακόμη. Το πρόβλημα, Κινέζε, είναι ότι δεν είμαι ριζοσπάστης, είμαι μάλλον σπαστικός, αρχιδοσπάστης, σπασοκλαμπάνιας και κλασομπανιέρας, πάντα κινούμαι στο μεταίχμιο μεταξύ εφικτού και ανέφικτου, σκληρής πραγματικότητας και οργιαστικής φαντασίας, τι πιστεύεις ότι πρέπει να κάνω, μήπως η λύση είναι να πάψω να ανήκω σε ριζοσπαστικές συλλογικότητες και να φτιάξω μια δική μου συLOLογικότητα, που θα πετάει μπουκάλια με φλεγόμενη ζωή που τόσο την έχω ανάγκη; υπογραφή μελαγχολικό αναρχικό φεγγαρολούλουδο. Δίσταζε, μάλλον νόμιζε πως τον κοροϊδεύω. Αλλά εγώ μιλούσα σοβαρά. Η φωνή του έτρεμε "Τι να σας πω κύριε, δεν είμαι ψυχολόγος, εγώ ήρθα για δουλειά, μου είπαν ότι είστε ο καλύτερος". Αυτό ήταν, αυτό ήμουν. Ο καλύτερος. Σήκωσα το πιστόλι μου και πυροβόλησα. Εκατό τοις εκατό επιτυχία, εξασφαλισμένη. Απολύτη εχεμύθεια. Φιλικές τιμές. Κινήθηκα προσεχτικά, με το βήμα της αρκούδας που μιμείται το περπάτημα τη γάτας, έστησα ενέδρα. Μια σφαίρα ακόμη, ένας ακόμη νεκρός, αποστολή εξετελέσθη. Ο Κινέζος όρθιος ακόμη, τον άκουγα να ξεροκαταπίνει, να βαριανασαίνει. Μύριζα τον φόβο του και μού ήρθε όρεξη για γλυκόξινο χοιρινό. Όπλισα ξανά. Πες μου, Κινέζε, μήπως εκτός από κινέζος είσαι και μπάτσος; Οχι κύριε, απάντησε. Φτου ρε πούστη μου, σκέφτηκα, και πού θα βρω τώρα το γλυκόξινο χοιρινό που λιγουρεύομαι; Πήρα στα χέρια μου το φάκελο, κοίταξα προσεκτικά τη φωτογραφία, μέτρησα τα λεφτά. Πέσμου τώρα Κινέζε, θέλεις να βλέπεις όσο εγώ θα σκοτώνω το γιό σου; (η συνέχεια εδώ)

υγ Δεν έχω λόγια, ούτε και θα βρω ποτέ, για αυτό το τραγούδι


8 Ιαν 2013

Notreal killer

ήταν κάποτε ένας τύπος που ασχολούταν με τις ζωές των άλλων, τις παιρακολουθούσε από κοντά, διακριτικά αλλά επίμονα, τις χαρές και τις λύπες τους, τις διακοπές και τα ξενύχτια, τις σκέψεις και τις αγωνίες, τα όνειρα και τις επιθυμίες τους, όλα τον ενδιέφεραν και όλα τα γνώριζε, κι αυτή η γνώση κόντευε να τον τρελάνει, ειδικά αυτό που δεν άντεχε ήταν η χαρά των άλλων, ειδικά κάπου μακριά του, όπου δυσκολευόταν να παρακολουθήσει, ζήλευε, φθονούσε τρομερά τις χαρούμενες στιγμές των άλλων, τις ήθελε δικές του, αντί να δημιουργήσει τις δικές του, δεν άντεχε τη σκέψη ότι κάποιοι περνούσαν όμορφα κι αυτός τόσο σκατά, και μια ημέρα που είχε ξυπνήσει στραβά, αποφάσισε να τους εξαφανίσει όλους, οπλίστηκε με ένα καλολαδωμένο από τις χτεσινές πίτσες πλήκτρο delete, διέγραψε όλες τις επαφές του από τα social media, στο τέλος διέγραψε και τον εαυτό του, την επόμενη ημέρα οι εφημερίδες γράψανε "μανιακός σίριαλ κίλερ αιματοκύλισε το ίντερνετ προτού δώσει τέλος στη ζωή του - οι ειδικοί επισημαίνουν τους κινδύνους από την αλόγιστη χρήση του διαδικτύου - ο ηλεκτρονικός μακελάρης ήταν συριζαίος;"

υγ Αν το καλοσκεφτείς, υπάρχουν και χειρότερα


Άνευ σημασίας

Δεν έχω κάτι σημαντικό να πω, ειδικά μετά τον εορταστικό καταιγισμό αναρτήσεων. Σκόρπια πράγματα, χωρίς συνοχή. Αλλά να, έβαλα κάτι τραγουδάκια στη σειρά κι άμα τα αφήσω χωρίς λέξεις θα είναι σαν να τα περιφρονώ. Πάτα πλέη λοιπόν. 

