22 Ιουλ 2015

Η αξία της λογοκακοτεχνίας: ένα απλό παράδειγμα

Διαβάζω ένα μάλλον κακό βιβλίο, δεν έχει σημασία ποιο και ποιανου, και χαίρομαι πάρα πολύ γι' αυτό - τα κακά βιβλία ή, για να το πω σωστότερα, τα βιβλία που δεν μας αρέσουν χρειάζονται για να ξέρουμε πώς και τι να μη γράψουμε, αν ποτέ γράψουμε, ή έστω για μπορούμε να τεκμηριώσουμε γιατί μας αρέσει ο Ελρόι κι όχι η Αγκάθα Κρίστι (μηλα και πορτοκάλια, βεβαίως...)
Γράφει λοιπόν ο συγγραφεύς μια φαινομενικα αθώα πρόταση που σχεδόν με εξόργισε: "Η αυτοπεποίθηση μαζί με την εκθαμβωτική ομορφιά τής δίνουν μια αριστοκρατική φινέτσα". Ένα ρήμα, τρια ουσιαστικά, δύο επίθετα. Τα οποία εννοειται πως σχεδόν με εξοργίζουν καθότι πολύ κλισέ. Αυτο που εντέλει οριστικά με εξοργίζει ειναι η τσαπατσουλιά, η απιστία του συγγραφέα ως προς το άθλιο μοτίβο που χρησιμοποιεί. Θες άνθρωπέ μου να χρησιμοποιεις κλισέ κοσμητικά επιθετα; Βάλτα παντού, σε όλα τα ουσιαστικά. Τήρησε τη γαμημένη την αναλογία. Γιατί δηλαδή ρίχνεις έτσι την αυτοπεποίθηση σε σχέση με την ομορφιά και τη φινέτσα; βάλε ένα ακαταμάχητη, ένα δικαιολογημένη, ένα υπέρμετρη, ένα έκδηλη δίπλα στην αυτοπεποίθηση για να μη νιώθει αδικημένη και γράψε εντέλει κάτι του στιλ «Η ανεπιτήδευτη αυτοπεποίθηση μαζί με την εκθαμβωτική ομορφιά τής δίνουν μια αριστοκρατική φινέτσα». Γράψτο έτσι βραδερφέ!

