25 Οκτ 2016

Με ψεκάζουν (χρώματα)

Ομορφη κοπέλα η μπροστινή μου, της το έδειχνε κι ο διπλανός της, που δεν έλεγε να φύγει κι ας τον έδιωχνε αυτή, να μην περιμένει άδικα μαζί της, αλλά είμαι πολύ γέρος πια για να κοιτώ νεαρές κοπέλες, μου το υπέδειξε κι ο πισινός μου, όχι ο κώλος μου, που κι αυτός βέβαια καταδεικνύει την γεροσύνη μου, αλλά ο νεαρός που στεκόταν πίσω μου και μου μίλησε στον πληθυντικό ευγενικά, ενώ πίσω απ' αυτόν στεκόταν στου ταχυδρομείου την ουρά πολύ υπομονετικά μια κυρία με βαμμένα κόκκινα μαλλιά, όχι σαν εκείνα τα λογοτεχνικά του Μουρσελά, ή τ' άλλα τα τηλεοπτικά τα Καραμπετικά, οπωσδήποτε πάντως ήταν μαλλιά χρώματος κόκκινου και θέλω να δοθεί η πρέπουσα σημασία στο χρώμα, γιατί αυτή είναι μια ιστορία για τον πούτσο, γράψε λάθος, μια ιστορία για τα μπάζα, γράψε λάθος, μια ιστορία για τα μπάσα, μακάρι αλλά όχι, μια ιστορία για τα χρώματα, ναι ίσως, και μια ιστορία για τη γλώσσα, ναι, αλλά παρότι τη σκέφτομαι από το μεσημέρι, συμπέρασμα δεν έβγαλα, την έγραψα μάλιστα και σε ποίημα, που αυτό ήταν όντως για τον πούτσο και για τα μπάζα, τέλος πάντων κάποια στιγμή προσπερνάει την ουρά ένας τυπάκος με ένα δέμα και πάει στο γκισέ και πετιέται η κυρία με τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά και φωνάζει, συγγνώμη δεν είναι η σειρά του... και κάπως κομπιάζει δεν ξέρει πώς να τον προσδιορίσει τον κύριο με το μαύρο δέρμα που κρατά το δέμα, γιατί, πράγματι ρατσίστρια δεν φαινόταν (ούτε και ήταν), παίρνει φόρα λοιπόν και ξαναλέει δεν είναι η σειρά του κυρίου με το κίτρινο δέμα, πράγματι το δέμα ήταν χρώματος έντονου κίτρινου, και από κείνη την ώρα κάθομαι και σκέφτομαι στημένα στην ουρα βαμμένα κόκκινα μαλλιά, προσπέραση από έναν με μαύρο δέρμα που κρατάει κίτρινο δέμα, κάτι σημαίνει αυτό, τυχαίο δεν είναι, μάλλον θα με ψεκάσαν, τέλος πάντων στο γκισέ μού ζήτησαν τρία ευρώ και ενενήντα λεπτά, έβγαλα τα χάλκινα, χάρηκαν που τους έδωσα ψιλά, κι εγώ ανακουφίστηκα που μου μείναν πέντε σέντσια. 