  01

*** Ελεγα λοιπόν ότι δεν έχω κάτι σημαντικό να πω. Αυτό σκεφτόμουν τις προάλλες: τον καταναγκασμό που διαγιγνώσκω σε κάποιους ιστολόγους να είναι συγκλονιστικοί. Δεν μ' ενδιαφέρει να είμαι συγκλονιστικός (όσα δεν τα φτάνει η αλεπού), προτιμώ να με συγκλονίζουν, άρα πάλι καλά που κάποιοι, αντίθετα με μένα, επιδιώκουν και καταφέρνουν να είναι συγκλονιστικοί. Αλλοι έχουν τον καταναγκασμό της εξυπνάδας, άλλοι της τέλειας επιχειρηματολογίας. Τόσο μα τόσο περιοριστικό, να φοβάσαι να αποτύχεις, να τσαλακωθείς.
*** Το άλλο πράγμα που τελικά είναι πολύ περιοριστικό και σκοτώνει το ιστολογείν είναι όταν πέφτουν οι μάσκες και πλέον οι (δυο, τρεις) αναγνώστες ενός ιστολογίου ξέρουν ποιος είναι ο ιστολόγος. Πώς να βγάλω τα σώψυχά μου, ρε φίλε, ή να κάνω τις τρελές εξομολογήσεις, όταν ξέρω ότι σε κάνα δίωρο θα βρεθούμε και θα μου πεις "τι μαλακίες έγραφες πάλι ρε ΠάνωΚάτε"; Ή, ακόμη κι αυτό, πώς να χτίσω ένα μύθο, μια παραμύθα, μια καταπληκτική προσωπικότητα όταν εσύ ξέρεις ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;
*** Δεν ξέρω πώς ακριβώς λέγεται αυτό το είδος μυθιστορήματος, σαν τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων. Νομίζω "coming of age" ή κάπως έτσι. Δεν ξέρω επίσης αν τα "Μπλε καστόρινα παπούτσια" του Σκρουμπέλου έχουν σχέση με αυτό το είδος. Ετυχε όμως να τα διαβάσω το ένα πίσω από το άλλο και θεωρώ ότι ταιριάζουν κατά κάποιο τρόπο. Το ένα προβάλλει τη γαλλικότητά, το άλλο την ελληνικότητά του. Αγαπησιάρικα αμφότερα. Σαλιάρικα, που λέω, όταν πιάνουν οι στραβές μου, αν και η γλωσσα του Σκρουμπέλου, η μόρτικη της εποχής εκείνης, μόνο σαλιάρικη δεν είνα. Εφηβεία, 50s-60s, μπιστρό ή κωλόμπαρα, αριστεροί και δεξιοί, τα περιβόητα "πάθη της Αριστεράς" στο επίκεντρο, πολιτικό υπόβαθρο και πραγματικά ιστορικά γεγονότα στο φόντο. A, ναι, και ροκενρολ, φυσικά.
*** Στη λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, που μ' εκανε να θυμηθώ τη γαλλική νουβέλ βαγκ, έχει ωραία κορίτσια. Δεν πολυμιλάμε για κορίτσια σε αυτό το ιστολόγιο, οπότε άσ' το καλύτερα. Αλλά στις γαλλικές ταινίες, στα γαλλικά βιβλία, έχει πολλά τσιγάρα και πολλά ωραία κορίτσια, θα το 'χεις προσέξει κι εσύ. Η εικονιζόμενη Τζιν Σίμπεργκ, πρωταγωνίστρια του γκονταρικού À bout de souffle, δεν είν' γαλλίς, φυσικά, αλλά στο βιβλίο του Γκενασιά υπήρχε μια γαλλιδούλα που της έμοιαζε. 
*** Πού και πού, ψιλοδιαβάζω στο κινητό την ιστορία των Joy Division, γραμμένη από τον μπασίστα τους, τον Πίτερ Χουκ. Λέει που λες, αυτός ο σπουδαίος μουσικός, ολίγον τι γρόθος ωστόσο, ότι όταν πρωτάκουσε την τελική μίξη του σπουδαίου Atmosphere, αφού δηλαδή είχε βάλει το χεράκι του ο ιδιοφυής παραγωγός Μάρτιν Χάνετ, του φάνηκε πολύ χάλια, κι αυτουνού και του κιθαρίστα της μπάντας, γιατί, λέει, ακούγονται πολύ χαμηλά στο τελικό αποτέλεσμα το μπάσο και η κιθάρα. Τόσο άσχετος και όμως συνυπεύθυνος για αυτό το αριστούργημα...