29 Ιουλ 2011

Η γαλοπούλα, η τσίχλα
και η δύναμη της θέλησης


To καλοκαίρι τα κανάλια παίζουν επαναλήψεις, γιατί όχι και τούτο εδώ το μπλογκ; Αλλωστε, όπως περίτρανα απεδείχθη στο προηγούμενο ποστ, τα πάντα έχουν ειπωθεί όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στη ζωή. Επανάληψη μήτηρ πάσης παθήσεως και στην περίπτωσή μας η πάθηση είναι η σοσιαλφοβία, βλέπε πολύ παλιότερη αλλά και λιγότερο παλιότερη ανάρτηση. Για τους καινούργιους αναγνώστες να διευκρινίσουμε ότι η σοσιαλφοβία δεν πρέπει να συγχέεται με τον ταξιμισοσιαλισμό, όπου ταξιμισοσιαλισμός είναι το ταξικό μίσος προς τους πασόκους. Ετερο πάθος, και ουχί πάθηση, του γράφοντος, όπως έχετε ίσως καταλάβει καποιοι, είναι οι μπάτσοι, τα βιβλία και οι τηλεοπτικές σειρές με μπάτσους (ταινίες δεν βλέπω, γιατί κρατάνε πολύ και βαριέμαι).
Θα θυμάστε προφανώς εκείνη τη συγκλονιστική περιπέτειά μου (βλέπε το τρίτο απ' τα λινκ πιο πάνω) με τον υπάλληλο στα αλλαντικά του σουπερμάρκετ που επέμενε να μου πουλήσει έτερη φέτα απ' αυτήν την οποία πιστά αγοράζω τόσα χρόνια. Θαυμάσατε όσο κι εγώ την αντίσταση που επέδειξα στην παρότρυνσή του να αγοράσω άλλη φέτα, τάχα μου δήθεν καλύτερη. Η δύναμη της θέλησής μου ήτο τεραστία. Οχι, όχι, όχι. Ωστόσο εχθές λύγισα: ο εχθρός έβαλε τα μεγάλα μέσα εκμεταλλευόμενος και την γενικότερη οικονομική κατάσταση. Κατ' αρχάς έριξε γυναίκα πράκτορα ως υπάλληλο στο ψυγείο με τα αλλαντικά του σούπερμάρκετ, η οποία πρότεινε κι επέμεινε να δοκιμάσω άλλη γαλοπούλα απ' αυτήν που πιστά τόσα χρόνια αγοράζω, μού την έχωσε μάλιστα και κάτω απ' τη μύτη, το άρωμά της σαγηνευτικότατο, λύγιζα αλλά αντιστεκόμουνα ο δόλιος, μέχρι που είπε τη μαγική λέξη, που μεσούσης της κρίσης σπάει και την πλέον σιδηρά των θελήσεων: "είναι και σε ειδική προσφορά, έκπτωση 30%". Αυτό ήταν. Παραδόθηκα. Ατιμη κρίση που μας κάνεις να προδίδουμε πεποιθήσεις και γαλοπούλες χρόνων...
Απαρηγόρητος στο σπίτι, έβαλα να δω το πρώτο επεισόδιο του πεμπτου κύκλου της πραγματικά υπέροχης αμερικανικής αστυνομικής σειράς the Shield. O Φορεστ Γουίτακερ, τόσο μεγάλος ηθοποιός, που σιχαίνεσαι τον χαρακτήρα του απ' την πρώτη στιγμή, μοιράζει τσιχλίτσες σε όλον τον κόσμο. Δεν το κάνει από καλοσύνη, ή για να τον συμπαθήσεις. Μετράει με αυτόν τον τρόπο τη δύναμη της θέλησής σου: επιμένει να σου προσφέρει τσίχλα, όσο κι αν εσύ αρνιέσαι, μέχρι που κάποια στιγμή, αν η θέλησή σου είναι αδύναμη, θα σπάσεις.

28 Ιουλ 2011

Η κλάψα του τελικώς μη κλέψαντος

Η ιδέα δεν ήταν δική μου, ήταν της συζύγου. Αλλά, διάβολε, ήμουν σίγουρος πως, καθότι τόσο απασχολημένη, σύντομα η σύζυγος θα την ξεχνούσε, μέχρι που εγώ, ανερυθρίαστα κλέβοντάς την, θα την διέσωζα, ως της άξιζε, από τη λήθη. Έστησα καρτέρι, περίμενα, αργόσχολος και έμπειρος λογοκλόπος ων, με πληθώρα επιτυχημένων ανάλογων εγχειρημάτων εις το παρελθόν, κύριος οίδε μόνον πόσες ιστορίες, εμπειρίες και ατάκες παλαιόφιλων, χαρακτηρισμός χρονικός και ουχί ποιοτικός, έχω χρησιμοποιήσει εις το ιστολόγιο τούτο. Φευ, ματαία απεδείχθη η υπομονή που επέδειξα εις την αναμονήν, παρόμοιαν υπομονή που θα ζητήσω κι από σένα, φίλτατε αναγνώστη, φιλτάτη αναγνώστρια, μέχρις ότου ξεδιπλωθεί εις όλον της το μίτος το μήκος της Αριάδνης.