19 Ιουλ 2015

Ημερολόγιο περιόδου capital control, blogger's και reader's block

Τις μέρες με κάπιταλ κοντρόλ κοιμήθηκε πολύ. Οταν δεν κοιμόταν πολύ, προσπαθούσε να διαβάσει πολύ, αλλά δεν τα κατάφερε ούτε λίγο. Ξεκίνησε πολλά διαφορετικά βιβλία, αναζητώντας αυτό που θα μπορούσε να ολοκληρώσει και δεν βρήκε ούτε ένα, αλλά δεν τον πολυπείραξε γιατί ούτως ή άλλως από τα βιβλία μόνο οι αρχές του αρέζαν, όπως κι οι άνθρωποι δηλαδή, του αρέζανε στην αρχή, μετά τους βαριόταν κάπως. Απογοητευμένος από την αναγνωστική του δυστοκία, από το πάγωμα των τραπεζικών συναλλαγών, κοιμόταν κι έβλεπε εφιάλτες με τον Μπομπ Ντίλαν εκβιαστή αρχειονόμο ανείπωτων επιθυμιών και αρχιβασανιστή στη χούντα της ολιγαρχικής φυσαρμόνικας, ξυπνούσε και έβλεπε πως ο Τσίπρας, αντί να καταστρέφει τον ευρωπαϊκό εφιάλτη, παραδίδονταν σε αυτόν, διέψευδε την ελπίδα και διαμόρφωνε μια εφιαλτική πραγματικότητα. Αρχισε να διαβάζει σελίδες της γουικιπίντια στην τύχη, μπας και βρει τους τυχερούς αριθμούς του τζακπότ στο τζόκερ, διάβαζε κυρίως βιογραφικά ηθοποιών, μοντέλων, συγγραφέων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις λεπτομέρειες της προσωπικής τους ζωής, με σκοπό να τις αντιγράψει στο δικό του επαγγελματικό βιογραφικό προτού το αποστείλει σε πολυεθνικούς κολοσσούς που δεν το γνώριζαν αλλά χρειάζονταν τις υπηρεσίες του.
Σταδιακά, βιβλίο στο βιβλίο, και καθώς ποτέ δεν προχώρησε πέρα από την αρχή, μπέρδεψε τις αρχές του με τις αρχές τους: Ο δολοφόνος ξύπνησε απότομα με τη σκέψη του αίματος που άχνιζε στο μάρμαρο. Τώρα, λίγο με νοιάζει αν θα πεθάνω, είπε και μετά από μια μακρά παύση έδειξε προς το Νότο, προς τη χώρα όπου είχε αφήσει θαμμένα τα κόκκαλα μιας αδελφής και τα κόκκαλα της εκ μητρός γιαγιάς του. Ας αναπαυθεί εν ειρήνη, ήταν τα τελευταία λόγια του πάστορα. Ο άγγελος συγύριζε τις ντουλάπες του όταν έφτασε το πρόσταγμα. Οπου κι αν πήγαινε έβλεπε ένα ερωτηματικό στην καρδιά της πόλης. Φόβος κυριαρχούσε σε αυτές τις αναμνήσεις, αέναος φόβος. Αν του είχαν διαλύσει το χέρι με δυο σφαίρες μόνο και μόνο επειδή χτύπησε μια πόρτα, τι θα μπορούσαν να κάνουν σ' εκείνη που ήξερε όσα ήξερε; Γεννήθηκε το 1927, μοναχοπαίδι μεσοαστών γονέων που ποτέ δεν υψώθηκαν αρκετά πάνω από την ιστορία ώστε να την εγκαταλείψουν. Στη μυστικοσυνέλευση της Βοστίτσας (σημερινό Αίγιο), η οποία άρχισε φθίνοντος Ιανουαρίου 1821 και συνεχίστηκε επί πενθήμερον μια δράκα προεστοί και ανώτεροι κληρικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν θερμόαιμο αρχιμανδρίτη που δεν δεχόταν ούτε σκέψη για αναβολή του αγώνα. Ποιος από μας θυμάται να πρόσεξε εκείνη την ημέρα δύο μοναχικές γυναίκες σε μια αλέα του κήπου του λουξεμβούργου, αδιάφορες για τη θύελλα που πλησίαζε, ακίνητες ανάμεσα στα αγάλματα; Αυτό που ποτέ δεν είπαμε σε κανέναν είναι ότι κι εμείς οι δυο κάναμε τα δικά μας κάτω από την νταλίκα. Τα συμπτώματα εισέβαλαν αιφνιδιαστικά σαν το αδηφάγο κύμα που αρπάζει το μωρό στην ήρεμη παραλία και το σέρνει στα βάθη της θάλασσας.
Δεν είχε καταλάβει αν βρισκόταν στον προθάλαμο σφαγείου, σε αίθουσα αναμονής οδοντιατρείου, σε ουρά στο ΑΤΜ ή σε φοιτητικό δωμάτιο όπου γινόταν πάρτυ, πάντως εκεί καθόταν μαζί με κάτι άλλους αναρχικούς, πράγμα περίεργο γιατί σχεδόν ποτέ δεν υπήρξε αναρχικός, σφηνωμένος σε έναν πολύ μαλακό καναπέ, απ' αυτούς που κάθεσαι και μπαίνεις ολάκερος μέσα και δεν μπορείς να σηκωθείς χωρίς τη βοήθεια τρίτου, ας πούμε κάποιου γερανού, δίπλα του μια τύπισσα που προσπαθούσε να του πιάσει κουβέντα, αλλά του ήταν κάπως αδιάφορη, δεν είχε καταλήξει αν ήταν η τύπισσα αδιάφορη ή η κουβέντα, και μπροστά του, δίπλα στα περιοδικά για την υγεία, τη διατροφή και την κένωση του εντέρου, κάποιος είχε αφήσει όλους τους τόμους του Αναζητώντας τον Χαμένο Άνθρωπο και τον Χρόνο Χωρίς Ιδιότητες σε κόμιξ, και χάρηκε γιατί είχε φυσικά διαβάσει τα πρωτότυπα αλλά ποτέ του δεν είχε διάβασει κόμιξ, κι απέναντι ένας τύπος με μιαν ακουστική κιθάρα μάταια προσπαθούσε να παίξε ενα τραγούδι των Πυξ Λαξ, και ξάφνικά το σκότος διαλύθηκε, η τύπισσα δίπλα σταμάτησε να μιλάει και εξαφανίστηκε, ή μπορεί απλά να εξαφανίστηκε και κατά συνέπεια σταμάτησε να την ακούει, ο τύπος απέναντι σταμάτησε να παίζει και πήρε να φτιάχνει κρεμάλες με τις χορδές της κιθάρας.
Λίγο χιλιόμετρα μετά τα ισπανογαλλικά σύνορα, ανοιξε το ντουλαπάκι του συνοδηγού, έβγαλε το κουτί με τα υπνωτικά χάπια και τα κατάπιε όλα. Ξύπνησε δέκα ώρες μετά, στο ίδιο σημείο, στο κάθισμα του συνοδηγού το άδειο κουτί. Είχε ονειρευτεί ένα σπίτι στην παραλία.
Ποιος είπε ότι τα όνειρα δεν βγαίνουν αληθινά; Για τα καλά δεν ξέρει, τα κακά όμως σίγουρα. 

