8 Ιαν 2010

Περί της του κρόκου δειλίας

Καιρός να δούμε τις κάμερες σπασμένες

Το τηλεοπτικό συνεργείο ήταν όλο κι όλο δύο κοπέλια, αγόρι και κορίτσι, καμεραμαν και δημοσιογραφίνα. Μπήκαν διστακτικά στο σπίτι.

Δεν πιστεύω να τον έχετε να κυκλοφορεί ελεύθερος; ρώτησε το κορίτσι κοιτάζοντας δεξιαριστερά. Όι, απάντησε ο θηριοδαμαστής, τον έχω σε ενυδρείο. Κι είναι μεγάλος; ερώτησε τ’ αγόρι. Ισα με σαράντα πόντους. Α! μικρός, ανακουφίστηκε ο καμεραμάν. Ανάψανε τους προβολείς, απέναντι απ’ το ενυδρείο, μέσα στο οποίο το θηρίο πήρε ανάποδες.

Αχου το μωρέ, πιτσούνησε τ’ αγόρι. Αμα το βγάλετε όξω, να το χαϊδέψω μια ολιά; Ο μασίστας ψιλοστράβωσε: Να σου πω, ορέ λεβέντη… Ετούτο εκεί που ‘χεις στην άκρια, είναι της κάμεράς σου τρίποδο;

Ναι…

Ε δεν στήνεις καλλιο την κάμερα απάνω;

Μπα, προτιμώ να την κρατώ εγώ.

Βρε άκου με που σου λέω, στήστηνα στο τρίποδο…

Όχι, δεν είναι ανάγκη σας λέω…

Ξα σου… Εγώ μια φορά σου το ‘πα.

Και κάνει μια κι ανοίγει το πορτόνι και βγαίνουν πρώτα τα σαγόνια του αλιγάτορα με την τριπλή οδοντοστοιχία. Και τον γραπώνει ο κροκοδειλάκιας απ’ τα σαγόνια και τον τραβάει όξω, και το ζωντανό τα ‘χει πάρει στην κράνα, έχει στραβωθεί απ’ τους προβολείς και τη λάμψη της δημοσιότητας και κουνεί μανιασμένα την ουρά και προσπαθεί ο θηριοδαμαστής μασίστας κροκοδειλάκιας να την τιθασεύσει την ατίθαση ουρά, και άι μανούλα μου, ουρλιάζει η κοπέλα, πετάει μικρόφωνο και γόβες δωδεκάποντες και το βάνει στο πόδια, όχι ρε πούστη μου, μουγκανίζει τ’ αγόρι και του πέφτει η κάμερα και γίνεται χίλια κομμάτια.


Κορμί φιδίσιο

Επήγε ο φονιάς, δίχως να ρωτήξει κανέναν, κι έβαλε νέφτι στο φίδι και το φίδι ψόφησε και όταν του εζήτησα το λόγο, τι πήγε κι έκανε και φόνευσε τον όφι, μου ‘πε μα καλά μεγάλος άνθρωπος είναι πράγματα αυτά να μαζεύεις φίδια στον κόρφο σου, και τον έπιασα απ΄τον γιακά και τον απείλησα πρόσεξε κακομοίρη μου γιατί την επόμενη φορά θα πάρω τον όφι ζωντανό και θα τον εβάλω στην βράκα σου.


Κοινωνική αναλγησία

Εβαλε τον αλιγάτορα στο χιουντάι στη θέση του συνοδηγού, του βαλε και ζώνη ασφαλείας και ξεκίνησαν να πάνε βόλτα. Βγαίνοντας στην έρημο πέσανε σε μποτιλιάρισμα: χιλιάδες βεδουίνοι την πίνανε κατάχαμα καθισμένοι στο λιοπύρι και λιώνανε λουσμένοι στο φως και στον ιδρώτα, και ξωπίσω τους έτρεχαν χρυσά κουταλάκια για να τους ταΐσουν γιαουρτάκια. Και μέσα στη φασαρία από κλαξόν και κουταλάκια και σταγόνες ιδρώτα που έπεφταν στη φλεγόμενη άμμο, ο αλιγάτορας απάντησε στο κινητό του, άκουσε μια στιγμή τα νέα για την σε εξέλιξη ληστεία στην τράπεζα κι έκλαψε με μαύρο δάκρυ… «Παλιοελάφια», μονολόγησε «σας ταΐζουμε όλο το χρόνο λάστιχα αυτοκινήτου, αλλά φεύγετε πριν έρθουμε να σας φάμε». Και έκανε όπισθεν να πάει να καθαρίσει την πλατεία που τα περιστέρια την είχαν καταχεσοκουτσουλήσει.