Η Ιδέα: Εσχατολογικό ευπώλητο μυθιστόρημα επηρεασμένο απ’ τα sci fi αναγνώσματα με τους σούπερ ήρωες. Η μνημονιακή Ελλάς χρειάζεται απεγνωσμένα σωτηρία απ’ αυτούς που την ξεπουλάνε. Χρειάζεται τον σούπερ εκδικητή. Χρειάζεται κάποιον που θα κάνει αέρα να φύγει η πολιτική χολέρα. Ξάφνου πεθαίνει ο πρωθυπουργός. Σοκαρισμένη η κοινωνία, πληροφορείται ότι ο θάνατός του οφείλεται σε φυσικά αίτια. Εντός των επομένων ημερών, σαν επιδημία, πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον απαξάπαντες οι του υπουργικού συμβουλίου. Από φυσικά αίτια κι αυτοί. Ωστόσο η σύμπτωση είναι τρομακτική. Οι φήμες δίνουν και παίρνουν. Κάποιος (ο πρωταγωνιστής μας, τον όνομα του οποίου δεν καθόρισε η σύζυγος) αναλαμβάνει την ευθύνη για όλους τους θανάτους. Είναι μια υπερδύναμη που διαθέτει: αρκεί να σκεφτεί το θάνατο κάποιου, για να συμβεί. Στέλνει το κείμενο ανάληψης της ευθύνης στην Αντιτρομοκρατική, στον Μπάμπη Παπαδημητρίου, στον Πάσχο Μανδραβέλη, στο Μανόλη Καψή (ο οποίος αδυνατεί να κατανοήσει το περιεχόμενο), στον Γιάννη Πρετεντέρη. Ολοι γελούν με το περιεχόμενο. Ενας ακόμη τρελάκιας, απ’ αυτούς της Πάνια, που αναζητεί 15 λεπτά δημοσιότητος. Ή ακόμη χειρότερα καμιά φάρσα του Τόλη της Ελληνοφρένειας. Ο ήρωας και πρωταγωνιστής μας αποφασίζει να γίνει πιο πρακτικός: Με νέα προκήρυξή του, η οποία προκηρύσσει τον θάνατο από φυσικά αίτια του τάδε μεγαλοεκδότη, προκαλεί τη θυμηδία των παραληπτών. Ο μεγαλοεκδότης πεθαίνει. Ανακοπή. Η Αντιτρομοκρατική ταράζεται. Τα ΜΜΕ χάνουν το χρώμα τους και όλα τα κανάλια παίζουν ασπρόμαυρα. ΠΑΟΚ παντού. Οι αρχές ζητούν από τον υπερήρωα να παραδοθεί. Του προσφέρουν πλήρη φοροαπαλλαγή και τιμητική σύνταξη. Τρεις που δηλώνουν υπερήρωες παρουσιάζονται αυτοβούλως στη ΓΑΔΑ. Κανείς δεν κατορθώνει να αποτελειώσει με τη δύναμη της σκέψης του κάτι πρόβατα που τα πηγαίνανε για σφαγή. Παπατζήδες, μιμητές, γουαναμπίδες δολοφόνοι της κακιάς ώρας. Ο πραγματικός υπερήρωας ως απάντηση δολοφονεί τον απεσταλμένο της τρόικας ο οποίος βρίσκεται στην Ελλάδα για να ελέγξει την πορεία των δημοσιονομικών της χώρας μας. Ξεσπά διεθνής σάλος. Οι διεθνείς οίκοι καταλαβαίνουν πόσο λάθος έκαναν με τις συνεχείς υποτιμήσεις της χώρας μας. Το ΝΑΤΟ αναλαμβάνει δράση και...

Κάπως έτσι είχε η ιδέα της συζύγου, την οποία ήθελα να κλέψω, εμπλουτισμένη με λίγες δικές μου σάλτσες. Όμως δεν πρόλαβα. Ξεφυλλίζοντας κάποιο περιοδικό διάβασα την υπόθεση του βιβλίου του Παύλου Μάτεσι “Graffito” κι έχασα το χρώμα μου, έγινα μαυρόασπρος, γιατί ΠΑΟΚ είμαι: «Aν παρουσιαστεί στη Bουλή αιφνίδια θανατηφόρα, μεταδοτική ασθένεια;».

Διάβολε. Πρόλαβε και το σκέφτηκε πριν από μας ο κος Παύλος. Διάβολε. Δίκιο έχουν όσοι λένε ότι τα πάντα έχουν ειπωθεί και δεν υπάρχει καμιά καινοτομία στην τέχνη. Διάβολε...