(Disclaimer: τουλάχιστον το μισό κείμενο είναι κλεμμένες φράσεις από βιβλία, τραγούδια -βλέπε λίγο πιο κάτω- και ειδησεογραφικά άρθρα, ο σοφός αναγνώστης φαντάζομαι θα έχει εντοπίσει τις αναφορές. Το άλλο μισό κείμενο είναι κλεμμένο από όνειρα και εφιάλτες). 

15 Ιουλ 2015

Ο Εξπρεσιονισμός της Απογοήτευσης και τα Σημεία του

Σημ. ΠάνωςΚ: Ελαβα προς δημοσίευσιν το παρακάτω ενυπόγραφο κείμενο φίλου του ιστολογίου.

  • Τι επιδίωξε ο Τσίπρας με το δημοψήφισμα; Ήθελε, τελικά, να βγει το ναι ή το όχι;
  • Μήπως ευχόταν να βγει το ναι (όπως, άλλωστε, διαφαινόταν μέσα απ’ την προπαγανδιστική λαίλαπα των εκπροσώπων των media και του κεφαλαίου) ώστε να βάλει τους συμπολίτες μας στη θέση του βολικού συνένοχου;
  • Μήπως ήθελε μικρή και βολική διαφορά, ανεξάρτητα απ’ την τελική του έκβαση;
  • Μήπως ευχόταν να βγει το όχι επειδή πίστευε ότι αυτή ήταν η τελική κίνηση του «όλα για όλα» για μια πιο ήπια συμφωνία;
  • Μήπως, όμως, ήθελε να βγει το όχι μόνο και μόνο επειδή επιθυμούσε να διεθνοποιήσει τη δημοκρατική αντίσταση μιας χώρας ενάντια στο αμετάκλητο πραξικόπημα που κατέφτανε (και γνώριζε απόλυτα ότι δεν μπορούσε ν’ αποφύγει), έτσι κι αλλιώς; Με άλλα λόγια, ν’ ακουστεί η κραυγή αυτού που ξεψυχάει τη στιγμή ακριβώς που τον στραγγαλίζουν; Κι αν ναι, γιατί δεν επιχείρησε να το αποκαλύψει νωρίτερα ; Από αφέλεια; Λάθος εκτίμηση; Ιδεοληψία και πίστη σ’ έναν ρομαντικό ευρωπαϊσμό; Πολιτικό σχεδιασμό; Κάτι άλλο;
  • Ήταν, τελικά, το δημοψήφισμα η τελευταία νίκη της αξιοπρέπειας ενός ολόκληρου λαού λίγο πριν την ατιμωτική παράδοση στην οποία θα τον οδηγούσε η ηγεσία του;
  • Αν κρίνουμε απ’ τις εξελίξεις, νηφάλια και ήρεμα, το μόνο κέρδος για τον ελληνικό λαό ήταν ακριβώς αυτό: να διασώσει την εθνική του αξιοπρέπεια την ίδια στιγμή που το κάλπικο, φασιστικό και ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα της Ε.Ε. αποκαλύφθηκε διεθνώς σ’ όλη του την τερατώδη διάσταση. Και μέσα απ’ αυτή τη διάσταση παρουσιάστηκε και η τρομακτική, ενίοτε, και πιο ύπουλη λειτουργία του συστήματος της «κανονικότητας»: τέρατα που τερατοποιούν όσους δε συμμορφώνονται στα τερατώδη πλαίσια που ορίζουν τη στιγμή που επιχειρούν να διασφαλίσουν την τερατώδη εξουσία τους.
  • Ένα οικοδόμημα, το οποίο, αργά ή γρήγορα, θα καταρρεύσει. Αφού πρώτα γραφτεί στην ιστορία με μελανά χρώματα η δεύτερη -μετά τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας- πιο τρομακτική και εκτρωματική του επιδρομή σε μια ανεξάρτητη (υποτίθεται) και ελεύθερη (υποτίθεται) χώρα.
  • Οι μάσκες έπεσαν. Όχι, όμως, μόνο αυτές που φορούσαν στο εξωτερικό…
  • Δύο φίλοι μου μίλησαν χθες για το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο. Και για τον πόλεμο που αυτό απαιτεί ιστορικά κάθε φορά για ν’ αναπνεύσει. Και για το πως όταν αντιστέκεσαι στον οικονομικό πόλεμο τότε ο ιμπεριαλισμός αρχίζει να επεξεργάζεται τον άλλο. Τον μεγάλο. Τον διαχρονικό. Δεν ξέρω, αλλά το καταθέτω.