ακούω αυτόν τον δίσκαρο τώρα και την έχω καταβρεί 

10 Σεπ 2016

Ο Μπάρτλεμπυ δεν ήτανε γραφιάς: συγκλονιστικές αποκαλύψεις

Καμιά φορά νιώθει σαν το τελευταίο κομμάτι κρέατος -χοιρινής τηγανιάς, ας πούμε- παρατημένο στο πιάτο γιατί κανείς από τους συνδαιτυμόνες δεν θέλει να το φάει, είτε για να μη φανεί λιγούρης είτε απο τακτ για να το αφήσει να το φάει κάποιος άλλος, προτού σηκωθούν τρεκλίζοντας από το τραπέζι της ταβέρνας και αφού έχουν μαλώσει για το ποιος θα πληρώσει «άστα δικά μου είναι, όχι δικά μου είναι, μα σε παρακαλώ, όχι εγώ σε παρακαλώ και να το ξανακάνουμε αυτό σύντομα», κι εντέλει αυτό το τελευταίο κομματάκι κρέατος, που σκληραίνει και παγώνει στο ζουμί του, το οποίο με τη σειρά του πήζει και βρωμάει και γίνεται πισίνα για τις μύγες, πετιέται στα σκουπίδια ή στην καλύτερη περίπτωση τό τρώνε τα σκυλιά.
Τις προάλλες κόντεψε να τον πνίξει ένα βιβλίο. Οχι δι' απαγχονισμού, δεν θα μπορούσε άλλωστε να φτιαχτεί κρεμάλα από λέξεις ή από σελίδες χαρτιού, αν και κόβουν πολύ βαθιά αμφότερες, αλλά διά στραγγαλισμού. Τον έπιασε το βιβλίο από το λαιμό κυριολεκτικά στον ύπνο. Ήταν ογκώδες και βαρύ, όχι από άποψη περιεχομένου μόνο αλλά κι ως αντικείμενο, απ' αυτά που ονομάζουμε τούβλα, κι έπεσε πάνω του, κοτζάμ τούβλο, καθώς τον πήρε ανάσκελα ο ύπνος, τον έπαιρνε εύκολα τον ύπνο, ελαφροσυνείδητος ή και παντελώς ασυνείδητος ων, ανοιχτό στη μέση πάνω στο στήθος του, έκανε σλάλομ στις ιδρωμένες τριχες και κύλησε προς το λαιμο του κι άρχισε να τον σφίγγει όλο και πιο δυνατά και μετά αυτός ξύπνησε βήχοντας και θυμήθηκε γιατί προτιμά τα ολιγοσέλιδα βιβλία σαν τον Μπάρτλεμπυ τον γραφιά, του Μέλβιλ, που, κι εδώ ήρθε η ώρα των αποκαλύψεων, δεν ήτανε γραφιάς, αλλά στα ΜΑΤ, έχουμε και το σχετικό φωτορεπορτάζ σε περίπτωση που το αναζητήσει εισαγγελέας, διότι πήγε ο φωτορεπόρτερ να φωτογραφήσει μια κλούβα με ΜΑΤ, κι έκανε στην αρχή πως τάχαμου τραβά μιαν εκκλησία και μετά στα κλεφτά τράβηξε τα ΜΑΤ, κι ήρθαν στο λεπτό δυο ματατζήδες, συγγνώμη, κύριε, την εκκλησία τραβούσατε; - μάλιστα, την εκκλησία - σίγουρα την εκκλησία και όχι την κλούβα, κύριε; - σίγουρα, απάντησε ο φωτορεπόρτερ, και καθώς φεύγανε τα όργανα της τάξεως, πεπεισμένα ότι επιτελέσαν το καθήκον τους στην εντέλεια, τα πισωπλατοχτύπησε με μιαν ερώτηση «συγγνώμη, παιδιά, να σας βγάλω μια φωτογραφία;».
Κι αμήχανα μα σταθερά ο Μπάρτλεμπυ ο ματατζής του απάντησε: «Θα προτιμούσα όχι»*.

(* για την περίφημη αυτή φράση αλλά και γενικότερα για την υπέροχη νουβέλα του Μέλβιλ, εδώ

27 Αυγ 2016

Σάντα Μπάρμπαρα και Σαν τα πουκάμισα



Έχει πέντε γαλάζια πουκάμισα. Σχεδόν πανομοιότυπα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, για τους περισσότερους κατόχους τους, τα πέντε γαλάζια σχεδόν πανομοιότυπα πουκάμισα αντιστοιχούν σε μια εργάσιμη ημέρα: Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή. Στη δική του περίπτωση όμως όχι. Τα πέντε γαλάζια σχεδόν πανομοιότυπα πουκάμισα αντιστοιχούν στα κιλά του ανά τα χρόνια: το πουκάμισο των 105, των 110, των 115, των 120 και ολοκαίνουργιο το πουκάμισο των 125 κιλών. Το καθένα φορεμένο από μία φορά: γάμος, γάμος, γάμος, γάμος, βάφτιση.
Έχει κι ένα μαύρο πουλόβερ. Για τις κηδείες. Κι ένα μαύρο μπλουζάκι, με γιακαδάκι, που έλεγε η μάνα του, πόλο, που λένε σήμερα, για τις κηδείες του καλοκαιριού.
Έχει και δύο ζευγάρια μαύρα παπούτσια. Αθλητικά, φτιαγμένα έτσι ώστε να μη μοιάζουν με αθλητικά. Φτιαγμένα, της εταιρίας Α, από ρομπότ, της εταιρίας Ν από χαμηλόμισθους εργάτες του αναπτυσσόμενου πρώην τρίτου κόσμου, ή ακόμη χειρότερα από μικρά παιδιά. Περίεργο: οι χαμηλόμισθοι του αναπτυσσόμενου πρώην τρίτου κόσμου δεν μπορούν να αποκτήσουν τα μαύρα παπούτσια της εταιρίας Ν που οι ίδιοι κατασκευάζουν για να τα αγοράσει αυτός και σε γενικές γραμμές ζουν χειρότερα από αυτόν  παρότι αυτός δεν εργάζεται. Επίσης περίεργο: τα ρομπότ δεν χρειάζονται τα μαύρα παπούτσια της εταιρίας Α που τα ίδια φτιάχνουν και παρότι εργάζονται δεν αμείβονται.
Ο άνθρωπος με τα πέντε σχεδόν πανομοιότυπα γαλάζια πουκάμισα κοίταξε το λεκέ στο ταβάνι από το προπέρσινο καλοκαίρι, όταν είχε πλημμυρίσει η από πάνω κι έκανε πέντε ώρες να γυρίσει από το εξοχικό της στη Χαλκιδική λόγω της κίνησης, και σκέφτηκε πολύ σοβαρά την πιθανότητα να γίνει ρομπότ.