6 Ιαν 2010

Α βαταρήσου

Μέχρι πρόσφατα η χειρότερη κοινώς αποδεκτή ως πχοιοτικιά ταινία που είχα δει ήταν η «Επαφή» με την Τζόντι Φόστερ. Χθες φορώντας τα 3d γυαλιά μου αποφάσισα πως ήρθε η ώρα της εκθρόνισης: ζήτω η νέα χειριστηρότερη των χειρίστων ταινία!
Λοιπόν, για να ισιώσουμε τα πράγματα, ελάχιστα πράγματα ξέρω από κινηματογράφο. Ουτε κάνας κουλτουριάρης είμαι. Αλλά χτες ένιωσα ότι κάποιοι με αντιμετωπίζουν ως ηλίθιο, όχι ότι δεν είμαι, αλλά δεν γουστάρω να μου το πετάνε στη μούρη σε τρισδιάστατη μορφή.
Η ταινία Αβαταρ θα συμφωνήσω ότι είναι ένα επίτευγμα, όχι όμως κινηματογραφικό, αλλά τεχνολογικό, και ως τέτοιο μόνον μπορώ να το αποδεχτώ. Για την ακρίβεια, η ταινία Αβαταρ μου φάνηκε σαν μια τεχνολογικά βελτιωμένη, φουτουριστική εκδοχή της Ζίνας. Κι αν σας φαίνεται υπερβολική η σύγκριση με τη κατ’ εμέ αδικημένη απ’ την κριτική τηλεοπτική υπερπαραγωγή, σας παρακαλώ να αντιπαραβάλλετe τις πολεμικές κραυγές της Ζίνας με τις πολεμικές κραυγές των εξωγήινων ιθαγενών. Στο σημείο αυτό, δράττομαι της ευκαιρίας για να επισημάνω το μέγιστο ατόπημα των υπευθύνων της ταινίας: επέλεξαν να βάλουν άνδρα πρωταγωνιστή, και όχι την Ανα Λουθία του Λοστ, κατά κόσμον Μισέλ Ροντρίγκεζ. Οχι μόνον δεν της εφόρεσαν τη στολή της Ζίνας, αντιθέτως της εφόρεσαν μιαν άθλια χακί στολή ολόσωμη, όχι μόνο δεν την επρωταγωνίστησαν (sic), αλλά της έδωκαν έναν τριτοκλασάτο ρόλο, έφτασαν δε μέχρι το σημείο, λίγο μετά που έσκασε μύτη με το άσπρο τρισδιάστατο φανελάκι, να την εσκοτώσουνε οι πούστηδοι, οι μπινέδαι, οι πολεμοχαρείς φονιάδες των λαών.
Πέρα απ’ αυτό, και για να σοβαρευτούμε κατά το δυνατόν, μια ταινία πρέπει να έχει σενάριο. Το σενάριο του Αβαταρ είναι μια κλισαρισμένη αθλιότητα με τον τύπο τον ωραίο, πλην βασανισμένο, σε ρόλο διπλού πράκτορα, να βρίσκεται στη δίνη μεταξύ του μανιχαϊστικού διπόλου Γκαλό – Γκαγκό (μαμ φτου κακά και νάνι οι θεαταί). Στην αρχή πρακτορεύει για το Γκαγκό, μετά όμως το Γκαλό εβάζει τα γκαλά του, δείχνει και λίγο βυζί, και ο ήρωας αφοσιώνεται στην υπεράσπιση του Γκαλού…