  • Αναρωτιέμαι πώς να αισθάνεται ο Τσίπρας όταν μέσα σε μια νύχτα έχει τελειώσει με το πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό κατεστημένο και μέσα σε μια μέρα (την επόμενη) το νεκρανασταίνει. Και έτσι έχει τον δημοσιογράφο του ιδιωτικού καναλιού να βρίζει τον Βαρουφάκη, τον Γεωργιάδη να κουνάει το δάχτυλο, τον Θεοδωράκη να επιχαίρει.
  • Ξέρει καλά ο πρωθυπουργός πως μόνο ο δημοσιογράφος, μόνο ο Γεωργιάδης, μόνο ο Θεοδωράκης μπορεί να υπηρετήσουν στην εντέλεια αυτά τα μέτρα. Και τους χρειάζεται. Γιατί το σύστημα για να επιβιώσει πρέπει πάντοτε να στηρίζεται στα υποστυλώματά του, σ’ αυτούς που εκτρέφει διαχρονικά για να του λαδώνουν τη μηχανή. Αυτό, όμως, που δεν ξέρει ο Τσίπρας, ή αγνοεί, ή κάνει ότι αγνοεί, και το γνωρίζει πολύ καλά ο Σουλτς και ο κάθε ο Σουλτς (δηλώνοντας ότι μόνο ο Τσίπρας είναι ικανός να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα) είναι το γεγονός πως επειδή αποτελεί το μοναδικό πολιτικό κεφάλαιο της χώρας που δεν έχει «καεί», έχοντας ακόμα μεγάλη απήχηση στον λαό, δεν υπάρχει χρεία για την επιστράτευση των ντόπιων αυλικών. Μέχρι νεωτέρας, φυσικά, αλλά μέχρι τότε τα γεράκια θ’ ανοίγουν σαμπάνιες. Γιατί πέτυχαν τον στόχο τους: την υποδούλωση μιας αριστερής κυβέρνησης, το μήνυμα της πειθαρχίας και της υποταγής για τους επίδοξους επαναστάτες μέσα στην Ευρώπη.
  • Αριστερός δούρειος ίππος; Ή, όπως έλεγε κάποτε και ο μεγιστάνας Ιταλός Ανιέλι: «υπάρχει ένα είδος Αριστεράς που είναι πιο χρήσιμη από την Δεξιά. Πρόκειται για εκείνη την Αριστερά που μπορεί να κάνει όλα όσα δεν θα μπορούσε να κάνει η Δεξιά».
  • Όχι μόνο να νικούν αυτόν που επιχειρεί ν’ αντισταθεί, αλλά και να τον ταπεινώνουν αναγκάζοντάς τον να γίνει επιστάτης-φύλακας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης των ειλώτων.
  • Τι τα θέλεις τα νταούλια όταν πας για Βάρκιζα; Για το χορόδραμα;
  • Να θέλει, λοιπόν, ο λαός να τους τελειώσει και ο Τσίπρας να τελειώνει τον λαό του; Η μήπως θα τους τέλειωνε οριστικά αν δεν υπέγραφε και οδηγούμασταν σε άτακτη χρεοκοπία;
  • Είναι άραγε ο Βαρουφάκης το ιδανικό, διαχρονικά, και χρήσιμο εξιλαστήριο θύμα τόσο για το κατεστημένο όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ; Νομίζω πως ο Ζιράρ θα ενθουσιαστεί με την περίπτωσή του.
  • Σειρά έχει η Ζωή. Μόνο που αυτή σιχαίνεται τον Ιώβ…
  • Αντιθέτως, για τον Σόιμπλε (και τους κάθε λογής Σόιμπλε) τα πράγματα είναι πολύ ξεκάθαρα. Γέννημα-θρέμμα μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής και πολιτικής γερμανικής ιδέας (εθνικιστικής, ιμπεριαλιστικής και στην κορύφωσή της, ολοκληρωτικής και ναζιστικής) αποτελεί το μεταμοντέρνο απείκασμα του διαχρονικού Άιχμαν, του καφκικού γραφειοκράτη του Κακού που σήμερα εγκρίνει τα νέα Άουσβιτς του χθες. Και στο δικαστήριο της ιστορίας, κάποια στιγμή, θα ισχυριστεί πως εκτελούσε εντολές και ότι φρόντιζε να κάνει καλά τη δουλειά που του είχε ανατεθεί, με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση.