18 Ιουλ 2011

Οταν μεγαλώσω, θα γίνω κειμενοσώστης μπας και σωθώ απ' την τρικυμία εν κρανίω

Μια Παρασκευή ήταν ένα κείμενο που δεν το έσωσε κανείς.
Μιαν ωραία εποχή ήταν ένας συγκάτοικος που του προκάλεσα οίδημα στους όρχεις με το «xero» των Bokomolech. Χρόνια μετά, στην τηλεόραση, έδινε συνέντευξη, αλλά προς μεγάλη μου απογοήτευση δεν αναφέρθηκε ούτε σε μένα ούτε στους Bokomolech, στράφι πήγε η πλύση εγκεφάλου.
Κάτι τύπους, μυστήριους, δύο στον αριθμό αλλά πορεύονται ο καθένας ξεχωριστά, με τους οποίους στάνταρ έχω παίξει κανά δυο παρτίδες σκάκι σε μια όχι και τόσο τρελή εφηβεία, τους βλέπω ξαφνικά παντού στους καθημερινούς μου περιπάτους. Περπατάνε, περπατάω, περπατάνε, περπατάω, περπατάνε, περπατάω, αξούριστοι, κατσούφηδες κι αμπντάληδες διασχίζουμε την πόλη με τα πόδια. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Τι κάνουν στη ζωή τους; Γιατί περπατάνε; Τι έχουν μέσα στο τσαντάκι τους; Ντελίβερι κάνουν, να μου το θυμηθείς. Ντελίβερι ναρκωτικών.
Αγόρασε την μπίρα ο ρασοφόρος απ’ το περίπτερο, κουτάκι μεγάλο, φιξ, άνευ σαντουίτς, κι άραξε σε παρακείμενο κεντρικό καφέ της πόλης, στην αναπαυτικότερη πολυθρόνα, ήπιε την μπίρα γουλιά γουλιά με απόλαυση, έβγαλε απ’ την τσάντα του μια μπανάνα, την ξεφλούδισε, την έφαγε, έβγαλε απ’ την τσάντα ακόμη μια μπανάνα, την ξεφλούδισε, την έφαγε, κι έφυγε ακολουθώντας πάντα το δρόμο του Θεού, αλλά φροντίζοντας να ‘χει καθαρή αναπνοή, μην του ξεφύγει κάνα αλκοολικό κυριελέησον στο μοναστήρι. Μην είσαι άπιστος, τον έβγαλε φωτό ο Θωμάς.


Ενα μαυράκι, όχι πάνω από δέκα χρονώ, στα στενά γύρω απ’ τους Αγίους Αποστόλους, έπινε τις προάλλες μπίρα από το μπουκάλι, «μα είναι δυνατόν να πίνει σε αυτήν την ηλικία;» σκέφτηκα, «μα μήπως αυτή μου η σκέψη είναι υπερβολικά συντηρητική;» ξανασκέφτηκα, δύο σκέψεις απανωτές η μία πίσω απ’ την άλλη, ένιωσα ευθύς μια κούραση, σήμερα που το ξανάδα το μαυράκι ήταν άνευ μπίρας αλλά με καλάσνικοφ στο χέρι σκότωνε αόρατους εχθρούς, πιο φυσιολογικό, καθότι το καλάσνικοφ ήτανε από χαρτόνι (μπατσοι γουρούνια δολοφόνοι).
Ακολουθεί παρέκβαση.
Οδός Μαβίλη, στην αρχή της, εκεί που βγαίνει στην αρχή της Λαγκαδά, πίσω απεκεί που κάποτε ήταν ο τσοντοσινεμάς, το Ιλιόν, που μετά έγινε Μακντόναλντζ, που ούτε αυτά υπάρχουν τώρα, ξεχαρβαλωμένη πινακίδα "Χορευτικό κέντρο η Τρικυμία". Το μόνο που άφησε όρθιο η τρικυμία είναι η πόρτα...


Στο Βαρδάρι, πλέον όλα τα μαγαζιά είναι ποτάδικα, προσφέρουν μπουγάτσα με μπίρα, γύρο πίτα με Τζώνυ (μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι), (μπλ)ουζάκια των ΟΥΚ, φρεντορετσίνο μαλαματίνο, βλέπω πολλές φάτσες παραμορφωμένες, δεν ξέρω αν τις βλέπω μόνο εγώ, μια μεσήλικη που φοράει συνολάκια ροζ μπεμπέ, την οποία αποφεύγω να κοιτάξω στα ίσια, μόνο πλαγίως, δεν είναι η ασχήμια της, είναι η απόγνωση στο βάθος των ματιών της, μόνο το βράδυ αλλάζει λίγο το Βαρδάρι, βγαίνει και μια ομάς κατοίκων, σε φάση περιπολία γειτονιάς, και με σφυρίχτρες και σκύλους διώχνει τα ανήλικα που κάνουν πιάτσα στη Γιαννιτσών, δύσκολη κατάσταση, είχανε πέσει και κάτι πιστολίδια παλιότερα, ξεκαθάρισμα λογαριασμών της μαφίας, ο ένας νταβάς έφαγε τον άλλον, κάτι τέτοιο.
Μια Δευτέρα ήταν ένα κείμενο που δεν το έσωσε την Παρασκευή κανείς και πώς να τ’ ανακτήσεις;