Και πάμε στις μάχες, οι οποίες είχανε τον ατελείωτο. Μπαμ, μπουμ, έκρηξη, κλανίδια, κρωξίματα, λίγο από πόλεμο των άστρων, λίγο από άρχοντα των δαχτυλιδιών, λίγο από βερχοφενικούς Στρατιώτες του Σύμπαντος, λίγο απ’ τις Φανταρίνες με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Κάθε φορά έλεγα «ψόφα επιτέλους» (ναι για τον πρωταγωνιστή ομιλώ), «πιάστηκε ο γκώλος μου, τελειώνετε να πάμε να φάμε κάτιτις», μόνο που αυτός μοναχά μια στιγμή ξαπόσταινε και ξανά προς τη δόξα τραβούσε-τραβούσε.
Μια ταινία επίσης βασίζεται στις ερμηνείες των ηθοποιών. Μιλάμε για φοβερές ερμηνείες, αντάξιες της αντίστοιχης αλήστου μνήμης εκφραστικότητας και εύρους του Ρόμπερτ Ντε Νίρο ως Τέρατος του Φρανκεστάιν. Σίγουρα η υποκριτική τέχνη έχει πολλά να περιμένει από το πολύχρωμο πτηνό που καβάλησε στο φινάλε ο Τζέηκ απ’ το Σούλι.
Εχω την εντύπωση ότι ο σκηνοθέτης της ταινίας και εμπνευστής του εγχειρήματος Τζ. Κάμερον (όχι Ντίαζ, αχ Κάμερον) είναι θαυμαστής του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Και εξηγούμαι: αν έχω καταλάβει καλά, οι φαν του Τεό, ειδικά αυτοί οι μουρλαμένοι οι Γιαπωνέζοι, τη βρίσκουν με τις εικόνες του, με τη φωτογραφία στις ταινίες του, ακόμη και όταν οι ταινίες του, όπως π.χ. Το μια αιωνιότητα και μία μέρα, πραγματεύονται το απόλυτο τίποτε με ένα μανδύα μπόλικου καθόλου και κοινωνικού ψευτοπροβληματισμού για αναλύσεις καφενείων, διαδικτυακών και μη. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και εδώ ο Κάμερον Όχι Ντίαζ: ωραίες εικόνες, ψευτο-οικολογία, χώρια το μανιχαϊσμό, χώρια τις αφελείς απλουστεύσεις, χώρια τα δαλιανίδεια χορευτικά των εξωγήινων ιθαγενών, χώρια τον άθλιο μυστικισμό τους, χώρια τον περιορισμένο ρόλο της Μισέλ Ροντρίγκεζ…
Μπορώ να το δεχτώ ως εξαιρετικό βίντεογκέιμ. Ως εξαιρετικό τεχνολογικό επίτευγμα. Ως εξαιρετικό "χάσιμο" (χρόνου). Ως αποτέλεσμα κατανάλωσης εξαιρετικής ποιότητας ψυχοτρόπων ουσιών. Αλλά όχι ως κινηματογράφο. Η ταινία Αβαταρ συνιστά όνειδος και μαύρη τρύπα για όλους εμάς που αγαπήσαμε το σινεμά χάρη σε κολοσσούς όπως ο Εντι Μέρφι, ο Μπεν Στίλερ, ο Ανταμ Σάντλερ, ο Σεθ Ρόγκεν, η Τζέημι Λι Κέρτις, ο Τζον Κλιζ, ο Τσάβι Τσέης, ο Νταν Ακρόιντ, οι Αφοί Μπελούσι, η Μόνικα Μπελούτσι, ο Στέλιος Γιαννακόπουλος, ο Στάθης Ψάλτης, ο Κώστας Τσάκωνας και ο Μάρκος ο Λεζές.



Και αν κανείς ενδιαφέρεται, η τελευταία ταινία που είδα και μου άρεσε πολύ ήταν το Whatever Works του Γούντι Αλεν.


3 Ιαν 2010

Πανκ's dead!



Εντζόη