  • Ιδεαλιστικά, πιστεύω πως o Τσίπρας έπρεπε να παραιτηθεί. Και να μην υπογράψει. Αλλά εγώ, όπως και κάποιοι άλλοι χαζούληδες σαν εμένα, έχουμε διαβάσει πολύ Paco Ignacio Taibo II και έχουμε λατρέψει τόσο πολύ τις ανθρώπινες και ηρωικές σκιές του που αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα. Και προτιμάμε, πάλι, να γυρίσουμε στα βιβλία. Και στις σκιές τους.
  • Στα παιδικά μας χρόνια, όταν η πιο ισχυρή «συμμορία» πιτσιρικάδων μας εκβίαζε, είτε μας έσπαγε στο ξύλο και μας ωθούσε σε οριστική φυγή απ’ τα μέρη που παίζαμε είτε μας εξουσίαζε και μας παρείχε υποτιθέμενη προστασία υποχρεώνοντάς μας να της προσφέρουμε «οικειοθελώς» κάποια λάφυρα που της άρεσαν: παπούτσια, ποδήλατα, ρολόγια, παγωτά, γαριδάκια. Από τότε αναρωτιόμουνα γιατί δεν είχαμε καταστρώσει εκ των προτέρων ένα σχέδιο (το οποίο, φυσικά, μπορεί τελικά και να μην λειτουργούσε) ώστε ν’ αποφύγουμε την «υποταγή» και τα «χαράτσια» των παιδικών μας χρόνων. Κι αν υπάρχει κάτι, ακόμα και σήμερα, που με κάνει να θυμώνω πολύ με την κυβέρνηση είναι γιατί δε σκέφτηκε, δεν επεξεργάστηκε, δεν πρόλαβε ή δεν ήθελε να προλάβει να επεξεργαστεί ένα τέτοιο σχέδιο.
  • Γιατρέ, φοβάμαι πως όταν κλείσω για λίγο τα βιβλία θα είμαι αναγκασμένος να προτιμήσω να μην πέσει η κυβέρνηση. Πως θα είμαι αναγκασμένος να πω «το μη χείρον βέλτιστον», πως ο πρωθυπουργός έπραξε με δραματικό πραγματισμό για ν’ αποφύγει το ναυάγιο και την ανθρωπιστική καταστροφή, πως αντιτάχτηκε στις αξίες του υποφέροντας ο ίδιος προσωπικά, πως μια κυβέρνηση της αριστεράς, έστω και με αυτούς τους όρους, δίνει μια μικρή ελπίδα στους κατατρεγμένους, στους φτωχούς, στους εργάτες, στους μετανάστες. Έστω και ηθική, έστω και πολιτισμική. Και εδώ, γιατρέ, με τσαντίζω πολύ. Γιατί ταυτόχρονα ακούω τα φρικτά γέλια του Σουλτς, του Γερούν, του Σόιμπλε, του Βέμπερ. Και βλέπω το παραμορφωμένο μειδίαμα του δημοσιογράφου, του καναλάρχη, των του Γεωργιάδη, του Θεοδωράκη. Και αηδιάζω με τους όψιμους αριστερούς πασόκους (πασόκος: ένας χαρακτηρολογικός ορισμός βγαλμένος απ’ την κουίντα της πολιτικής και της κουλτούρας που εδώ και χρόνια δεν αφορά αποκλειστικά τα πρώην ή νυν στελέχη του ομώνυμου κόμματος) που ακόμα δεν καταλάγιασε η σκόνη και πάνε να καθαρίσουν τους ίδιους τους συντρόφους τους. Και οσμίζομαι τα λαγωνικά των λαμόγιων, των βολεμένων, των πλουσίων, των μεγαλοαστών. Και τρέμω-το ομολογώ- μπροστά στους γυαλιστερούς και ανανεωμένους κυνόδοντες του φασισμού.

Βασίλης Κόκκοτας